1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Ένα περίεργο Χριστουγεννιάτικο ταξίδι

Δέσποινας Λαμπρίδου και Ευδοκίας Χατζηαβραμίδου

Κάθε χρόνο, ή μάλλον κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς, ο Άι Βασίλης επιλέγει ένα παιδί για να μοιράσει μαζί του τα δώρα. Αυτό το τυχερό παιδί ταξιδεύει μαζί του σε όλη τη γη. Φέτος, τα τέσσερα υποψήφια παιδιά φέτος είναι η Άννα, ο Νικόλας, ο Αναστάσης και η Σοφία.
Η Άννα είναι μια χωριατοπούλα μένει σε ένα μικρό χωριό και είναι δέκα χρονών, κοντούλα ξανθιά, με ανάκατες μπουκλίτσες. Είναι λίγο ατίθαση αλλά πολύ αξιαγάπητη. Προσπαθεί να είναι καλή, παρόλο που δεν γνωρίζει για το μαγικό δώρο.
Ο Νικόλας μένει στην Αθήνα σε μια πανύψηλη πολυκατοικία. Είναι 11 χρονών, λίγο εύσωμος, με στρογγυλά γυαλάκια και μαλλιά καρφάκια. Ο Νικόλας είναι λιγάκι άτακτος, αλλά πολύ ευγενικός. Όμως είναι πάντα λυπημένος, γιατί οι γονείς του ζουν χωριστά.
Όσο για τον Αναστάση, αυτός δεν έχει ανάγκη. Είναι πολύ πλούσιος και ζει σε ένα υπέροχο σπίτι στην Αθήνα με πισίνα και υπηρέτες. Μπορεί να έχει ότι θέλει. Δεν μπορεί όμως να έχει κάτι που δεν αγοράζεται, την φιλία. Κανείς δεν θέλει να κάνει παρέα μαζί του, η μόνη του παρηγοριά είναι τα παιχνίδια.
Τέλος, η Σοφία είναι ένα τσιγγανόπαιδο, έχει καστανόξανθα μαλλάκια και είναι 9 χρονών Δεν πηγαίνει σχολείο, μένει σε μια καλύβα δίπλα στο ποτάμι.
Η Σοφία πιστεύει στον κοκκινοντυμένο παππούλη που φέρνει τα δώρα στα παιδιά.

Ο Άι Βασίλης έλαβε από τα υποψήφια παιδιά τα γράμματα που ακολουθούν:

Αγαπημένε Άι Βασίλη,
Φέτος θα ήθελα ένα μόνο δώρο: Να μη χωρίσουν οι γονείς μου. Aν και θα είναι δύσκολο γιατί συνέχεια μαλώνουν.
Νικόλας

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη,
Για φέτος, θα ήθελα να περάσω την πρωτοχρονιά με τον μπαμπά μου. Δουλεύει πολύ σκληρά ο καημένος και δεν τον βλέπω σχεδόν καθόλου. Ακόμη, θέλω όλα τα παιδιά του κόσμου να περάσουν τα πιο όμορφα Χριστούγεννα της ζωής τους, μαζί με τους γονείς τους.
Άννα

Άι Βασίλη,
Το ξέρω πως άργησα, άλλα δεν είχα χρόνο. Αυτό το γράμμα το γράφει η μεγάλη μου αδερφή, η Μαρίνα, που πηγαίνει σχολείο. Για φέτος, θέλω ένα ζευγάρι παπούτσια και ένα φόρεμα.
Σοφία

Άγιε Βασίλη,
Για φέτος, θα ήθελα το εκατοστό αυτοκινητάκι για τη συλλογή μου (ναι, έχω τα 99), το επιτραπέζιο «Αστειούπολη», ένα βιβλίο, ένα CD, ένα πυροσβεστικό, δύο αρκουδάκια, ένα ζευγάρι ακουστικά, το hot wheels monster jam και ένα όπλο nerf (διάλεξε εσύ ποιο).
Αναστάσης

Αφού διάβασε άπειρες φορές τα γράμματα των τεσσάρων παιδιών και κοίταξε για χιλιοστή φορά τις κάμερες, κατάλαβε πως δεν μπορούσε να αποφασίσει.
Σκέφτηκε λοιπόν να τους κάνει δώρο μια εκδρομή, μέχρι να αποφασίσει. Το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων, έστειλε τρία ξωτικά με το έλκηθρό του, για να πάρουν τα παιδιά από τα σπίτια τους.
Τα ξωτικά αφού πήραν τα υποψήφια παιδιά, ξεκίνησαν για ένα νησί, κάπου στον Ειρηνικό. Το νησί αυτό, είχε εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες στολισμένα χριστουγεννιάτικα δέντρα. Ήταν το «Νησί των Χριστουγέννων» και δεν είχε πατήσει ποτέ ανθρώπινο πόδι.
Το νησί ήταν γεμάτο χιόνι και από τον ουρανό έπεφταν ακόμη μερικές νιφάδες.
-«Ουαου», είπε ο Νίκος.
-«Ουαου», είπαν όλα με μια φωνή.
Το έλκηθρο σιγά σιγά άρχισε να κατεβαίνει και να ακουμπάει μαλακά στο χιόνι.
Τα παιδιά κατέβηκαν και έτρεξαν με φόρα στο ποιο μεγάλο από τα δέντρα που τα κλαδιά του από το πολύ βάρος των δώρων κόντευαν να σπάσουν.
Κάθε παιδί έβρισκε το καρτελάκι που ήταν πάνω στο δώρο του, το έπαιρνε και το άνοιγε.
Η Άννα πήρε το κουτί που ήταν το δώρο της το άνοιξε και βρήκε μια κούκλα και ένα σημείωμα που έγραφε. «Αγαπητή Άννα το δώρο που ζήτησες για φέτος τα Χριστούγεννα θα το λάβεις την Πρωτοχρονιά. Προς το παρόν αρκέσου σε αυτό. Ο Αϊ Βασίλης».
Το δώρο του Νικόλα ήταν κάτι χαμένο. Ήταν οι βέρες των γονιών του. Το σημείωμα έλεγε:
«Mικρέ Νικόλα εγώ έκανα ό,τι μπορούσα. Από εδώ και πέρα αναλαμβάνεις εσύ. Γειά σου, Άι Βασίλης».
Το δώρο του Αναστάση ήταν άδειο ή μάλλον έτσι νόμιζε. Έψαξε καλύτερα και βρήκε μονάχα ένα χαρτί το οποίο έγραφε: «Αγαπητέ Αναστάση, εσύ έχεις όλα τα παιχνίδια του κόσμου και έτσι αποφάσισα να σου στείλω ένα ξεχωριστό δώρο. Ψάξε καλά και θα βρεις ένα κλειδί. Κάθε φορά που θα νιώθεις μόνος, θα παίρνεις το κλειδί και θα το γυρίζεις δυο φορές στον αέρα και θα ανοίγει μια πόρτα. Αυτή η πόρτα θα σε μεταφέρει εδώ στο σπίτι μου, στον Βόρειο Πόλο. Ο Άι Βασίλης».
Η Σοφία ανοίγοντάς το, βρήκε ένα ζευγάρι παπούτσια. Ήταν τα λουστρίνια που ήθελε. Μα εγώ ζήτησα και ένα φόρεμα διαμαρτυρήθηκε κλαψουρίζοντας.
Μόλις βλέπει το γράμμα, το δίνει στην Άννα να το διαβάσει: «Αγαπημένη μου Σοφία», διαβάζει η Άννα καθώς στέκεται στις μύτες των ποδιών της. «Το φόρεμα που ζήτησες θα είναι το Πρωτοχρονιάτικο δώρο σου. Ο φίλος σου, Άι Βασίλης».
Τα ξωτικά φωνάζουν δυνατά τα παιδιά λέγοντας: Παιδιά ανεβείτε στο έλκηθρο για να συνεχίσουμε το ταξίδι. Τα παιδιά παίρνουν τα δώρα και τρέχουν, ανεβαίνουν στο έλκηθρο και εκείνο απογειώνετε ξαφνικά.
-Ωχ Ωχ… Όχι ξέχασα το δώρο μου πρέπει να πάω να το πάρω φωνάζει δυνατά ο Αναστάσης κλαίγοντας με λυγμούς…
-Μα είναι τόσο ξεχωριστό δώρο που πρέπει να γυρίσουμε για να το πάρουμε; ρώτησε η Άννα απορημένη.
-Ναι…, ψέλλισε ο Αναστάσης, είναι τόσο ξεχωριστό!
Τα ξωτικά μετά από τα ατελείωτα παράπονα του μικρού αποφάσισαν να κατεβάσουν το έλκηθρο. «Κρατηθείτε καλά», φώναζαν οι βοηθοί το Άι Βασίλη. «Κατεβαίνουμεεεεε…» Μόλις το έλκηθρο ακούμπησε το μαλακό ακόμα χιόνι ο Αναστάσης έτρεξε να βρει το χαμένο κλειδί. Μάταια όμως δεν υπήρχε κανένα δώρο εκεί γύρω. Έτσι γύρισε στεναχωρημένος στο μεταφορικό τους μέσο και για την υπόλοιπη διαδρομή δε μιλούσε σχεδόν καθόλου. Μονάχα έλεγε μέσα του: Θα απογοητεύσω τον Άι Βασίλη και δεν θα μου φέρνει πια δώρα. Αυτά έλεγε ρουφώντας την μύτη του.

Σε λίγο έφτασαν σε μια πόλη με μικρά σπιτάκια που έμοιαζαν με σκυλόσπιτα. Καλώς ήρθατε στην πόλη μας, είπαν χαρούμενα τα ξωτικά.
Το έλκηθρο κατέβηκε πάλι και τα παιδιά άρχισαν να εξερευνούν την άγνωστη πόλη, όλο περιέργεια. Εδώ και εκεί υπήρχαν ξωτικά που επισκεύαζαν παιχνίδια, τύλιγαν δώρα και κολλούσαν ετικέτες με τον αποστολέα τους, και μετέφεραν τα δώρα σε ένα φορτηγό για να τα πάει στη συνέχεια στο έλκηθρο του Άι Βασίλη. Τα παιδιά έτρεξαν γρήγορα όλο περιέργεια για να προλάβουν το φορτηγό, αλλά τους ξεγλίστρησε.
Έπρεπε εξάλλου, να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Επόμενη στάση: H χώρα των τσιγκούνηδων. Φτάνοντας τα παιδιά αντίκρισαν μια τεράστια βιομηχανική γκρίζα έκταση με πολλές πολυκατοικίες και εργοστάσια. Παντού υπήρχαν άνθρωποι που νόμιζες ότι ήταν οι κλώνοι του Σκρουτζ και το μυαλό τους ήταν μόνο στα χρήματα. Τα παιδιά δεν έβλεπαν την ώρα να φύγουν. Τα ξωτικά πήραν τα παιδιά και έφυγαν άρον άρον.

Συνεχίζοντας το ταξίδι τους πήγαν στη χώρα των στολιδιών του Άι Βασίλη.
Αυτή η χώρα ήταν υπέροχη. Είχε παλιότερες στολές του Άι Βασίλη, αλλά και καινούριες. Παντού υπήρχαν χρωματιστά μπαλόνια και έπαιζε μουσική που ξετρέλαινε τα παιδιά. Τραβούσαν φωτογραφίες και δοκίμαζαν τις στολές που τους έκανα να μοιάζουν με κλόουν. Στη συνέχεια πήγαν στο μαγαζί των δώρων και πήραν σουβενίρ για να θυμούνται την επίσκεψη τους.

Ξαναεπιβιβάστηκαν στο έλκηθρο και συνέχισαν για την πόλη των Χαλασμένων Στολιδιών. Το θέαμα ήταν άθλιο. Παντού υπήρχαν σπασμένα χριστουγεννιάτικα στολίδια και στο βάθος υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι στο οποίο ζούσαν τρία ξωτικά που προσπαθούσαν να επισκευάσουν τα στολίδια.
«Πώς μπόρεσαν να τα καταστρέψουν», αναρωτήθηκε η Σοφία. «Απλά πετώντας τα», είπε η Άννα.
Τα παιδιά δεν μπορούσαν να φανταστούν την συνέχεια του ταξιδιού τους.

Πήγαν σε πολλά μέρη του κόσμου και στο τέλος έλαβαν ένα μήνυμα από τον Άι Βασίλη που έλεγε ότι πρέπει να γυρίσουν στο Βόρειο Πόλο για να αποφασίσει αυτός ποιο παιδί θα τον συνοδεύσει.
Έτσι ξεκίνησαν για τον χιονισμένο παράδεισο των Χριστουγέννων. Όταν έφτασαν και κατέβηκαν από το έλκηθρο δε πίστευαν στα μάτια τους, αντίκρισαν ένα τεράστιο κτίριο, μέσα του βρισκόταν ένα τεράστιο δέντρο, που επάνω του ήταν κρεμασμένα εκατομμύρια δώρα, και περίμεναν τον Άι Βασίλη.
Ξαφνικά όμως έγινε κάτι αναπάντεχο, βγήκε ο βοηθός του Άι Βασίλη φωνάζοντας ότι ο Άι Βασίλης εξαφανίστηκε. Πάνω στο γραφείο του υπήρχε ένα γράμμα που έγραφε: Μην ανοίγετε το φάκελο, θα ανοιχτεί από τον βοηθό μου, τον Φιλίπ. Ο Φιλίπ άρπαξε τον φάκελο και τον άνοιξε. Φιλίπ, θα ήθελα να σου πω ότι για φέτος το τυχερό παιδί είναι η Σοφία, γι' αυτό ετοίμασε την για τη μαγική βόλτα. Ο Φιλίπ μετά από πολύωρη σκέψη αποφάσισε να αναζητήσει τον Άι Βασίλη μαζί με την Σοφία.
Στην ανάγκη αν δε βρεθεί λύση αποφάσισε ότι θα βάλει ο ίδιος μια στολή και θα μοιράσει τα δώρα. Βγήκε λοιπόν να τους ανακοινώσει τον νικητή.
-Ο νικητής που θα κερδίσει το μαγικό δώρο είναι η… τα κορίτσια άρχισαν να δαγκώνουν τα νύχια τους η Σοφία! Η Σοφία πέταξε από την χαρά της.
Τα άλλα παιδιά την αγκάλιασαν και στη συνέχεια έφυγαν με μια ομάδα ξωτικών για τα σπίτια τους.

Ο Φιλίπ και η Σοφία ετοιμάστηκαν για το ταξίδι. Την επόμενη μέρα πήραν το ΄Έλκηθρο Έκτακτης Ανάγκης και ξεκίνησαν. Ο πανέξυπνος Φιλίπ γνώριζε ότι θα βρουν τον Άι Βασίλη γιατί είχε τοποθετήσει ένα τσιπάκι στην στολή του αν συνέβαινε ποτέ κάτι, και να που χρειάστηκε. Ο Φιλίπ εντόπισε τον Άι Βασίλη κάπου στην Ελλάδα, σε μια γειτονιά της Αθήνας.
-Η πόλη μου! ξεφώνησε δυνατά η Σοφία.
-Πώς είναι ο καιρός εκεί; αναρωτήθηκε ο Φιλίπ.
Η Σοφία χαμογέλασε. Μετά από λίγα λεπτά βρισκόταν ήδη εκεί. Ήταν βράδυ και κανείς δεν είδε το έλκηθρο που προσγειώθηκε στον Παρθενώνα.
Ο υπολογιστής έδειχνε πως ο εξαφανισμένος Άι Βασίλης βρισκόταν σε μια μικρή αποθήκη. Η Σοφία κρύβοντας βιαστικά τον μικροσκοπικό Φιλίπ στο σακίδιο της, ρώτησε έναν περαστικό πώς μπορούσε να πάει στο συγκεκριμένο σημείο και του έδειξε τον χάρτη στον υπολογιστή.
-Είναι αρκετά κοντά κόρη μου είπε, θα προχωρήσεις ευθεία, θα στρίψεις αριστερά και θα βρεις ένα περίπτερο, και θα ρωτήσεις που είναι η κίτρινη αποθήκη.
Η Σοφία άρχισε να περπατάει με γρήγορο βηματισμό. Έφτασε στο περίπτερο και ρώτησε:
-Μπορείτε να μου πείτε που είναι η κόκκινη... εεεεε… η κίτρινη αποθήκη;
Ο περιπτεράς σήκωσε το χέρι του και έδειξε προς την απέναντι πλευρά του δρόμου.
-Εκεί είναι.
Το κτίριο την τρόμαξε λιγάκι. Μάλλον την τρόμαξε αρκετά. Ήταν μεγάλο και σκοτεινό. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Είχε στενούς μεγάλους διαδρόμους και από το ταβάνι έσταζαν νερά. Από το βάθος ακουγόταν ένας περίεργος θόρυβος κάτι σαν χο χο χο… Τώρα κατάλαβα!
Έβγαλε τον Φιλίπ από το σακίδιο που κόντευε να σκάσει και συνέχισε να προχωράει.
-Καλά που με έβγαλες δεν άντεχα άλλο, είπε λαχανιασμένος.
-Λοιπόν ο Άι Βασίλης πρέπει να είναι κάπου εδώ κοντά. Τον άκουσα να γελάει, είπε η Σοφία.
Άρχισαν να ψάχνουν ακολουθώντας το γέλιο. Ξαφνικά βρέθηκαν σε ένα κατασκότεινο δωμάτιο όπου μέσα υπήρχε ένα στρώμα, ένα μικροσκοπικό λαμπάκι και ένα κόκκινο πράγμα σαν βουνό.
-Για μια στιγμή, είπε η Σοφία, αυτός δεν είναι… Πριν όμως προλάβει καλά καλά να τελειώσει τη φράση της ένοιωσε κάτι να τη χτυπά και την ίδια στιγμή βρέθηκε δεμένη και φιμωμένη.
-Ψιτ, άκουσε η Σοφία, εγώ είμαι, ο Άι Βασίλης.
-Φέτος ήσουν πολύ καλό κορίτσι και σε ευχαριστώ που προσπάθησες να με σώσεις. Πού είναι ο Φιλίπ; είπε και σηκώθηκε αργά-αργά. Της έβγαλε την ταινία από το στόμα της και την έλυσε.
-Δε ξέρω πού είναι ο Φιλίπ, απάντησε. Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν ακριβώς εκεί, είπε η Σοφία και έδειξε την πόρτα.
-Δε μπορεί να πήγε κάπου μακριά, είπε ο Άι Βασίλης και άρχισαν να τον ψάχνουν. Συνειδητοποίησαν όμως ότι έκαναν κύκλους μέσα στο κτίριο.
Κάποια στιγμή φώναξε η Σοφία:
-Κοίτα Άι Βασίλη, θρύμματα από μπισκότα! Ίσως αν τα ακολουθήσουμε να μας βοηθήσουν να βγούμε από εδώ.
Πράγματι αφού ακολούθησαν τα κομμάτια του μπισκότου βρέθηκαν στην έξοδο.
Εκεί συνάντησαν τον Φιλίπ και κάποιους παράξενους ανθρώπους που παραμόνευαν. Ο Φιλίπ τους αναγνώρισε αμέσως, ήταν οι μεγαλύτεροι εχθροί του Άι Βασίλη, αυτοί που μισούσαν τα Χριστούγεννα.
Έτρεξαν και ανέβηκαν βιαστικά στο έλκηθρο για να τους ξεφύγουν.
Το έλκηθρο ξεκίνησε για την αποστολή του. Έπρεπε να προλάβουν να μοιράσουν τα δώρα στους μικρούς φίλους του Άι Βασίλη. Θα ήταν όμως δύσκολο, γιατί τα περισσότερα τζάκια ήταν αναμμένα. Ο Άι Βασίλης αναρωτήθηκε πώς θα μπούνε στα σπίτια.
Η Σοφία φώναξε:
-Μα φυσικά από την πόρτα…
-Και πώς θα μπούμε Σοφία; ξαναρώτησε ο Αϊ Βασίλης.
-Θα παρουσιαστώ ως ζητιάνα, απάντησε εκείνη, δε θα μου είναι και δύσκολο λόγω της καταγωγής μου και θα τους ζητάω να με βοηθήσουν. Εσύ Άι Βασίλη θα μπαίνεις γρήγορα και θα αφήνεις τα δώρα στο δέντρο.
-Τέλεια ιδέα είπε ο Άι Βασίλης μαζί με τον Φιλίπ.
Μέχρι το τέλος της νύχτας είχαν γυρίσει όλα τα σπίτια του κόσμου και είχαν μοιράσει όλα τα δώρα.
Τα ξημερώματα η Σοφία καληνύχτισε τους νέους της φίλους και πήγε για ύπνο στην καλύβα που έμενε.
 Το πρωί άκουσε μια φωνή.
-Γλυκιά μου ξύπνα.
Ώστε ήταν όλα ένα όνειρο… αναρωτήθηκε καθώς σηκωνόταν. Άλλα μετά συνειδητοποίησε ότι δε βρισκόταν πια στη καλύβα κοντά στο ποτάμι, αλλά σε ένα υπέροχο σπίτι, στολισμένο γιορτινά.
-Αυτό είναι ένα χριστουγεννιάτικο θαύμα! είπε και πέταξε από την χαρά της.
Ήταν το μεγαλύτερο δώρο του Άι Βασίλη.


Δέσποινα Λαμπρίδου και Ευδοκία Χατζηαβραμίδου
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας