Έγραψα το Φύλο ασθενές δύο χρόνια πριν. Πρόκειται για δέκα ιστορίες, με γυναίκες πρωταγωνίστριες, που είτε ζουν στην Ελλάδα του σήμερα είτε σε κάποια παλιότερη εποχή.
Όταν με ρωτάνε πώς ξεκίνησε όλο αυτό, το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι οι γυναικοκτονίες και η βία που πνίγει τις γυναίκες. Παρόλο που δεν υπάρχει ιστορία που να καταγράφει κάποια γυναικοκτονία στο βιβλίο και ενώ οι ιστορίες κακοποίησης είναι μόνο δύο από τις δέκα, η βία για μένα δεν μεταφράζεται μόνο σε μώλωπες και αίματα.
Μία από τις κεντρικές ιδέες του βιβλίου είναι η και η βία ως μεταφορά: το να μην αφήνεις έναν άνθρωπο (εδώ, μία γυναίκα) να αποφασίσει ποια θέλει να είναι, εάν θα παντρευτεί και με ποιον, εάν θα ζήσει δείχνοντας την αναπηρία της ή το σώμα χωρίς τα δύο στήθη της, εάν θα αποδεχτεί την έλλειψη συναισθηματισμού στις σχέσεις της, εάν θα πρέπει να φροντίζει και όχι να τη φροντίζουν, να ικανοποιεί και όχι να την ικανοποιούν. Ενέχουν βία όλες αυτές οι περιπτώσεις; Για μένα ναι, από την άποψη ότι το δικαίωμα των γυναικών να ζήσουν με τους δικούς τους όρους, καταπατάται με το σκεπτικό ότι δεν είναι εξίσου σημαντικό. Πατάμε λοιπόν πολύ συχνά τις γυναίκες, γιατί το σύστημα μας λέει ότι ο ρόλος τους είναι (εξ-)υπηρετικός. Οι γυναίκες μαθαίνουν να περνάνε στο προσκήνιο και δεν είναι ποτέ το κυρίως θέμα.
Ο λόγος που αγαπώ τις ηρωίδες του βιβλίου μου είναι ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα που τις χαρακτηρίζει. Είτε ασφυκτιούν είτε όχι, καταβάλλουν κάποια προσπάθεια να απεμπλακούν από τα ζοφερά περιβάλλοντα στα οποία ζουν. Ως συγγραφέας αλλά και ως Μαριάνθη, δεν με ενδιαφέρει το αποτέλεσμα. Αυτό που με απασχολεί και θέλησα να τονίσω είναι ότι προσπάθησαν και αγωνίστηκαν, και άρα είναι όχι μόνο ζωντανές, αλλά και κάθε άλλο, παρά... «φύλο ασθενές».
Παρόλο που έγραψα αυτό το βιβλίο σε μια προσπάθεια να ρίξω τον προβολέα στα κακώς κείμενα του γυναικείου βιώματος, δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξη ως προς το τι μέλλει γενέσθαι. Σίγουρα, οι νέες γενιές είναι περισσότερο ευαισθητοποιημένες και γίνονται βήματα ώστε να υπάρχει (περισσότερη) συμπερίληψη των γυναικών, αλλά και ευαισθητοποίηση ως προς τον σεξισμό και την κακοποίηση που δέχονται. Αν δεν είναι όμως συλλογικό και στέρεο αυτό το βήμα, δεν είμαι καθόλου σίγουρη για την... περπατησιά του.
Ελπίζω το βιβλίο μου να διαβαστεί τόσο από γυναίκες όσο και από άνδρες. Είτε έχουν παρόμοιες εμπειρίες είτε όχι, ελπίζω ότι οι γυναίκες αναγνώστριες θα καταλάβουν τις ηρωίδες και έτσι θα... κάνουν λίγο χώρο σε αντίστοιχες γυναίκες στην πραγματική τους ζωή.
Από τους άνδρες αναγνώστες, ευελπιστώ το ακριβώς ίδιο αποτέλεσμα, μόνο που θα στόχευα και σε λίγο περισσότερη κατανόηση. Κατανόηση για το πώς λειτουργεί μια γυναίκα, λόγω της καταπίεσης που έχει βιώσει.
Αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποια ιστορία, αυτή θα ήταν της Ακυλίνας και της Ειρήνης, γιατί πρόκειται για ιστορίες αγάπης που όμως δεν ευοδώθηκαν. Αν και τις συμπονώ, μου αρέσει που το τέλος των ιστοριών τους είναι αδιέξοδο. Ως συγγραφέας είμαι περήφανη για την ιστορία της Μαίρης, γιατί κάνει χώρο και για τη φωνή ενός άνδρα, που όμως δεν συγκεντρώνει τα τυπικά «αρσενικά» χαρακτηριστικά. Έτσι η ιστορία είναι ίσως πιο ολοκληρωμένη και δίκαιη ως προς την πολυφωνικότητά της.
Απόσπασμα από τη Μαίρη
Η Μαίρη απομακρύνθηκε από το περβάζι και γύρισε στο δωμάτιο της μάνας της. Είχε να σοβατιστεί τρία χρόνια και οι τοίχοι έμοιαζαν με κοιλιές σκουληκιών: ξεφλουδισμένοι και άχρωμοι. Στη γωνία πάνω δεξιά, η μάνα της είχε το εικονοστάστι με όλους τους αγίους, τον Χριστό, την Παναγία και τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο. Κάποτε είχε πει στη Μαίρη ότι είχε γεννήσει ένα αγόρι που το ονόμασε Παύλο. Στα τρία του χρόνια, όμως, πέθανε από σταφυλόκοκκο. Δίπλα στην εικόνα των Αποστόλων, η μητέρα της είχε εναποθέσει τον βαφτιστικό σταυρό του παιδιού. Από κάτω βρισκόταν ένα ράφι με τρία βιβλία όλα κι όλα: η Άννα Καρένινα, Όσα παίρνει ο άνεμος και Περηφάνια και προκατάληψη. Να τα διάβασε άραγε ποτέ ολόκληρα; αναρωτήθηκε η Μαίρη. Ή με τις δουλειές του νοικοκυριού, άνοιγε και διάβαζε μόνο τις εισαγωγές; Η δεύτερη εκδοχή της φάνηκε πιο κοντά στην πραγματικότητα.Της ήρθε να κλάψει, αλλά το κατάπιε, προκαλώντας ένα γιγαντιαίο πρήξιμο στον οισοφάγο της. Πού πήγε η μάνα μου και δεν μου είπε κανείς τίποτα; Αυτή η σκέψη τής ρήμαζε το μυαλό, την έκανε να νιώθει ίδια με το δέντρο που κόντευε να ξεριζωθεί στον κήπο. Έσιαξε τα μαλλιά της για να ανασυγκροτηθεί και πήρε τα ρούχα και τα σεντόνια. Έπρεπε να βάλει πλυντήριο.
Μαριάνθη Τεντζεράκη
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η συλλογή διηγημάτων της Μαριάνθης Τεντζεράκη Φύλο ασθενές κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν.



