1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Ταξίδι της ψυχής με βάρκα

Χριστίνας Παλαιολόγου


Μοναξιά…
Περίεργη λέξη, ποιος ώμος αντέχει το βάρος της;
Σε ποια ζωή άραγε εμφανίζεται;
Απόρροια μοναξιάς ή τάχα παρέας;

Μία μέσα στις πολλές, τι διαφορά να έχει; Απλή, συνηθισμένη περίπτωση ή μήπως...
Τους έκανες λοιπόν κι εσύ τη χάρη να εμφανιστείς μ’ ένα χαμόγελο, κλάμα τι σημασία έχει; Ε, και; άρχισαν κι οι μοίρες τρελό χορό πάνω απ’ το κεφάλι σου. Τόλμησες; Τώρα θα δεις! Χαρμόσυνο γεγονός για λίγους, πληγή για αρκετούς.
Περνάει ο καιρός, πώς αλλάζεις τόσο γρήγορα; Μη γελάς. Ό,τι κι αν σκαρφιστείς δεν επηρεάζονται τα δεδομένα. Άλλες δυνάμεις, άγνωστες σε σένα, ανθρώπινες και μη, όσο μεγαλώνεις, τόσο φροντίζουν να σε στολίζουν με δαντελένια ρετσινιά. Χρόνος και καρφιτσούλα. Θηλυκό; Ε, όχι, πάρε κι άλλη μία! Δεν έχει «αχ», σε περιβάλλει μια κατάρα, όνειδος η ύπαρξή σου και παρασέρνεις και τους γύρω σου. Τι νόμισες καημένη, επειδή δεν μπορείς να επέμβεις στη φύση σου και ωριμάζεις βιολογικά, δεν φταις;
Αμαρτάνεις, οφείλεις να το παραδεχτείς.
Μη στεναχωριέσαι, φρόντισαν οι άλλοι για σένα να ξεχνιέσαι για το πρόβλημα που δημιουργείς. Σου έχουν ετοιμάσει ένα βολικό καλουπάκι να μπορείς να κινείσαι. Έλα, είναι όμορφος ο κόσμος… των άλλων. Μπορείς να χαρείς λίγο με τη χαρά τους, στο επέτρεψαν. Το βλέπω δεν σ’ αρέσει, δεν το δέχεσαι, η αλήθεια δεν υποκύπτουν όλες το ίδιο εύκολα κι εσύ ανήσυχο μυαλό πώς θα μπορούσες άραγε; πρόσεχε όμως, δεν θα τους αρέσει. Στην έχουν στημένη!
Πώς να δεχτεί ένα αθώο μυαλό αυτές τις ιδιοτροπίες; Φόρεσες τη στολή του σκληρού χαρακτήρα κι όποιος κάνει το λάθος να ενοχλήσει εσένα ή αυτούς που κατά τη γνώμη σου προστατεύεις, το μετανιώνει οικτρά. Φόβος και τρόμος στις πλατείες που απελευθερώνεις την παιδικότητά σου, η μετάφραση που τους βολεύει… «αλήτισσα».
Όλα τα παιδιά, για την ακρίβεια κορίτσια, τρέχουν ταπεινωμένα στην μητρική αγκαλιά να αφήσουν τον καημό τους σε κάθε δυσκολία. Εσύ προτιμάς να την δανείζεις στους αδύναμους, αδέλφια, φίλους της μαμάς, όποιον την έχει ανάγκη, εσύ όχι!
Τα χρόνια τρέχουν κι εσύ μαζί, τονίζοντας όπου μπορείς την ανάρμοστη γι’ αυτούς συμπεριφορά, στο σχολείο, στις παρέες… κι είναι στιγμές που πραγματικά αναρωτιέσαι μήπως τελικά κάνω λάθος κι έπρεπε κι εγώ να είμαι σαν τις πολλές;
Ήρθε πάλι χθες στον ύπνο σου μια μοίρα να αφήσει ανελέητα και εκδικητικά την καρφιτσούλα της. Άρχισες να κάνεις δεσμούς, όχι γιατί το είχες ανάγκη, αλλά ήταν επιτέλους καιρός κι εσύ να ενταχθείς στο σύνολο. Τσιμπάνε οι καρφιτσούλες σε κάθε σου κίνηση, βγαίνουν στη φόρα πρωτόγνωρες αδυναμίες…
Και τα φύλλα του ημερολογίου σκορπίζουν σαν πούπουλα από ανήσυχα πουλιά!
Τελικά όλα γύρω σου επιμένουν πως πράττεις σωστά. Η λογική εδώ υπερνικάει το συναίσθημα. Νιώθεις ότι βρήκες τον έρωτα, την αγάπη, τον προορισμό σου. Δεν μπορεί, έτσι θα ‘ναι. Έτσι είναι, δεν μπορεί ΕΣΥ να κάνεις λάθος! Πολύ καλά, για να το λες εσύ…
Καλό ταξίδι!

Ο ήλιος παιχνίδιζε βαριεστημένα πάνω στα κυματάκια που φλοίσβιζαν αμέριμνα. Που και που τάραζαν τη γαλήνη του τοπίου άτακτοι γλάροι, να θυμίζουν πως υπάρχει ζωή στο απέραντο γαλάζιο. Κάπου εκεί έκανε δειλά την εμφάνισή της, σαν παραφωνία στην αρμονία της φύσης, μια μικρή, φρεσκοβαμμένη βαρκούλα. Μικρή και άπειρη μα γερή φτιαξιά, τόλμησε για το μεγάλο ταξίδι στα βαθιά και άγνωστα νερά. Μια ασήμαντη κόκκινη κουκίδα σε ατέλειωτο ωκεανό. Μόνα εφόδια το πείσμα, δυο μικρά κουπιά κι ένα κατάλευκο πανί, με φροντίδα τυλιγμένο για τους δύσκολους ανέμους. Για την ακρίβεια το μέγεθος του πανιού έμοιαζε γρίφος, αχρησιμοποίητο ακόμα, αφού ήταν η πρώτη φορά που ξεμάκραινε απ’ τον κατασκευαστή. Μεγάλο και κουραστικό της μοιάζει το ταξίδι και όλες οι βάρκες στο καρνάγιο, μικρές-μεγάλες, την απέτρεψαν να το κάνει.
Εκείνη όμως διψάει για περιπέτεια και βρίσκει πολύ ενδιαφέρον κάθε τι που ξεφεύγει απ’ τα συνηθισμένα. Τώρα, μίλια μακριά απ’ το γνώριμό της περιβάλλον αρχίζει να απολαμβάνει ό,τι υπάρχει και κινείται γύρω της. Τα νερά σκούρα και παγωμένα, ποιος να ξέρει τι κρύβουν στο βάθος τους… ο ήλιος πιστός συνταξιδιώτης, της φτιάχνει τη διάθεση με τη ζέστη και το φως του. Διαφόρων μεγεθών ψάρια κάνουν μπροστά της επιδεικτικές φιγούρες και υπάρχουν στιγμές που την αποπροσανατολίζουν με τα σκέρτσα τους.
Πόσο όμορφος είναι στ’ αλήθεια ο κόσμος! Κάθε στιγμή της ημέρας μοναδική. Το δειλινό παίζει κρυφτούλι με τον φίλο της, που στέλνει για παρηγοριά το φεγγάρι να ασημίζει τα νερά για να μη σκιάζεται. Αυτές τις ώρες προτιμά να ξεκουράζεται και να απολαμβάνει την ομορφιά του ουρανού, περίτεχνα στολισμένου με αστέρια, σαν κομψά, διάσπαρτα μαργαριτάρια. Ονειρεύεται και ταξιδεύει μαζί τους σε μυθικά μέρη για να μη σκέφτεται τα μαύρα πλέον, αφιλόξενα νερά που την περιβάλλουν και της προκαλούν φόβο για το μυστήριο και τους κρυφούς κινδύνους που κρύβουν.
Η επόμενη μέρα τη βρίσκει φρέσκια και ζωηρή για το καινούριο δρομολόγιο. Ο καιρός είναι καλός και οι άνεμοι με το μέρος της, σε σημείο που κάποιες στιγμές θυμάται τις αναστολές των δικών της για αυτήν της την τρέλα και γελάει. Δεν της φαίνεται και τόσο δύσκολο όσο το παρουσίαζαν.
Παραδέχτηκε πως κάθε μέρα τελικά, μοιάζει με επανάληψη της προηγούμενης. Τι ρότα ακολουθεί; Για πού έχει βάλει πλώρη; Έπαψε να κινείται και αφέθηκε να λικνίζεται στο πέλαγο που αντάριασε με την αμηχανία της. Ένα μεγάλο, επιβλητικό καράβι αρκετά μέτρα μακριά, έσκιζε τα νερά με ταχύτητα, αδιαφορώντας για κάθε άλλη μορφή που επέπλεε ή υπήρχε κοντά του. Την προσπέρασε περιφρονητικά και χάθηκε στον ορίζοντα. Πριν καταφέρει να αντιληφθεί την παρουσία του, βρέθηκε να κλονίζεται άτσαλα απ’ τα απόνερά του. Τα κύματα που σήκωσε, την χαστούκιζαν με μανία, σάστισε, δεν μπορούσε να βρει ισορροπία, δεν έβλεπε τίποτα παρά άγριους υδάτινους κρατήρες που σχημάτιζαν αδηφάγα στόματα, έτοιμα να την κατασπαράξουν. Αυτά τα λεπτά, αιώνας για κείνη, τσάκισε λίγο το ένα κουπί στην προσπάθειά της να μην βουλιάξει και όταν πια, ως εκ θαύματος, συνειδητοποίησε ότι κατάφερε να ξεπεράσει αυτή την αναταραχή, τρομαγμένη και εξουθενωμένη, διαπίστωσε πως δεν είχε προμηθευτεί άγκυρα. Ένιωσε ελλιπής και ταπεινή μπροστά σ’ αυτό που είδε. Μα γιατί έτρεχε τόσο εκείνο; Πού πήγαινε έτσι βιαστικό; Εγώ δεν έχω καν μηχανή, πού πάω;
Μέρες ατέλειωτες περιπλανιέμαι, για πού;
Το πήρε απόφαση. Βάλθηκε να χαράξει πορεία, χωρίς στόχο πού πήγαινε; Μάζεψε όλη την απόγνωση που κόλλησε στο σκαρί της από τα απόνερα και την βύθισε στη θάλασσα. Έχω πολλά ακόμα να κάνω, έδωσε υπόσχεση και νέα δύναμη αγκάλιασε τα κουπιά της.
Την γοήτευε αφάνταστα αυτό το αδιάκοπο κυνηγητό του ήλιου με το φεγγάρι, απ’ τη μία άκρη του ορίζοντα στην άλλη, που φανέρωνε χρώματα και διαθέσεις της θάλασσας. Δεν έδινε καμία σημασία στον χρόνο κι ας κυλούσε σαν το νερό που χάιδευε απροκάλυπτα το γυαλιστερό ακόμα βερνίκι της. Μικροπεριπέτειες γέμιζαν την «Οδύσσειά» της, δεν την πτοούσαν όμως. Τρεις βουτιές του ήλιου πριν, ή δύο; δεν θυμάται, γιατί στην τελική δεν αξίζει να το κρατάει στη μνήμη της, την πλεύρισαν δυο πανέμορφα, πολυτελή σκάφη. Εκείνη σταμάτησε τα παιχνίδια και τα κοίταζε μαγεμένη απ’ τους ελιγμούς που έκαναν όπως πλησίαζαν και την δύναμη που έκρυβαν στις μηχανές. Πόσα μέρη να ‘χουν αντικρίσει όμορφα και απρόσιτα ίσως για την ίδια… Καμένα λάδια αναμειγμένα με αλμύρα την έβγαλαν απ’ την ονειροπόληση καθώς έστριψαν μπροστά της υποτιμητικά.
Ε, δεν ήταν κι η πρώτη φορά!
Σήμερα όμως είναι μια άλλη μέρα και η θάλασσα είναι τόσο γαλήνια! Όπως απλώνει μυριάδες μικρά διαμάντια μπροστά της, δεν αφήνει περιθώρια για άσχημες σκέψεις.
Ακόμα και τα κρωξίματα που ακούγονται λίγο πιο μακριά, από δύο σκανταλιάρικα γλαροπούλια, μοιάζουν μελωδία. Σταμάτησε για λίγο να θαυμάσει το ανέμελο παιχνίδι τους. Μια εικόνα σαν φτερούγισμα ψυχής, κάτι άγνωστο την έδενε μαζί τους…
Εκείνα μετά από λίγο, χορτασμένα πια απ’ το παιχνίδι, άδραξαν την ευκαιρία να ξεκουραστούν για λίγο στην πλώρη της.
«Καλά, πού βρέθηκες εσύ ολομόναχη εδώ;»
«Πού πας χαμένη μεσοπέλαγα; Δεν σε έχουμε ξαναδεί εδώ γύρω».
«Ξεκίνησα πριν από λίγο καιρό, για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω πότε ακριβώς, γιατί με την ομορφιά του ταξιδιού ξεχνιέμαι».
«Ομορφιά; Δε λέω, έχει και τα καλά του. όμως έχει και δυσκολίες, άνεμους, φουρτούνες και άλλα που δεν φαντάζεσαι, μα αν ταξιδεύεις καιρό, πώς και δεν συνάντησες κάτι τέτοιο;»
«Καλά εσύ δεν τη βλέπεις; Από το χρώμα και τη γυαλάδα που έχει ακόμα το βερνίκι της, φαίνεται πόσο νέα είναι και άμαθη».
«Έχω συναντήσει κάποιες δυσκολίες, τα κατάφερα όμως και τις ξεπέρασα. Δεν είναι τόσο δύσκολο όσο μου το παρουσιάζουν όλοι!»
«Χα χα, έτσι λες; Άκου. Αυτά τα ταξίδια δεν είναι για του λόγου σου. Καλά θα κάνεις λοιπόν να μ’ ακούσεις και να γυρίσεις πίσω τώρα, που ακόμα έχει νηνεμία και μπορείς. Αν γυρίσει ο καιρός θα είναι αργά».
«Τι της λες τώρα; γιατί την απογοητεύεις;»
«Δεν βλέπεις; Είναι απλά μια μικρή βάρκα, χωρίς μηχανή, χωρίς εξοπλισμό και χωρίς υποψία πλοήγησης απ’ ότι κατάλαβα».
«Ίσως έχεις δίκιο ως ένα μέρος. Έχει όμως θέληση και είναι ακόμα πολύ γερή για να αντέξει κακουχίες. Μην τον ακούς μικρή μου, χάραξε ρότα και έχε τον άνεμο σύμμαχο. Όσο για τον εξοπλισμό, με το πρώτο λιμάνι που θα πιάσεις, φρόντισε να κάνεις το καλύτερο δυνατό για παν ενδεχόμενο και όλα θα πάνε καλά».
«Σας ευχαριστώ και τους δύο, όμως δεν ξέρω να χαράζω πορεία, ούτε γνωρίζω προς τα πού πέφτει κάποιο λιμάνι».
«Α, να σου πω εγώ. Δυο μίλια από κει, θα περάσεις τρία λιμάνια που είναι δίπλα – δίπλα. Εκεί μην αράξεις, δεν έχουν τίποτα να σου προσφέρουν. Το επόμενο που θα συναντήσεις είναι ένα μικρό, ήσυχο λιμανάκι, που αν μη τι άλλο, θα σε καλοδεχτεί και θα σου δώσει τα απαραίτητα. Άσε που είναι και απ’ τα πιο καθαρά. Εγώ στη θέση σου θα έδενα εκεί, σταθερά και χωρίς ανασφάλειες για τα πελάγη. Με τόσο μικρό σκαρί, δε σ’ έχω για πιο πέρα».
«Μα τι της λες πάλι; Μην τον ακούς! Εγώ προτείνω να περάσεις από κει, να ξεκουραστείς λίγο, να εφοδιαστείς με τα απαραίτητα και μετά με καρδιά αλλά και σύνεση, να συνεχίσεις».
Διάφορες ιδέες που εξέθεταν οι γλάροι την τριβέλιζαν για πολλή ώρα. Είχαν και οι δύο δίκιο. Ποιόν να ακούσει; Τι να κάνει; Οι σκέψεις να αντιπαλεύουν μέχρι το σούρουπο χωρίς αποτέλεσμα. Οι μεγάλες αποφάσεις παίρνονται όταν η ψυχή είναι ξεκούραστη. Το χάραμα την βρήκε αποφασισμένη και σίγουρη. Θα έπλεε ως εκεί και ανάλογα τις αντοχές της, θα κατέληγε.
Δεν κατάφερε να μετρήσει πόσες φορές κρύφτηκε ο ήλιος μέχρι να αντικρίσει το πρώτο λιμάνι. Μάλλον ήταν αρκετές. Ο καιρός σχετικά καλός, δεν την κούρασε ιδιαίτερα, τώρα όμως που πλησίαζε, ένιωσε την ανάγκη να αράξει για λίγο. Το τοπίο έμοιαζε μελαγχολικό και συνάμα αφιλόξενο. Μισογκρεμισμένες προβλήτες, σκουπίδια και φασαρία συνέθεταν την πιο αποκρουστική μέχρι στιγμής εικόνα. Μικρά και μεγάλα κακόγουστα σκάφη, έπλεαν αρόδο και της προκαλούσαν φόβο. Όχι, δεν θα ‘μενε λεπτό εκεί. Τι δουλειά είχε; Θα ξεκουραζόταν πιο μακριά, παρέα με το πρώτο αστέρι που θα άναβε για κείνη.
Ίδιο μοτίβο και τα δύο επόμενα. Είχε δίκιο λοιπόν ο φίλος της. μα πόσο να απείχε ακόμη εκείνο το παραμυθένιο, κατά τα λεγόμενά του, λιμάνι; Άρχισε να αναρωτιέται μήπως χάθηκε όταν ένας πρωτόγνωρος παφλασμός την αιφνιδίασε. Ένα ζωηρό δελφίνι την προκαλούσε να αναμετρηθούν στο κολύμπι.
«Άντε λοιπόν, τρέξε λίγο να δούμε αν μπορείς να με περάσεις!»
«Ποιος είσαι πάλι εσύ; Και γιατί παρακαλώ να τρέξω;»
«Ένας φίλος. Έχει πλάκα να τρέχεις και να προσπαθείς να περάσεις τον άλλο. Δεν σου αρέσει να περνάς ευχάριστα;»
«Φυσικά και μ’ αρέσει και χαίρομαι ειλικρινά που είσαι φίλος μου, όμως δεν μπορώ να τρέξω. Είμαι πολύ κουρασμένη σήμερα και άλλωστε, δεν έχω μηχανή».
«Προφάσεις. Κι αν δεν έχεις μηχανή, έχεις πανιά».
«Μα ο άνεμος είναι αντίθετος!»
«Δεν μπορείς να τον αλλάξεις, μπορείς όμως να γυρίσεις τα πανιά!»
«Θα το ήθελα πολύ, μπορούμε να το κάνουμε μια άλλη μέρα; Αύριο ας πούμε…»
«Οι ευκαιρίες στη ζωή δίνονται μία φορά, αν δεν είσαι έτοιμη, απλώς τις χάνεις».
«Είμαι πολύ κουρασμένη, αλήθεια. Ταξιδεύω αρκετό καιρό και δεν έχω κουράγιο».
«Είναι ωραία τα ταξίδια όταν έχουν αν σου αφήσουν κάτι να θυμάσαι. Πες μου, τι είδες;»
«Τη θάλασσα, τον ήλιο, τους φίλους μου τους γλάρους, σκάφη όμορφα και άσχημα, λιμάνια απεριποίητα».
«Έχει πολλές ομορφιές γύρω, αν έχεις τα μάτια σου ανοιχτά. Κρύβει και ο βυθός θησαυρούς, κοχύλια, κοράλλια και άλλα που για να τα δεις πρέπει να υποφέρεις πολύ γιατί είναι πολύ βαθιά. Αξίζει όμως αν φτάσεις εκεί, να μην αφήσεις να σε πλανέψουν οι απότομοι, σκοτεινοί βράχοι με την ασχήμια τους. Εσύ να ψάξεις γι’ αυτά. Γεια σου και να προσέχεις!» και με μια απότομη βουτιά χάθηκε στο νερό και ξαναβγήκε πιο κάτω να της φωνάξει ότι σε λίγο θα έπιανε λιμάνι να ξεκουραστεί λίγο. «Μην ξεχάσεις ποτέ αυτά που σου είπα!» και εξαφανίστηκε στα βαθιά.
Την επόμενη, διέκρινε από μακριά έναν μικρό φάρο. Επιτέλους έφτανε και θα ξαπόσταινε για λίγο το ταλαιπωρημένο σκαρί της. το χρώμα της παρέμενε ατόφιο και το κουπί έδεσε. Τίποτα στην όψη της δεν φανέρωνε το πόσο κουρασμένη ένιωθε.
Χαρούμενα θαλασσοπούλια ήρθαν να την προϋπαντήσουν. Στάθηκε λίγο να χαζέψει την είσοδο του μικρού λιμανιού. Πράγματι έδειχνε πολύ όμορφο. Στα ήσυχα, καθαρά νερά του, είχαν δέσει πολύχρωμες βάρκες σε ποικίλα σχέδια. Η ευωδιά της αλμύρας διάχυτη, της φρέσκαρε τη διάθεση και το κουράγιο. Θυμήθηκε πάλι τον γλάρο.
Μπήκε δειλά να το εξερευνήσει απ’ άκρη σ’ άκρη. Η παρουσία της έδωσε ανέλπιστη ζωντάνια στο χώρο. Όλα τα πλεούμενα παραμέρισαν να την καλοδεχτούν και τα πουλιά έδιωξαν τον άνεμο, να μην αναταράξει τα νερά κατά τη παραμονή της εκεί. Το απαλό λίκνισμα των σκαφών και το φτερούγισμα των πτηνών, έπαιζαν μια γλυκιά μελωδία, σαν κάλεσμα σειρήνας. Μια εικόνα πραγματικά γιορτινή κι εκείνη, επίσημη απρόσκλητη-καλεσμένη!
Αδικαιολόγητη θαλπωρή την τύλιξε, ένα τοπίο που ενώ ήταν αντίθετο απ’ τα δικά της δεδομένα, την μάγεψε. Άρχισε να αμφιταλαντεύεται για την διάρκεια της παραμονής της εκεί. Της άρεσαν οι περιπέτειες μα, μήπως είχε δει αρκετά, είχε κουραστεί και έπρεπε τώρα να δέσει εκεί; Κατά τα λεγόμενα όλων όσων μέχρι στιγμής γνώριζε, κάτι τέτοιο αποτελούσε έναν ονειρικό προορισμό για κάθε βάρκα του είδους της. Εξάλλου, όλα γύρω της μαρτυρούσαν πως με μια της απόφαση, θα της ανήκαν. Η κάθε μέρα εκεί ήταν και μια ξεχωριστή γιορτή, δύσκολο να απαρνηθείς έναν μικρό παράδεισο για μια πορεία στο άγνωστο.
Σήμερα είχε τον καλύτερο καιρό που έχει συναντήσει μέχρι τώρα, η καλύτερη στιγμή να το ανακοινώσει. Φώναξε όλες τις βάρκες που, περιχαρείς, μαζεύτηκαν γύρω της και τους αποκάλυψε ότι πήρε την απόφαση να μείνει. Αντάριασαν τα νερά από τους πανηγυρισμούς, ο φάρος αναβόσβηνε ρυθμικά και οι γλάροι χόρευαν κυκλικά πάνω τους. Ένα ανεπαίσθητο ψυχρό αεράκι την άγγιξε, που έσερνε μαζί του το άρωμα του δισταγμού και για δευτερόλεπτα, όλα σώπασαν και ένιωθε να βουλιάζει αργά, βλέποντας τα πάντα σαν από βουβό κινηματογράφο. Γρήγορα όμως επανήλθε, με το νερό που πέταξε πάνω της απ’ τη χαρά του ένα πλεούμενο, χτυπώντας τα κουπιά.
Η γιορτή διήρκησε αρκετό καιρό και παρά τις ανασφάλειες που την περιέκλειαν για το αν η απόφασή της ήταν λογική και σωστή, ένιωθε τέτοιο αγκάλιασμα που την μετέφερε στην κατηγορία πρωτοταξιδευμένου κρουαζιερόπλοιου. Οι μέρες εναλλάσσονταν με τις νύχτες, γεμάτες, δραστήριες και όλα έμοιαζαν ιδανικά. Κάποιες βραδιές μόνο, την ώρα που όλα σιωπούσαν, έβγαινε δειλά πίσω απ’ το φεγγάρι της, ένα μικρό συννεφάκι ενοχής για τους φίλους, που θυμόταν σπάνια πια. Της είχαν σταθεί, την είχαν στηρίξει, όφειλε να τους θυμάται και να τους τιμάει που και που, μα ήταν τόσο περιορισμένος ο χρόνος… έτοιμη η δικαιολογία.
Μια καινούρια μέρα
η καρδιά αποζητά
φύσηξε αγέρα
άνοιξε πανιά,
αγαπημένο τραγούδι που έχει φυλαγμένο κάτω απ’ τη λαγουδέρα της.
Έφτασε και η δική της ώρα. Θα βγει στ’ ανοιχτά για μια καλή ψαριά. Ούριος άνεμος, χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, μόνο τις προβλεπόμενες κατά την περίσταση.
Πρέπει να επιστρέψει τροπαιοφόρος, δεν γίνεται να αποτύχει. Όλοι περιμένουν με αγωνία το εμπόρευμα. Από την ποιότητά του κρίνεται αν είναι άξια της συμπάθειας που της έδειχναν τόσον καιρό. Ήταν τυχερή ή άξια; Γέμισε ψάρια μέχρι τα μπούνια, μπορεί να μην ήταν απ’ τα πιο ακριβά, ήταν όμως πολλά και μεγάλα. Όλες οι βάρκες μαζεύτηκαν με αδημονία στον φάρο και καθώς την είδαν να πλησιάζει χαρούμενη, άνοιξαν πανιά να την καλοδεχτούν. Αλίμονο! Μεγάλη απογοήτευση. Δεν έφερε αυτό που περίμεναν. Δε βαριέσαι. Υπάρχουν πιο άξιες στο λιμάνι! Τους χρωστούσε ευγνωμοσύνη που παρά την «αποτυχία» της, δεν την εξόρισαν.
Είναι απορίας άξιο πόσο εύκολα μπορεί να μεταβληθεί η στάση των γύρω, με μια «αποτυχημένη» ψαριά. Οι βάρκες που τόσον καιρό, ανατάρασσαν για χάρη της τα νερά, τώρα στέκονταν επιδεικτικά δίπλα της να ξεφορτώσουν το εμπόρευμα που εκείνη δεν κατάφερε να προσφέρει και δεν έχαναν την ευκαιρία αν την μειώνουν με κάθε τρόπο. Τα νερά πλέον έμοιαζαν θολά και όλο το λιμάνι περιμετρικά, σκοτείνιασε σαν να θρηνούσε.
Μόνο τα βράδια έβρισκε λίγο απ’ τον χαμένο εαυτό της, με συντροφιά τα αστέρια που, όσο την έβλεπαν μελαγχολική, τόσο έλαμπαν, να της θυμίζουν πως αρκεί να στρέψει κάποιος αλλού το βλέμμα, για να διαπιστώσει πως δεν είναι μόνος.
Εκείνο το πρωινό, πλησίασε έναν γέρο ψαρά που ξέμπλεκε δίχτυα, καθιστός στην άκρη της προβλήτας. Τον πλησίασε δειλά και άρχισε να τον ρωτάει…
«Καλημέρα! Είναι πολύ δύσκολο αυτό που κάνεις;»
«Η δυσκολία κρύβεται πίσω απ’ του καθενός τα μάτια».
«Δεν μπορώ να πω πως κατάλαβα, μάλλον σε ενόχλησα και δείχνεις να έχεις ‘μπλέξει’. Με συγχωρείς, ελπίζω να μην σε επηρέασε κι εσένα το γεγονός ότι δεν είχα καλή ψαριά» και κίνησε να φύγει.
«Για στάσου! Έτσι γυρίζεις εσύ την πλάτη με το παραμικρό; Μην είσαι εσύ που τους αναστάτωσες όλους εδώ;»
«Ναι, μάλλον εγώ είμαι και ειλικρινά λυπάμαι, έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα…»
«Άκου δω, δεν είναι λύση να κατεβάζεις έτσι εύκολα τα πανιά και να σηκώνεις τα κουπιά όταν πιάνει κυματάκι. Θα βουλιάξεις αν αφεθείς έρμαιο της φύσης».
«Ίσως να είναι καλύτερα, μάλλον βάρος είμαι τώρα».
«Γιατί; Επειδή έτσι βολεύει τους άλλους; Λοιπόν, άκου κι έναν γέρο που του ‘χει φάει η αλμύρα τα νιάτα. Η θάλασσα είναι εκεί όσα χρόνια βλέπω τον ήλιο να βασιλεύει και θα είναι και όταν εγώ θα ‘χω φύγει για το μεγάλο ταξίδι. Είναι πάντα έτοιμη για τους τολμηρούς, να δώσει τροφή, βάσανα, διασκέδαση, λύπη… έχουν δει πολλά τα κουρασμένα μου πια μάτια. Δεν θα σε προσκαλέσει από μόνη της, αν όμως τολμήσεις, θα σε εκτιμήσει και μπορεί να κερδίσεις πολλά. Στους δειλούς να ξέρεις, μόνο συμφορές και ατυχία προσφέρει».
«Μα εγώ την εκτιμώ! Τόλμησα και στάθηκα άτυχη».
«Είναι σαν να βλαστημάς!» αγρίεψε ο γέρος, «ατυχία λες τους καρπούς που σου έδωσε απλόχερα; Ξέρεις πόσα στόματα θρέφουν αυτά που έφερες; Και γιατί; Επειδή κάποιοι επιτήδειοι σου πέρασαν αυτό το μήνυμα; Να σε κρίνουν μόνο αυτοί που αξίζουν για κριτές, ή θεωρείς πως αυτοί ήταν ανέκαθεν ‘τυχεροί’ και σωστοί; Η δική τους γνώμη μετράει ή της θάλασσας;»
«Μα μου φέρθηκαν με τέτοια στοργή και ήθελα να την ανταποδώσω».
«Πάντα υπάρχει υστεροβουλία, δεν πλέκει κανείς τους εγκώμια απ’ την καλή του την καρδιά. Μάθε αυτό, όποιος λέει ότι σε αγαπάει και σε εκτιμάει, να το κάνει γι' αυτό που είσαι, όχι γι αυτό που θα ήθελε να είσαι! Δες, εγώ τα δικά σου δίχτυα ξεμπλέκω ώρες τώρα. Μάτωσαν τα χέρια μου μα δεν παραπονιέμαι. Αυτή τη δουλειά ξέρω και κοιτάω να την κάνω διασκεδαστική. Μιλάω με τα πουλιά και τα ψάρια και δεν μου φαίνεται».
«Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω, αλήθεια! Τα λόγια σου είναι βάλσαμο στην ψυχή. Αύριο κιόλας θα ετοιμάσω το ταξίδι για νέα ψαριά. Τολμώ γιατί το θέλω εγώ και η θάλασσα!»
Ένα αχνό χαμόγελο ικανοποίησης φάνηκε πίσω απ’ το παχύ μουστάκι. Δεν έπεσε έξω, αυτή ξεχώριζε…


Χριστίνα Παλαιολόγου
Τα μεγάλα σε έκταση κείμενα δεν μπορούν να διαβαστούν διαδικτυακά. Παραπάνω, μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα.
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας