Αγαπώ τον κινηματογράφο και ειδικά τις παλιές ταινίες. Κι όταν λέω «παλιές» αναφέρομαι στις πρώτες ταινίες, δηλαδή σε εκείνες του βωβού, από τις οποίες, βέβαια, δεν έλειπε μόνο ο ήχος αλλά και το χρώμα.
Προφανώς και αφορούν κάθε φίλο της μεγάλης οθόνης όπως και κάθε δημιουργό –συγγραφέα, σκηνοθέτη κ.λπ.– με αντικείμενο που σχετίζεται με το σινεμά. Η ιστορία του κινηματογράφου, της έβδομης τέχνης, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης εποχής και έχει μεγάλο και ειδικό ενδιαφέρον – μεγαλύτερο από εκείνο της φωτογραφίας, κατά τη γνώμη μου, αφού ο κινηματογράφος, ως μέσο, είναι πιο περίπλοκος.
Τις βλέπω με μανία τα τελευταία χρόνια, χωρίς εξαιρέσεις, και μελετώ την εξέλιξη αυτής της τέχνης ενώ σημειώνω τις τάσεις και τις ματιές του εκάστοτε δημιουργού ή τις μανιέρες που συναντώ...
Δύο αξιολογότατες περιπτώσεις αφορούν δύο από τις ταινίες του Fritz Lang: Οι ιππότες της ομίχλης και Η εκδίκηση της Κρίμχιλντ. Πρόκειται για μυθολογικό έπος μεγάλης διάρκειας (η δεύτερη ταινία είναι η συνέχεια της πρώτης), με υπέροχα κοστούμια, μουσική και εφέ (στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που προσέφεραν οι συνθήκες της εποχής) και ενδιαφέρουσα πλοκή.
Ο δημιουργός των ταινιών The woman in the window και Scarlet street (δύο αισθηματικές νουάρ ταινίες που σχετίζονται αν και αυτόνομες) και ένας από τους πιο αγαπημένους μου σκηνοθέτες, αρκετά χρόνια πριν –το 1924–, ο Lang εξερευνούσε τους γερμανικούς μύθους φτιάχνοντας αυτές τις δύο ταινίες με διαφορά δύο μηνών (χρόνος ρεκόρ για τα δεδομένα της εποχής και συνδυαστικά με τη μεγάλη διάρκεια που έχουν αυτά τα φιλμ).
Στους Ιππότες της ομίχλης (η γράφουσα δεν γνωρίζει γιατί μεταφράστηκε έτσι· ο πρωτότυπος τίτλος είναι Die Nibelungen: Siegfried ή σκέτο Siegfried) ο νεαρός Ζίγκφριδ (ή Ζίγκφριντ) μαθαίνει την τέχνη του σιδερά στο εργαστήριο του σιδηρουργού Mime όπου και καταφέρνει να φτιάξει ένα μοναδικό σπαθί ξεπερνώντας ακόμα και τον δάσκαλό του και προκαλώντας τη ζηλοφθονία του. Όταν ακούει για την πεντάμορφη Κρίμχιλντ, την αδελφή του βασιλιά της Βουργουνδίας, κι αποφασίζει να ταξιδέψει εκεί και να τη ζητήσει σε γάμο, ο ζηλόφθων σιδεράς τού λέει τάχα τον δρόμο προς τη Βορμς, όπου βρίσκεται το κάστρο/παλάτι, ενώ στην πραγματικότητα τον στέλνει στα νύχια ενός δράκου. Μα ο Ζίγκφριδ με το σπαθί του, όχι μόνο καταφέρνει να σκοτώσει τον δράκο αλλά, παράλληλα, μαθαίνει πως άμα λουστεί με το αίμα του θα γίνει άτρωτος! Ένα φύλλο δέντρου, που κολλά πάνω του την ώρα που κάνει μπάνιο στο αίμα του δράκου, γίνεται η αιτία να αποκτήσει το μοναδικό τρωτό σημείο στο σώμα του –μόνο εκεί θα μπορούν να τον διαπεράσουν τα βέλη– όμως όταν νικάει τον Άλμπεριχ, παρακάτω, κερδίζει ένα μαγικό ύφασμα που τον κάνει αόρατο ή του δίνει όποια μορφή θέλει αλλά και έναν θησαυρό που τον κάνει πλούσιο. Με αυτά τα εφόδια (πλούτος, μαγικό ιμάτιο, φόνος δράκου αλλά και γενναιότητα) είναι σε θέση να υποτάξει βασίλεια...
Όλα αυτά, όμως, είναι μόνο η αρχή, καθώς μετά μεταφερόμαστε στη Βορμς όπου γνωρίζουμε την όμορφη πριγκίπισσα, τον βασιλιά Γκίντερ, τον περίγυρο και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διαδραματιστούν τα γεγονότα της ιστορίας. Εν τάχει, ο βασιλιάς θα δεχτεί τον ήρωα Ζίγκφριδ όμως για να του δώσει την αδερφή του θα του ζητήσει μία χάρη και συγκεκριμένα να τον βοηθήσει να κερδίσει την καρδιά μιας γυναίκας που τον έχει γοητεύσει. Βλέπετε, ο ίδιος δεν έχει πολεμικές αρετές ενώ η γυναίκα, που έχει ερωτευθεί, θα δεχτεί ως άντρα της μόνο όποιον την κερδίσει σε αγωνίσματα που χρειάζονται δύναμη, τεχνική κ.ο.κ. Ο Ζίγκφριδ θα νικήσει τη Μπρουνχίλντε ως Γκίντερ κι έτσι θα πραγματοποιηθούν και οι δύο γάμοι.
Το έπος θα τελείωνε εδώ με αυτό το χάπι-εντ, όμως η Μπρουνχίλντε παραμένει μία ατίθαση κι άγρια γυναίκα που ο Γκίντερ δεν μπορεί να τιθασεύσει κι έτσι εξακολουθεί να έχει την ανάγκη του ήρωα. Όταν εκείνη ανακαλύπτει την απάτη τους θα πάρει την εκδίκησή της και θα σκοτώσει με υπουλία τον Ζίγκφριδ. Η Κρίμχιλντ τότε θα ορκιστεί τη δική της εκδίκηση για τον χαμό του.
Από αυτό το σημείο ξεκινά η δεύτερη ταινία Die Nibelungen: Kriemhilds Rache όπου η Κρίμχιλντ εγκαταλείπει το παλάτι για μια νέα ζωή δίπλα στον βάρβαρο βασιλιά Έτσελ χωρίς ποτέ να ξεχάσει το μίσος της για τον δολοφόνο του Ζίγκφριδ.
Έτσι, όταν φέρνει στον κόσμο το πρώτο της παιδί, τον διάδοχο του βασιλιά Έτσελ, θα του ζητήσει να αναγγείλει το γεγονός προσκαλώντας και τον Γκίντερ στη γιορτή προς τιμή του γιου τους. Ο Γκίντερ δέχεται την πρόσκληση και καταφθάνει μαζί με άλλους ακόλουθους, συγγενείς, ευγενείς και στρατιώτες, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Χάγκεν, ο φονιάς του Ζίγκφριδ.
Από αυτό το σημείο και μετά ξεκινά ένα λουτρό αίματος με την Κρίμχιλντ, αφού ο σύζυγός της έχει απορρίψει την επιθυμία της να τελειώσει τον φονιά, να τάζει δώρα σε όποιον σκοτώσει τον Χάγκεν, τους Βουργουνδούς να εμφανίζονται στο δείπνο αρματωμένοι, πάνοπλοι, καθώς υποψιάζονται το παρασκήνιο, τους Ούνους να τραβούν μαχαίρια σκοτώνοντας Βουργουνδούς στρατιώτες, η είδηση να εκτροχιάζει τη γιορτή και οι Βουργουνδοί, αμυνόμενοι, ν' αρπάζουν και να σκοτώνουν το βρέφος.
Στη μάχη που ακολουθεί καταφέρνουν να ταμπουρωθούν μέσα στην αίθουσα ζητώντας να τους αφήσουν να φύγουν αλλά για την Κρίμχιλντ μόνο αν παραδοθεί ο Χάγκεν μπορεί να συμβεί αυτό. Έτσι οι Ούνοι πολιορκούν το κτήριο, του βάζουν φωτιά και η πολύνεκρη μάχη οδηγείται σε ολοκληρωτική καταστροφή.
Πρόκειται για αξιοπρόσεκτη δουλειά που μόνο ως υπερπαραγωγή μπορεί να χαρακτηριστεί (εξωτερικά τοπία, κτήρια, κοστούμια, πλήθος κομπάρσων, ειδικές κατασκευές κ.ο.κ.) αλλά και ως ένα εξαίσιο παράδειγμα υλοποίησης κάποιων εφέ που στην εποχή τους θεωρούνταν πολύ δύσκολα ή και αδύνατα.



