1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Το Πάσχα της Ραλλούς

Ελισσάβετ Πετρά

Γεια σας. Με λένε Ραλλού, πάω Τετάρτη δημοτικού και περιμένω πως και πως να έρθει το Πάσχα. Μου έχει υποσχεθεί η μητέρα μου ότι θα πάμε λίγες μέρες στο χωριό μας και αυτή τη χρονιά. Περνάω πάντα τόσο όμορφα εκεί! Λίγο η γειτονιά, λίγο η εκκλησία με τη μεγάλη αυλή, λίγο το παιχνίδι με τα υπόλοιπα παιδιά, με κάνουν να νιώθω πιο ελεύθερη και πιο δραστήρια. Κάθε Πάσχα πηγαίνουμε στο χωριό. Δεν πάμε με το που κλείσουν τα σχολεία, επειδή ο μπαμπάς πρέπει να δουλεύει μέχρι και τη Μεγάλη Τρίτη, αλλά τη Μεγάλη Τετάρτη είμαστε εκεί.
Σκέφτομαι πώς περνούσαμε την κάθε μέρα ξεχωριστά και ταξιδεύω στο χωριό και τις όμορφες στιγμές. Κάθε μέρα ήταν μοναδική! Τη Μ. Δευτέρα και τη Μ. Τρίτη καθόμασταν με τη μαμά σπίτι και διαβάζαμε ιστορίες για το Πάσχα και την Ανάσταση, και τελειώναμε τις χειροτεχνίες που είχαμε ξεκινήσει από πριν. Ζωγραφίζαμε ψεύτικα αβγά, από φελιζόλ, με πολλά χρώματα και φτιάχναμε κοτοπουλάκια και κουνελάκια. Μάλιστα, ό,τι φτιάχναμε το παίρναμε μαζί να το στολίσουμε στο σπίτι στο χωριό.
Μ. Τετάρτη πάντα ξεκινούσαμε και, φτάνοντας, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να ξεφορτώσουμε το αμάξι. Έπειτα πιάναμε τις σκούπες και τα ξεσκονόπανα να ασχοληθούμε με την καθαριότητα, τακτοποιούσαμε και κάναμε τα ψώνια. Η μαμά έφτιαχνε τις βαλίτσες και καθάριζε το σπίτι και εγώ με τον μπαμπά πηγαίναμε στην αγορά να προμηθευτούμε τα απαραίτητα για τις μέρες που θα μέναμε στο χωριό. Το απόγευμα της ίδιας μέρας φτιάχναμε τα μοσχομυριστά τσουρέκια. Η μαμά πάντα με άφηνε να παίξω με τη ζύμη και να φτιάξω τσουρεκάκια σε σχήματα σαλιγκαριού, σκουληκιού και λουλουδιού.
Μάλιστα κάθε φορά έφτιαχνε πάντα και ένα νηστίσιμο τσουρέκι γιατί τα άλλα τα φυλούσε να τα φάμε το Μ. Σάββατο. Όχι αβγά και κρέας τη Μ. εβδομάδα, έλεγε!
Η Μ. Πέμπτη ήταν η αγαπημένη μου μέρα. Ήταν η μέρα που φτιάχναμε τα πασχαλινά αβγά. Της μαμάς γενικά της αρέσουν τα κατακόκκινα αβγά, αλλά πάντα με αφήνει να διαλέξω τι χρώμα θέλω εγώ τα δικά μου. Πέρυσι ήθελα κίτρινα αβγά και έτσι είχαμε κόκκινα και κίτρινα στο τραπέζι μας. Φέτος δεν ξέρω, δεν έχω αποφασίσει ακόμα ποιο χρώμα θα συνοδεύει το κόκκινο. Το απόγευμα της ίδιας μέρας πηγαίναμε στην εκκλησία και εκεί συναντούσα πολλά παιδιά της ηλικίας μου. Παίζαμε, μιλούσαμε και γελούσαμε, πάντα στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας και πάντα χαμηλόφωνα, προσπαθώντας να προλάβουμε τα σσσςςς των «μεγάλων» και κυρίως των ηλικιωμένων κυριών, οι οποίες κρατώντας στα χέρια τους τη σύνοψη, το βιβλιαράκι της εκκλησίας, δεν ήθελαν να παραλείψουν κάποιο από τα λόγια του παπά.
Τη Μ. Παρασκευή παίρναμε το αμάξι και πηγαίναμε να θαυμάσουμε το πόσο περίτεχνα είχαν στολίσει τους Επιτάφιους σε κάθε εκκλησία. Όλοι ήταν ευωδιαστοί, πολύχρωμοι και επιβλητικοί. Μου άρεσε πάντα να περνάω από κάτω τους. Σε κάθε εκκλησία οι γονείς μου άναβαν ένα κεράκι, προσκυνούσαν και έπειτα συνεχίζαμε για την επόμενη εκκλησία. Το μεσημέρι όταν γυρνούσαμε σπίτι, η μαμά είχε το πιο νόστιμο φαΐ… Μακαρόνια με έτοιμη σάλτσα. Όχι λάδι σήμερα έλεγε! Και για σαλάτα τρώγαμε παντζάρια βραστά με ξίδι και αλάτι και φυσικά υπήρχε αγγουροντομάτα για όποιον ήθελε.
Και έπειτα ερχόταν το Μ. Σάββατο. Το πρωί οι γονείς μου έλεγαν συγγνώμη ο ένας στον άλλον για τις φωνές και τις εντάσεις που ενίοτε υπήρχαν και ύστερα αγκαλιάζονταν, και αμέσως έτρεχα να χωθώ κι εγώ στην αγκαλιά τους! Έπειτα πηγαίναμε στην εκκλησία, κοινωνούσαμε και γυρνούσαμε σπίτι για πρωινό. Γάλα, τσουρέκι και πασχαλινά κουλουράκια μαζί με μέλι, μαρμελάδα και πραλίνα φουντουκιού. Απλά υπέροχο! Έπειτα έβλεπα τηλεόραση, για να περάσει λίγη ώρα μέχρι να έρθει η ώρα να βγω για παιχνίδι με τα άλλα παιδιά. Δεν παίζαμε μόνο, αλλά καθόμασταν και στα σκαλάκια και συζητούσαμε για διάφορα θέματα. Τι κάνουμε στο σχολείο, τι εξωσχολικές δραστηριότητες έχουμε, πού πάμε βόλτα και διάφορα άλλα παρόμοια θέματα. Μα κυρίως λέγαμε τι λαμπάδα θα κρατάει ο καθένας μας το βράδυ και τι ρούχα θα φοράει. Πέρυσι οι νονοί μου, ο Σταύρος και η Χριστίνα, μου έφεραν μια υπέροχη λαμπάδα με μια μπαλαρίνα πάνω. Ήξεραν άλλωστε ότι πάω μπαλέτο και ότι το λατρεύω. Και η σχολική μου τσάντα να φανταστείτε έχει σχέδιο μια μπαλαρίνα. Το καλό φόρεμά μου για το βράδυ της Ανάστασης ήταν γαλάζιο με άσπρες λεπτομέρειες και άσπρα παπούτσια. Φέτος οι νονοί μου μου έφεραν μια πανέμορφη λαμπάδα με μια πριγκίπισσα, ένα άσπρο φόρεμα και ροζ παπούτσια. Πραγματικά περιμένω με ανυπομονησία να τα φορέσω και να πάω στην εκκλησία. Θα είμαι στ’ αλήθεια κι εγώ μια αληθινή πριγκίπισσα και αν χορέψω κιόλας μια μπαλαρίνα!
Το βράδυ της Ανάστασης η μαμά μου πάντα μου έπιανε τα μαλλιά, γιατί φοβόταν μήπως η λαμπάδα γύρει και μου τα κάψει. Στις αναμνήσεις του Μ. Σαββάτου δεν θα μπορούσαν να ξεχάσω το βράδυ στην εκκλησία. Έχοντας λάβει το Άγιο Φως περιμέναμε να πει ο παπάς το Χριστός Ανέστη, καθώς τότε ήταν που ξεκινούσαν τα πυροτεχνήματα, τα φαναράκια στον ουρανό και οι αγκαλιές και τα φιλιά με τη μαμά και τον μπαμπά, καθώς και το τσούγκρισμα των αβγών. Φυσικά είναι και τα βεγγαλικά αλλά αυτά δεν μου αρέσουν καθόλου, με τρομάζουν κάθε φορά. Είναι και ένας από τους δύο λόγους που πάντα φεύγουμε νωρίτερα. Ο άλλος λόγος είναι γιατί δεν βλέπουμε την ώρα να πάμε σπίτι για να φάμε μαγειρίτσα και τυροπιτάκια με φέτα και μυρωδικά.
Και επιτέλους μετά ερχόταν η Κυριακή του Πάσχα, η μέρα που όλος ο κόσμος είναι έξω, γιορτάζει και χαίρεται την Ανάσταση του Χριστού! Αυτή τη μέρα οι περισσότεροι καθιστοί σουβλίζουν το αρνί, άλλοι που δεν τους αρέσει, επιλέγουν να ψήσουν άλλα κρέατα και άλλοι που δεν επιθυμούν το κρέας καθόλου βγαίνουν έξω μόνο και μόνο για τη συζήτηση και την παρέα. Φυσικά κάθε φορά εγώ έβγαινα για να παίξω με τα άλλα παιδιά μπάλα, κρυφτό και στη συνέχεια κομμωτήριο με τα υπόλοιπα κορίτσια και παιχνίδι με τις κούκλες μας. Κάναμε ότι μαγειρεύουμε κιόλας και δίναμε στους μεγάλους να δοκιμάσουν τις "φανταστικές" δημιουργίες μας. Την ώρα του μεσημεριανού φαγητού ήμαστε όλοι μαζεμένοι στο ίδιο τραπέζι. Ήταν η πιο ωραία ώρα, ήταν η ώρα που μιλούσαμε, γελούσαμε, που τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αβγά, που τρώγαμε σοκολατένια αβγά, που τραγουδούσαμε και χορεύαμε.
Όλα όσα σας είπα ανυπομονώ να τα κάνουμε και φέτος, όπως μου έχει υποσχεθεί η μαμά μου. Σήμερα, Μ. Τετάρτη, τα έχουμε ετοιμάσει όλα και ο μπαμπάς ανεβοκατεβαίνει για να φορτώσει όλα τα πράγματα στο αμάξι.
-Αργύρη! Φώναξε η μαμά. Γρήγορα έλα σε παρακαλώ! Δεν μπορώ πονάω πολύ!
-Τι έγινε μαμά; Μη φοβάσαι Ραλλού μου απλά πονάει η κοιλιά μου, αλλά θα έρθει τώρα ο μπαμπάς να πάμε στον γιατρό.
-Δεν σε έχω ξαναδεί έτσι μαμά, τι έχεις;
-Μη φοβάσαι μωρό μου, όλα καλά είναι.
-Ραλλού βάλε παπούτσια και μπουφάν να πάμε λίγο στη θεία σου, για να πάω τη μαμά στον γιατρό. Και μη φοβάσαι μωρό μου, θα γίνει καλά! Θα της δώσουν φάρμακο και θα της περάσει.
Λίγη ώρα μετά, φτάσαμε στη θεία μου την Έρη. Οι γονείς μου έφυγαν κατευθείαν για το νοσοκομείο. Περνάω πάντα ωραία στη θεία μου, αλλά σήμερα είναι διαφορετικά. Σήμερα η σκέψη μου είναι στη μαμά. Εκείνη όμως προσπάθησε να με βοηθήσει, βάζοντάς μου να δω το αγαπημένο μου παιδικό. Πέρασε μια ώρα περίπου αλλά δεν μπορούσα να περιμένω άλλο.
-Θεία πάρε τηλέφωνο τον μπαμπά να δούμε τι γίνεται με τη μαμά.
Η θεία μου τηλεφώνησε και δυστυχώς έμαθε ότι η μαμά είχε σκωληκοειδίτιδα και ότι έπρεπε να χειρουργηθεί αμέσως. Λυπήθηκα τόσο πολύ, κυρίως για εκείνη, δεν ήθελα να πονάει ή να πάθει κάτι. Έπειτα, ήθελα να πάω τόσο πολύ μαζί της στο χωριό και να περάσουμε για άλλη μια φορά αξέχαστα. Τώρα όμως όσο και να με λυπεί αυτό θέλω μόνο να γίνει καλά η μαμά μου.
Μετά από λίγες ώρες ήρθε ο μπαμπάς να πάρει κάποια ρούχα και πράγματα που θα χρειαζόταν η μητέρα μου στο νοσοκομείο. Με βρήκε θλιμμένη να παίζω στο δωμάτιο της ξαδέρφης μου που έλειπε. Εκείνος ήρθε και με πήρε στην αγκαλιά του και μου είπε ότι η μαμά είναι καλά, ότι τη φροντίζουν οι γιατροί και ότι θα μπορούσα να της μιλήσω αύριο. Έπειτα, μου είπε ότι θα έπρεπε να μείνω με τη θεία για λίγες ώρες ακόμα και ότι εκείνος θα ερχόταν νωρίς το βράδυ να κάτσουμε μαζί. Και έπειτα συνέχισε: «Το ξέρεις ότι δεν μπορούμε να πάμε στο χωριό, έτσι Ραλλού μου;» Κατέβασα το κεφάλι. «Ναι το ξέρω», του είπα και συνέχισα να κάνω ότι παίζω. Και τώρα τι; Πώς θα κάνουμε εδώ Πάσχα; Πάσχα στην πόλη γίνεται; Πάσχα χωρίς τη μαμά γίνεται;» Άρχισα να σκέφτομαι τις μέρες στο χωριό και ό,τι κάναμε εκεί, τα παιδιά, την εκκλησία, τα μαγειρέματα και γενικά όλα τα έθιμα, όλα όσα κάναμε κάθε μέρα.
Και τότε τις σκέψεις μου αυτές κάλυψαν γρήγορα, θα έλεγα, οι στιγμές που είχα περάσει με τη μαμά όχι μόνο στο χωριό αλλά και πριν πάμε εκεί. Αυτές οι στιγμές με τις χειροτεχνίες, τις δραστηριότητες, το παιχνίδι στο σπίτι, τις ετοιμασίες, τα γέλια με τη μαμά και κατάλαβα ότι αυτές οι στιγμές ήταν που με έκαναν να αισθάνομαι χαρούμενη, γεμάτη, αισιόδοξη. Και ότι τίποτα από αυτά μόνα τους δεν είχε αξία χωρίς τη μαμά. Τότε μου ήρθε μια ιδέα!
Το βράδυ στο σπίτι λίγο πριν κοιμηθώ, πήγα στο δωμάτιό μου και άρχισα να ψάχνω στα υλικά χειροτεχνίας, τον πηλό μου και τα αβγά από αφρολέξ. Έφτιαξα γρήγορα ένα τσουρεκάκι από πηλό, το έβαψα και το έβγαλα έξω στο μπαλκόνι να στεγνώσει. Μετά πήρα τα αβγά χειροτεχνίας και τα έβαψα με κόκκινη τέμπερα. Ένα από αυτά το έκανα μπλε. Τα άφησα όλο το βράδυ να στεγνώσουν και ετοίμασα ένα σημείωμα: «Τσουρέκι για τη Μ. Τετάρτη και αβγά για σήμερα Μ. Πέμπτη. Εύχομαι να γίνεις γρήγορα καλά μαμά! Σε αγαπώ!»
Το επόμενο πρωί σηκώθηκα πολύ νωρίς. Ο μπαμπάς μου έπλενε τα δόντια του και ετοιμαζόταν να πάει στο νοσοκομείο. Ήταν και η θεία μου σπίτι. Μαγείρευε και ετοίμαζε τις βαφές για να βάψουμε τα αβγά. Μου το είχε υποσχεθεί άλλωστε. Πήγα στον πατέρα μου.
«Καλημέρα! Γιατί ξύπνησες τόσο πρωί Ραλλού μου;»
«Καλημέρα, θέλω να πας αυτά στη μαμά και να της πεις να με πάρει τηλέφωνο».
«Είμαι σίγουρος θα χαρεί πολύ», είπε και χαμογέλασε. Αφού με αγκάλιασε και με φίλησε έφυγε. Νωρίς το μεσημέρι πήρε τηλέφωνο η μαμά.
«Έλα κοριτσάκι μου γλυκό, είμαι καλά! Μην ανησυχείς και μη στενοχωριέσαι! Συγγνώμη που χάλασα τις διακοπές μας, αλλά δεν το ήθελα κούκλα μου. Έτυχε…»
«Μη στενοχωριέσαι μαμά. Είμαι καλά! Σου άρεσαν αυτά που σου έφερε ο μπαμπάς;»
«Πάρα πολύ κορίτσι μου! Με ταξίδεψαν στο χωριό και κυρίως με ταξίδεψαν στις όμορφες στιγμές μας! Ανυπομονώ να γίνω καλά και να φτιάξουμε νέες κατασκευές. Σε αγαπάω πολύ μωρό μου! Θα έρθω σπίτι το Μ. Σάββατο. Θα μιλήσουμε και πιο μετά. Να περάσεις ωραία σήμερα!»
Και πράγματι μιλήσαμε και το απόγευμα και όλη την άλλη μέρα μιλούσαμε.
Της έλεγα τα όνειρα που έβλεπα, τις σκέψεις που έκανα και πώς περνούσα τη μέρα μου. Αλλά δεν της έλεγα τι είχαμε συζητήσει με τον μπαμπά και τι σκοπεύαμε να της ετοιμάσουμε. Ήταν έκπληξη άλλωστε!
Ξημέρωσε Μ. Σάββατο και ο μπαμπάς ήταν από νωρίς στο νοσοκομείο γιατί επιτέλους σήμερα θα ερχόταν η μαμά! Ανυπομονούσα! Το σπίτι ήταν έτοιμο να την υποδεχτεί! Καθαρό και γιορτινό! Εγώ είχα φτιάξει μια ζωγραφιά
«Καλώς ήρθες μαμά» και ο μπαμπάς είχε φτιάξει το σπίτι να είναι συγυρισμένο και καθαρό. Βοήθησα κι εγώ φυσικά! Στην τραπεζαρία υπήρχαν αβγά, κόκκινα, μπλε και σοκολατένια, τσουρέκια νηστίσιμα και μη. Η θεία μου είχε φέρει από όλα τα καλά! Το σπίτι μοσχομύριζε. Μάλιστα μας είχε φτιάξει και μαγειρίτσα για να τη φάμε το βραδάκι, για να μη μαγειρεύει η μαμά και κουραστεί.
Και επιτέλους ήρθε η ώρα! Άκουσα τα κλειδιά και αμέσως έτρεξα προς την πόρτα. Μαμά ήρθες! Έτρεξα και την αγκάλιασα προσεκτικά. Το χαμόγελό της ήταν τόσο γλυκό και πόσο χαιρόταν και εκείνη που με έβλεπε! Με κράτησε στην αγκαλιά της και με γέμισε φιλιά. Μετά γύρισε προς την αδερφή της και την ευχαρίστησε για όλα όσα είχε κάνει.
-Σας περιμένω αύριο Έρη μου!
-Σιδερένια αδερφούλα! Και καθώς την αγκάλιασε, το μάτι της έπεσε πάνω στο γιορτινό τραπέζι.
-Μα δεν το πιστεύω! Τι κάνατε; Σας ευχαριστώ τόσο πολύ!
Μόλις έφυγε η θεία μου, η μαμά πήρε στα χέρια της τη ζωγραφιά μου, κάθισε κάτω και την παρατήρησε… Είχα ζωγραφίσει εκείνη και μένα να κρατιόμαστε χέρι χέρι. Την κοίταζε ώρα πολλή και δάκρυα συγκίνησης και χαράς κύλησαν στα μάγουλά της. Είσαι τα πάντα για μένα Ραλλού μου! Σε ευχαριστώ για την υπομονή και την κατανόησή σου! Πόσο όμορφα με κάνεις να νιώθω! Πόσο μου έλειψες! Λέγοντάς μου αυτά έβγαλε από την τσάντα της το τσουρεκάκι από πηλό και τα πασχαλινά αβγά χειροτεχνίας που της είχα δώσει και μου τα έδωσε να τα στολίσω και αυτά στο σπίτι μας. Ήταν στολισμένο όπως το σπίτι στο χωριό!
Ήρθε επιτελούς το βραδάκι, έκανα μπάνιο, έβαλα τα καινούρια μου ρούχα και πήγαμε με τον μπαμπά στην εκκλησία να φέρουμε το Άγιο Φως στο σπίτι μας. Η μητέρα μου κάθισε να ξεκουραστεί. Όταν γυρίσαμε, φάγαμε τη πεντανόστιμη μαγειρίτσα της θείας μου και καθίσαμε για λίγο στον καναπέ να δούμε τηλεόραση, μα κουρασμένη όπως ήμουν γρήγορα αποκοιμήθηκα.
Το επόμενο πρωί σηκωθήκαμε όλοι να ετοιμαστούμε και να ετοιμάσουμε το γιορτινό τραπέζι. Είχε έρθει το Πάσχα! Η θεία μου η Έρη θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή με την ξαδέρφη μου τη Δώρα και τον θείο μου τον Στέλιο να φάμε όλοι μαζί. Ο πατέρας μου είχε ήδη βάλει το αρνάκι με τις πατατούλες στον φούρνο και περίμενε να ψηθεί. Η μαμά έκοβε τη σαλάτα και εγώ έφτιαχνα τα μαχαιροπίρουνα, τις χαρτοπετσέτες και γενικά στόλιζα το τραπέζι. Χτύπησε το κουδούνι και οι θείοι μου με την ξαδέρφη μου μπήκαν κρατώντας ένα λαχταριστό μιλφέιγ, το αγαπημένο μου γλυκό! Πήγαμε με τη Δώρα στο δωμάτιό μου να παίξουμε και να πούμε τα νέα μας. Η ώρα πέρασε γρήγορα και οι γονείς μας μας φώναξαν να φάμε. Όλοι μαζί κάτσαμε γύρω από το τραπέζι. «Χριστός ανέστη! Αληθώς ανέστη!» λέγαμε και τσουγκρίζαμε τα ποτήρια και τα πασχαλινά αβγά. Ένιωθα τόσο χαρούμενη, τόσο γεμάτη και ευγνώμων! Και τότε κατάλαβα…
Το Πάσχα δεν είναι οι διακοπές στο χωριό. Πάσχα είναι οι στιγμές μας, η οικογένειά μας και η βαθιά αγάπη που έχουμε ο ένας για τον άλλον. Και ευχαριστώ τον Θεό που είμαστε όλοι καλά και μαζί. Κοίταξα τη μαμά μου και της χαμογέλασα και εκείνη ήρθε, με αγκάλιασε και με φίλησε.
-Σε αγαπάω μωρό μου!
-Κι εγώ μαμά!


Ελισσάβετ Πετρά
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

1 σχόλιο:

  1. Όμορφο, ευαίσθητο και διδακτικό!! Μπράβο, καλή επιτυχία και μακάρι να το διαβάσουν όσο περισσότερα παιδάκια, για να συνειδητοποιήσουν το νόημα του Πάσχα, αλλά και των οικογενειακών παραδόσεων!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας