1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Μπλε χρώμα σ' αθώα μάτια

Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Αφιερώνεται σ’ όλα τα παιδικά αθώα ματάκια
που διαλέγουν από την πολύχρωμη φαντασία
το χρώμα που τα κάνει ευτυχισμένα

Και βεβαίως στην Αίθρα, τον Πάρι και τη μικρή Κίρρα


Τα παραμύθια είναι η μόνη αλήθεια που πλησιάζει την πραγματικότητα.
Παππούς Νέστωρ


ΜΕΡΟΣ 1ο

Η μαμά η Έρση έβαλε τα γόνατα πάνω στη βαλίτσα για να πιέσει λίγο τα πράγματα που είχε μέσα μήπως και μπορέσει να κλείσει...
Μόλις τα κατάφερε να κουμπώσει και το τελευταίο δόντι του φερμουάρ φώναξε δυνατά, ν’ ακουστεί στο άλλο δωμάτιο:
- Αίθρα, κάντε γρήγορα, θα χάσουμε το τραίνο...
- Εγώ, μαμά, είμαι έτοιμη, τα δυο υπνοπαίδια μου θα πάρω μόνο...
Ο Πάρις αργεί!
Άνοιξε το συρτάρι και πήρε δύο μικρά κουκλάκια, που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να κοιμηθεί αν δεν τα είχε αγκαλιά της.
Ο Πάρις προσπαθούσε να κλείσει την ζακέτα του, αλλά δεν μπορούσε να βρει την αρχή και έβαλε τα κλάματα.
-Αχ! Θα με τρελάνετε εσείς! Έλα εδώ, Πάρι, να σε κουμπώσω εγώ!
Απ’ έξω ακούστηκε η κόρνα του ταξί που έφερε ο μπαμπάς.
-Ελάτε, φεύγουμε... πηγαίνετε εσείς μπροστά για να κλειδώσω την πόρτα...
Εκείνη τη στιγμή ήλθε ο μπαμπάς να βοηθήσει στις βαλίτσες.
-Έλα, Θησέα, πάρε αυτήν τη μεγάλη, τη μικρή, των παιδιών, θα την πάρω εγώ.
Στο δρόμο η κίνηση ήταν μεγάλη και η αγωνία για να προλάβουν το τραίνο είχε μετουσιωθεί σ΄ έναν κρύο ιδρώτα που σκέπαζε το πρόσωπο του Θησέα και της Έρσης... ευτυχώς που είχαν ήδη βγάλει τα εισιτήρια, αλλιώς δεν θα προλάβαιναν, σίγουρα... Μόλις μπόρεσαν και έβαλαν την τελευταία βαλίτσα τους μέσα στο τραίνο αυτό ξεκίνησε.
-Παιδιά, επειδή ταξιδεύετε για πρώτη φορά με το τραίνο, θέλετε να σας πω ορισμένα πράγματα σχετικά με το τι θα δούμε στο ταξίδι; ρώτησε η μαμά.
-Όχι, μαμά, μας τα είπε όλα ο παππούς την περασμένη φορά που είχε έλθει στο σπίτι.
-Δηλαδή, τι σας είπε;
Τα δύο παιδιά κοιτάχτηκαν στα μάτια κι έτριψαν με τα δύο δάκτυλα, τον αντίχειρα και τον δείκτη, τον λοβό του αυτιού τους.
-Δεν μπορούμε να σου πούμε, μαμά, είναι ένα από τα μυστικά μας.
Η μητέρα δεν έδωσε συνέχεια. Μετά από αρκετή ώρα ταξιδιού, παίζοντας και πολυλογώντας, ο Πάρις έσκυψε και είπε στο αυτί της Αίθρας:
-Νυστάζω, θα βάλω το αυτί μου στην πλάτη του καθίσματος για ν’ ακούσω την καρδιά του τραίνου πιο δυνατά, για να με κοιμήσει.
-Κι εγώ θα το κάνω! απάντησε η Αίθρα.
–Θα κάνουμε ό,τι μας είπε ο παππούς!
Έγειραν τα κεφαλάκια τους, ακούμπησαν τ’ αυτιά τους στην πλάτη του καθίσματος και άκουγαν με προσοχή το θόρυβο που έκαναν οι ρόδες πάνω στις σιδερένιες γραμμές. Πράγματι, ο ήχος έχει έναν ρυθμό, έστω και αν δεν είναι πάντα συμμετρικός, είναι σαν μια καρδιά που χτυπάει, τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ...

Τα δυο παιδιά σε λίγη ώρα αποκοιμήθηκαν, έχοντας τα κεφαλάκια τους ακουμπισμένα μεταξύ τους, ενωμένα στους κροτάφους... Ποιος ξέρει τι όνειρο μπορεί να έβλεπαν... Ο μεν Πάρις χαμογελούσε, η δε Αίθρα έτριζε τα δόντια της. Ό,τι και να έβλεπαν, όμως, σταμάτησε εκεί. Η φωνή του ελεγκτή ακούστηκε ... στην αρχή στο βάθος, αδύναμη, όταν όμως έφθασε στο συνειδητό επίπεδο δυνατά και πεντακάθαρα:
- Τα εισιτήριά σας, παρακαλώ!
Τα παιδιά αναδεύτηκαν και άρχισαν να ξυπνούν.
Πρώτη ξύπνησε ολότελα η Αίθρα. Σκούντησε τον Πάρι δυνατά και του είπε:
- Ξύπνα και φέρε τα εισιτήρια, ήλθε ο Ερημίτης της όχθης του Δαφνοπόταμου, ξύπνα!
Η μαμά άνοιξε την τσάντα της και άρχισε να ψάχνει για τα εισιτήρια.
- Θησέα, μήπως τα έχεις εσύ, γιατί εγώ δεν τα βρίσκω...ρώτησε τον μπαμπά των παιδιών.
-Μια στιγμή, κύριε και να μας συγχωρείτε, είπε ο μπαμπάς στον ελεγκτή, ενώ συγχρόνως έψαχνε στις τσέπες του σακακιού του.
–Κάπου εδώ...α! Νάτα, τα βρήκα, ορίστε, άπλωσε το χέρι δίνοντάς τα. Ο ελεγκτής τα κοίταξε καλά κι ετοιμαζόταν να τα επιστρέψει. Την ίδια στιγμή ο Πάρις με τη βοήθεια της Αίθρας σήκωσε το πόδι του και το πάτησε πάνω στο κάθισμα, ανέβασε το παντελόνι του πάνω από την κάλτσα και με αγωνιώδεις κινήσεις, μην τυχόν και δεν προλάβει, έβαλε το χέρι μέσα και έβγαλε ένα πάκο από εισιτήρια λεωφορείων...
-Ορίστε, κύριε, αυτά τα μαζέψαμε εμείς, είπε η Αίθρα, ενώ ο Πάρις είχε αποκτήσει ύφος θριαμβευτή.
-Ω, σας ευχαριστώ πολύ, είπε ο ελεγκτής, χαμογελώντας και ρώτησε:
- Λοιπόν, μου τα χαρίζετε;
-Βεβαίως! απάντησαν συγχρόνως και τα δυο παιδιά.
-Α, ωραία, θα τα βάλω κάτω από το καπέλο μου.
Σήκωσε το καπέλο του, έβαλε μέσα τα εισιτήρια και το ξαναφόρεσε.
- Πρώτη φορά μου δίνουν τόσα εισιτήρια, συνέχισε, θέλοντας να παίξει λίγο με τα παιδιά.
- Μα, τα μαζεύουμε εδώ και δυο βδομάδες, απάντησε η Αίθρα.
- Σας ευχαριστώ ξανά, είμαι υποχρεωμένος... και γυρίζοντας στους εμβρόντητους γονείς τους είπε: -Να σας ζήσουν, είναι υπέροχα πλάσματα... Τώρα, όμως θα φύγω, γιατί πρέπει να δω κι άλλα εισιτήρια. Γεια σας και χάρηκα πάρα πολύ...
Έδωσε το χέρι του στην Αίθρα και τον Πάρι, τους χάιδεψε τα μαγουλάκια και μπήκε στο επόμενο βαγόνι.
-Για ελάτε εσείς οι δυο κοντά μου! Χωρίς να κοιταχτείτε στα μάτια και χωρίς να τρίψετε το αυτί σας να μου πείτε τι σημαίνουν όλα αυτά! είπε η μαμά και έκανε χώρο να καθίσουν τα παιδιά δίπλα της.
-Μην ζορίζεις τα παιδιά, Έρση, άφησέ τα να χαρούν τη διαδρομή... παρακάλεσε ο μπαμπάς.
-Καλά, θα κάνουμε μια συμφωνία: θα μου πείτε εσείς το μυστικό σας και θα σας πω κι εγώ ένα μυστικό που το κρατάω είκοσι πέντε χρόνια, αφού κι εγώ τότε είχα τρίψει το αυτί μου μαζί με τον πατέρα μου, δηλαδή τον παππού σας, συνέχισε η μαμά τους, βλέποντας ότι είχαν σκύψει τα κεφαλάκια τους και δεν είχαν σκοπό να μιλήσουν.
Σήκωσαν τα ματάκια τους και κοίταξαν τον μπαμπά τους, ψάχνοντας για μια σανίδα σωτηρίας.
Εκείνος σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του, σαν να τους έλεγε «να κάνατε ό,τι νομίζετε, εγώ δεν ξέρω τίποτα».
-Θα μας πεις κι εσύ το μυστικό σου, όμως! φώναξε η Αίθρα, προσπαθώντας να βρει μια δικαιολογία να στηριχθεί, γιατί ούτως ή άλλως είδε ότι δεν μπορούσε πια να μην εξηγήσει τι σήμαιναν ολ' αυτά.
-Είπαμε, ναι...
Η Αίθρα έμπλεξε λίγο τα δακτυλάκια της και άρχισε να εξιστορεί:
- Ξέρεις, μαμά, αυτός ο κύριος, στον οποίο δώσαμε τα εισιτήρια είναι ο Φαέθων. Είναι ερημίτης και ζει στη γειτονιά των καστόρων, που είναι φίλοι του. Του έκοψαν, μάλιστα, τα ξύλα για να φτιάξουν το εργαστήριό του, που είναι και σπίτι του, στην όχθη του ποταμού, στον ποταμό τον Δαφνοπόταμο, κάτω από μία μεγάλη δάφνη, που όταν ανθίζει έρχονται οι μέλισσες, παίρνουν τη γύρη και το νέκταρ των ανθών της και φτιάχνουν μόνο βασιλικό πολτό.
Είναι οι προμηθευτές της βασιλικής κηρήθρας, γι’ αυτό και στο κεφάλι τους έχουν ένα ολόχρυσο, μικρό στέμμα. Ο κύριος Φαέθων μαζεύει όσα εισιτήρια βρίσκει, τα βάζει μέσα σ’ ένα μικρό μηχάνημα και γίνονται χαρτοπόλεμος. Μετά, γεμίζει σακούλες και τις πουλά στα μαγαζιά για τις Απόκριες και για τους αποκριάτικους χορούς.
Όσα χρήματα κερδίζει τα δίνει στην Ηλιοστάλακτη, μία πανέμορφη δασοκόρη, που έχει ένα σπίτι φτιαγμένο από χαρουπόδεντρα. Μέσα στα δωμάτιά του βρίσκουν καταφύγιο όλα τα κτυπημένα και πεινασμένα ζωάκια. Ένα από τα δωμάτιά του προορίζεται για τα μικρά που έχασαν τους γονείς τους από τις παγίδες κακών κυνηγών ή μπλέχτηκαν στους ιστούς μιας μεγάλης αράχνης, της Υφαντοπλέκτρας. Αυτή, όσα ζώα πιάνει τα κλειδώνει σε μια μεγάλη κουφάλα πλατανόδεντρου για να της πλέκουν με τους ιστούς της υφαντά υφάσματα για τις Δρυάδες των ποταμών.
Οι Δρυάδες, όμως, δεν το γνωρίζουν. Τους έχει πει ψέμματα ότι τα φτιάχνει μαζί με τις κόρες της. Γι’ αυτό, μάλιστα, θα πάμε με τον παππού στο ποτάμι μήπως βρούμε καμιά και της εξηγήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει για να σώσουμε τα καημένα τα ζωάκια.
-Πολύ καλά τα είπες, Αίθρα, την διέκοψε ο μπαμπάς της.
–Να, πάρε και τα δικά μας για ν’ αρχίσετε πάλι να μαζεύετε... και της έδωσε τα εισιτήρια του τραίνου.
-Ευχαριστώ πολύ! Πάρι, πάρε τα και βαλ’ τα πάλι μέσα στην κάλτσα σου, μην τα χάσουμε! διέταξε η Αίθρα.
Ο Πάρις με σοβαρό ύφος έβαλε τα εισιτήρια ν’ ακουμπήσουν στους αστραγάλους του.
- Μαμά, η σειρά σου! φώναξε η Αίθρα.
-Ναι, βεβαίως, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους...
Λοιπόν, παιδιά, πριν από είκοσι πέντε περίπου χρόνια, όταν ήμουν στην ηλικία της Αίθρας, ταξίδευα με τον παππού σας για να πάμε στο χωριό. Είχα κουραστεί πολύ, γιατί εκείνον τον καιρό τα τραίνα δεν ήταν ωραία και άνετα όπως είναι τώρα. Άρχισα να γκρινιάζω και να μυξοκλαίω. Τότε, ο παππούς με πήρε στα γόνατά του και μου είπε: «Θα σου πω ένα μυστικό, αλλά δεν θα το πεις σε κανέναν. Θα είναι το μυστικό μας». Έξυσε το λοβό του αυτιού του και το ίδιο έκανα κι εγώ, γιατί πάντοτε σε αυτήν την περίπτωση κάναμε αυτήν την κίνηση. Κι άρχισε να μου διηγείται... «Κάποτε, Έρση μου, όχι και τόσο πολύ παλιά ήταν δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Τα σπίτια τους ήταν στην άκρη του ουράνιου τόξου, ανάμεσα σε πολύχρωμα λουλούδια και χιλιάδες ζώα και πουλιά. Κεραυνοί και αστραπές δεν είχαν θέση εκεί, μόνο κελαηδήματα κι όμορφες μυρωδιές. Τα παιδιά κάθε μέρα έκαναν παρέα, πήγαιναν κάτω από τους καταρράκτες και τραγουδούσαν μαζί με τις νερουλίνες. Οι νερουλίνες είναι κάτι μικρά πλασματάκια, που ζουν μέσα στις σταγόνες των νερών του καταρράκτη και χορεύουν με τις αρκούδες, τα ελάφια, τους λύκους κι όποιο ζώο πηγαίνει να πιει νερό. Και το ουράνιο τόξο γέμιζε το δάσος με θεϊκά χρώματα.
»Έτσι όμορφα περνούσαν τον καιρό τους, ώσπου μια μέρα το κακό πνεύμα του δάσους τα ζήλεψε, έπαιξε με τον αυλό του τη μαγική μουσική και αμέσως τα δυο παιδιά έγιναν δυο γραμμές... δυο γραμμές τραίνου, καταδικασμένες να είναι πάντα η μια δίπλα στην άλλη χωρίς ποτέ να μπορούν να ενωθούν, να τραγουδήσουν, να χορέψουν. Μόνον όταν περνά το τραίνο ακούει η μια της άλλης τον κτύπο της καρδιάς, έτσι όπως οι ρόδες αφήνουν το βάρος τους επάνω τους. Μόνη τους συντροφιά το φανάρι της ομίχλης του μικρού σταθμού, που ρίχνει το αμυδρό κίτρινο φως του επάνω τους, σαν να θέλει κάτι να τους πει, κάτι να τους τραγουδήσει... Κι ο ήχος της σιωπής, που κάνουν τα φύλλα που πέφτουν στη γη...»
-Και δεν θα συναντηθούν ποτέ μα ποτέ; ρώτησε βουρκωμένος ο Πάρις.
-Ήθελα να ρωτήσω τον παππού, αλλά εκείνη τη στιγμή είδα έξω από το παράθυρο να πέφτει πολύ χιόνι. Φοβήθηκα μήπως παγώσει η καρδιά τους κι έσκυψα το αυτί μου στην πλάτη του καθίσματος ν’ ακούσω τον κτύπο τους. Κι εκεί με πήρε ο ύπνος.
Αστραπιαία τα δύο μικρά κοίταξαν έξω απ’ το παράθυρο. Οι γραμμές στη βάση τους ήταν γεμάτες χιόνι. Και οι αραιές νιφάδες του χιονιού που έπεφτε άφηναν το ανάλαφρο χνάρι τους στη γη.
Ακούμπησαν τ’ αυτάκια τρομαγμένα στην πλάτη του καθίσματος και στην προσπάθεια ν’ ακούσουν την καρδιά των γραμμών αποκοιμήθηκαν γι άλλη μια φορά σ’ αυτό το ταξίδι.
Ο Θησέας κατέβασε από το ντουλάπι μια κουβέρτα και τα σκέπασε.
Κοίταξε τη γυναίκα του στα μάτια, που ήταν κατακόκκινα.
-Συγκινήθηκες, βλέπω, της είπε απαλά.
-Είναι αλήθεια. Πέρασα πολύ ωραία παιδικά χρόνια δίπλα του, μόνο αγάπη μου έδινε. Και όπως μου έλεγε, όση αγάπη δέχεσαι τόση αγάπη δίνεις. Έχω να δώσω ακόμη πάρα πολλή, νομίζω ότι δεν θα τελειώσει ποτέ...
Του έπιασε τα χέρια και τα χάιδεψε τρυφερά.
-Ό,τι έβλεπε το έκανε παραμύθι, συνέχισε.
-Μια φορά ένα μικρό ξυλάκι είχε πιαστεί στην πέτρα μέσα σ’ ένα βρόχινο ρυάκι. Καθώς έτρεχε το νερό το κτυπούσε στην άκρη και όπως το κουνούσε έδινε την εντύπωση πως ήθελε να πάει στην κατηφόρα. Τότε σταματήσαμε, γονάτισε και μου είπε: «Πρέπει να το ελευθερώσουμε, να πάει στο δεμάτι απ’ όπου το πήραν. Πρέπει να βρει και τα υπόλοιπα αδέλφια του, τους φίλους του». Το έπιασε με τα χέρια του και το άφησε στην ορμή του νερού. «Έλα να σου πω τώρα την ιστορία του», συνέχισε και άρχισε να μου λέει το παραμύθι για το δεμάτι από ξύλα που περίμενε το χαμένο ξυλαράκι. Τέτοιος ήταν και τέτοιος είναι ακόμη.
Επικράτησε σιωπή. Ο πατέρας κοιτούσε έξω, η μαμά έκλεισε τα μάτια στην προσπάθεια να βυθιστεί ακόμη πιο πολύ μέσα στις αναμνήσεις. Σε λίγο κοιμούνταν και οι τέσσερις.
Η μηχανή άρχισε σιγά-σιγά να κόβει ταχύτητα. Λίγο προτού σταματήσει εντελώς το μεγάφωνο ανήγγειλε το σταθμό:
«Ανεμοχώρι... Στάση πέντε λεπτών...»
Ακόμη κι αν δεν είχαν ήδη ξυπνήσει σίγουρα θα τους ξυπνούσε η κοπέλα του τραίνου με το πράσινο καπέλο, η οποία σε κάθε βαγόνι φώναζε δυνατά: «Παρακαλώ, σταθμός Ανεμοχωρίου... όποιος πρόκειται να αποβιβαστεί να ετοιμάζεται...»
-Παιδιά, στον επόμενο σταθμό κατεβαίνουμε, είπε η μαμά κι έστρεψε το βλέμμα έξω από το παράθυρο. –Πω!πω! Αρχίζει ήδη και βραδιάζει!
-Μπαμπά, σε παρακαλώ, για κοίταξε έξω από το απέναντι παράθυρο και πες μας αν ο σταθμός αυτός είναι ευτυχισμένος, ρώτησε ανυπόμονα ο Πάρις.
-Και πώς θα το ξέρω;
-Ο παππούς είπε πως αν αυτοί που έρχονται είναι περισσότεροι από αυτούς που φεύγουν τότε είναι ευτυχισμένος. Μέτρησε σε παρακαλώ πόσοι ανεβαίνουν και πόσοι κατεβαίνουν.
Μετά από προσεκτική παρατήρηση πέντε λεπτών κι ενώ οι πόρτες έκλεισαν και το τραίνο άρχισε σιγά-σιγά να ξεκινά, ο μπαμπάς ανακοίνωσε τα αποτελέσματα:
-Δύο ανέβηκαν και τρεις κατέβηκαν. Ο σταθμός είναι ευτυχισμένος. Κατέβηκαν μία γυναίκα και δυο παιδιά και ανέβηκαν δύο μουσικοί με ακορντεόν και βιολί, συνέχισε ο πατέρας.
-Ένας ψηλός με παντελόνι πάνω από τον αστράγαλο και ένας κοντός με φαρδύ σακάκι; ρώτησε η Αίθρα.
-Νομίζω πως ναι, απάντησε ο πατέρας.
Αμέσως η Αίθρα γύρισε στον Πάρι.
-Πάρι! φώναξε...
-Πάρι, το κλειδί, έρχονται!
Ο Πάρις έψαξε πίσω και μπροστά από το λαιμό του, βάζοντας το χέρι του μέσα από την μπλούζα του. Έπιασε το κορδόνι απ’ όπου είχε κρεμασμένο ένα μικρό κλειδί, το έβγαλε από το κεφάλι του και το έδωσε υπάκουα στην αδελφή του.
Εκείνη την ώρα οι οργανοπαίκτες πλησίασαν το βαγόνι τους. Ένας αδύνατος ψηλός με παντελόνι κόκκινο, μέχρι τους αστραγάλους, ένα κόκκινο φθαρμένο, αλλά πεντακάθαρο σακάκι, ψηλό λαιμό και άσπρα μουστάκια και γένια, στο κεφάλι ένα τρύπιο, κόκκινο καπέλο και στο χέρι ένα παμπάλαιο βιολί με μαδημένο δοξάρι. Ο άλλος κρατούσε ένα παλιό ακορντεόν, ήταν κοντός, χοντρός, με φαρδύ παντελόνι, μακρύ, που του σκέπαζε τα πράσινα τρύπια παπούτσια.
Φορούσε κι ένα πράσινο σακάκι, μπαλωμένο στους αγκώνες και στο κεφάλι του είχε τοποθετήσει ένα καπέλο τόσο φαρδύ, που του σκέπαζε τα μεγάλα αυτιά. Κάθισαν ο ένας δίπλα στον άλλο και άρχισαν να παίζουν χριστουγεννιάτικες μελωδίες. Όταν τελείωσαν υποκλίθηκαν και ευχήθηκαν χρόνια καλά-χρόνια πολλά. Η Αίθρα σηκώθηκε σαν αστραπή, πέρασε πάνω από τη μαμά της κι έφθασε μπροστά στους οργανοπαίκτες. Έβγαλε από την τσέπη της ένα μικρό μπαουλάκι -από παιχνίδι ήταν- και το έδωσε στον ψηλό με το βιολί, ταυτόχρονα δε του έδινε και το κορδόνι με το κλειδί.
-Ορίστε, τους είπε... Τα μαζεύαμε για σας. Είναι δικά σας. Είναι γεμάτο χρήματα.
Εκείνοι κοντοστάθηκαν και κοίταξαν τη μαμά και τον μπαμπά, που είχαν μείνει με το στόμα ανοικτό και τα μάτια ορθάνοικτα κι ακίνητα.
Περίμεναν μια επιβεβαίωση. Ο μπαμπάς συνήλθε πρώτος και τους κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
-Ευχαριστούμε, μικρή μου, σας ευχαριστούμε όλους. Καλά σας Χριστούγεννα.
Και προχώρησαν στο επόμενο βαγόνι.
Τα παιδιά κοίταζαν ευτυχισμένα το ένα το άλλο. Την αμηχανία την ξεπέρασε πρώτος ο πατέρας.
-Εγώ, παιδιά, δεν έχω μυστικό ν΄ ανταλλάξω με τα δικά σας, για να τρίψω το λοβό του αυτιού μου. Δεν θα μου πείτε τι συμβαίνει, ώστε να έχω κι εγώ ένα μυστικό μαζί σας;
- Θα σου πω εγώ, μπαμπά, απάντησε ο Πάρις.
-Αυτοί οι δυο οι μουσικοί είναι οι Μαέστροι των Τρύπιων Βαρελιών. Είναι από τη χώρα των παραμυθιών, τη χώρα της Τρύπιας Βαρέλας.
-Είναι, δηλαδή, ήρωες των παραμυθιών;
-Ναι, είναι φίλοι του παππού του Νέστορα.
-Θέλετε να τους βοηθήσουμε ακόμη πιο πολύ; ρώτησε ο μπαμπάς
-Ναιαιαιαι! Θέλουμε! φώναξαν με μια φωνή τα παιδιά.
-Ελάτε μαζί μου! Τα έπιασε από το χέρι κι άρχισαν να τρέχουν στο διάδρομο του τραίνου, σπρώχνοντας και σκουντώντας πάνω στη βιασύνη τους όποιον τους έκλεινε το δρόμο.
-Περιμένετε, πού πάτε; φώναξε η μαμά, αλλά φυσικά εκείνη την ώρα κανείς δεν την άκουσε . Ένας χοντρός κύριος με τιράντες να του συγκρατούν το παντελόνι βρέθηκε στο δρόμο των παιδιών και του μπαμπά τους που έτρεχαν. Και καθώς τον στρίμωξαν λιγάκι για να περάσουν απ’ την πόρτα του έσπασαν τις τιράντες και του έπεσε το παντελόνι. Δεν πρόλαβε να το συγκρατήσει, γιατί στα χέρια του βαστούσε σουβλάκια και δεν ήθελε να τ’ αφήσει.
Πρόφτασαν τους μαέστρους ένα βαγόνι πιο μπροστά και σταμάτησαν λαχανιασμένοι μπροστά τους.
-Θέλετε να σας βοηθήσουμε να πάρετε μεγάλο χριστουγεννιάτικο δώρο; ρώτησε ο μπαμπάς.
Οι δυο οργανοπαίκτες σάστισαν. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλον χωρίς να μιλούν.
-Έχετε μαζέψει καθόλου χρήματα; ξαναρώτησε ο πατέρας.
-Όχι, απάντησε ο ψηλός, τα μόνα που μαζέψαμε είναι αυτά που μας έδωσαν τα υπέροχα παιδιά σας. Οι περισσότεροι κοιμούνται και οι υπόλοιποι δεν μας έχουν δώσει τίποτα.
-Θέλετε να μαζέψετε πολλά, να κάνετε καλά Χριστούγεννα με τις οικογένειές σας;


Γιώργος Αναγνωστόπουλος
Τα μεγάλα σε έκταση έργα είναι δύσκολο να αναγνωστούν διαδικτυακά. Παραπάνω, μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα -το πρώτο μέρος.
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας