1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Το Σύνδρομο Της Ωραίας Κοιμωμένης

Γεωργίας Γεωργιάδου


Κεφάλαιο 1


Η ώρα στο σχολείο περνούσε ως συνήθως βασανιστικά αργά. Παρατηρούσα τους άλλους να μιλούν και να γελούν με τους φίλους τους ενώ εγώ δεν είχα απολύτως κανέναν. Γι' αυτό φυσικά έφταιγε το γεγονός ότι επειδή ο πατέρας μου είχε παρατήσει τη μαμά μου όλοι νόμιζαν ότι εγώ και η μαμά μου είχαμε κάτι το απωθητικό ενώ δημιουργούσαν διάφορες ιστορίες για τον λόγο που μας άφησε. Αν και σήμερα δεν με ένοιαζε τίποτα απ' όλα αυτά καθώς σήμερα ήταν η μέρα μου. Κανείς δεν μπορούσε να μου χαλάσει την ημέρα των γενεθλίων μου κι αν κάποιος προσπαθούσε, δεν σκόπευα να του το επιτρέψω. Οπότε, σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη μέρα, ήθελα να φύγω επιτέλους από τους τέσσερις τοίχους της τάξης μου στο λύκειο και να γυρίσω στο σπίτι μου όπου θα έβρισκα την υπέροχη μαμά μου και τις τρεις καταπληκτικές θείες μου. Δυστυχώς όμως έπρεπε να προσέχω καθώς είναι η τελευταία μου χρονιά στο λύκειο και δεν σκοπεύω να αποτύχω. Ο ήχος του κουδουνιού ήταν απλά λυτρωτικός καθώς έδωσε ένα τέλος στο μαρτύριο που περνούσα ακούγοντας τον καθηγητή της Ιστορίας να φλυαρεί. Είχα κουραστεί να ακούω τα ίδια και τα ίδια κάθε χρόνο με κάποιες μικρές αλλαγές ενώ ακόμη και κάτι καινούργιο να μας έλεγε η ήρεμη φωνή του θα με οδηγούσε και πάλι στον κόσμο του ονείρου. Δεν έφταιγα εγώ που η φωνή του ήταν ό,τι πρέπει για νανούρισμα ειδικά τις μέρες που δεν είχα κοιμηθεί καλά το βράδυ! Πήρα την τσάντα μου και σηκώθηκα από τη θέση μου. Βγήκα έξω από την αίθουσα αποφεύγοντας την οπτική επαφή με τον οποιονδήποτε. Ωστόσο,μπορεί να μην έβλεπα τα αδιάκριτα βλέμματα τους αλλά οι φωνές του ήταν ακόμη εκεί. Γεμάτες φθόνο και κακία.Αφού σε κάποια φάση παραπάτησα και ήμουν κατά 99 τoις εκατό σίγουρη ότι ευθύνονταν τα έντονα βλέμματα τους. Γιατί κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ότι δεν είχα επιλέξει να έχω αυτό τον πατέρα; Επέστρεφα στο σπίτι με το κεφάλι σκυμμένο και το μυαλό μου χαμένο σε διάφορες σκέψεις. Είδα μία ανάμεικτη παρέα που αποτελούνταν και από κορίτσια και από αγόρια,να επιβιβάζεται σε ένα κάμπριο αυτοκίνητο που νόμιζες ότι θα βογκήξει από το βάρος. Γιατί κανείς δεν σκεφτόταν άσχημα πράγματα για εκείνους που έδειχναν απλά αψεγάδιαστοι ενώ οι γονείς τους ήταν πλούσιοι και όλοι σκέφτονταν άσχημα για μένα που δεν είχα και πολλά; Αυτή η ερώτηση πάντα μ' έτρωγε και χωρίς να το θέλω αισθάνθηκα την επιθυμία να βρισκόμουν κι εγώ πάνω στο παραφορτωμένο αυτοκίνητο.
«Έι Μπάρμπι,τι λέει το κουκλόσπιτο;» Ρώτησε ένας από τους αλαζόνες που κάθονταν στο αυτοκίνητο με τρία κορίτσια γύρω τους ο καθένας. Συνήθιζαν να με αποκαλούν έτσι λόγω των χαρακτηριστικών. Το σπίτι μου ήταν αρκετά μικρό και αφού εγώ ήμουν η Μπάρμπι εκείνο ήταν το κουκλόσπιτο. Αν κι εγώ πάντα το έβρισκα αφάνταστα συμπαθητικό οπότε δεν μου καιγόταν καρφί για τα πικρόχολα σχόλια τους,ή έστω έτσι ήθελα να λέω στον εαυτό μου.
«Ρώτα τις κούκλες που έχεις γύρω σου». Απάντησα. Ήταν μία από τις λίγες φορές που απαντούσα γι' αυτό και φάνηκε έκπληκτος και αποστομωμένος.Το ευχαριστήθηκα που τον είδα για λίγο στην κατάσταση στην οποία βρισκόμουν εγώ συνέχεια ακόμη κι αν ήξερα ότι τίποτα από αυτά που έλεγα δεν τον άγγιζε. Πήγε να ανοίξει το στόμα του για να μιλήσει αλλά εγώ απλά τον αγνόησα και συνέχισα να προχωρώ προς το σπίτι μου με το κεφάλι και πάλι σκυμμένο. Κάτι που μετάνιωσα όταν συγκρούστηκα με κάτι ή μάλλον καλύτερα κάποιον. Σήκωσα το βλέμμα μου ενώ απολογούμουν.
«Συγγνώμη εγώ δεν...» σας είδα θα έλεγα αλλά η φωνή μου χάθηκε μόλις την είδα. Ειδικά όταν αντίκρισα τα καταπράσινα μάτια της που φωσφόριζαν παράξενα. Αισθάνθηκα τα χέρια μου να πονάνε ενώ άρχισαν όλα να γυρίζουν. Μου είχε δημιουργηθεί η αίσθηση ότι το μυαλό μου προσπαθούσε να ανακαλέσει μία πολύ βαθιά θαμμένη μνήμη μου. Μου μιλούσε, δεν καταλάβαινα τίποτα. Την κοιτούσα αλλά δεν μπορούσα να τη δω γιατί το οπτικό μου πεδίο είχε θολώσει. Το κεφάλι μου άρχισε να πονάει αφόρητα ενώ ήμουν σίγουρη ότι θα έχανα τις αισθήσεις μου, κάτι που αποτράπηκε τελευταία στιγμή επειδή τελικά απομακρύνθηκε. Μου πήρε λίγη ώρα να επανέλθω στο κανονικό αλλά τα κατάφερα. Κοίταξα το χέρι μου. Μου είχε αφήσει κάτι που έμοιαζε σαν μικρό δέμα. Θεώρησα πως της έπεσε και γύρισα προς την κατεύθυνση που νόμιζα πως είχε ακολουθήσει για να της το επιστρέψω αλλά είχε εξαφανισθεί. Κοίταξα το δέμα μήπως έγραφε κάποιο όνομα. Είχε κολλημένο ένα χαρτάκι που έλεγε «Από μία παλιά φίλη». Μου κέντρισε το ενδιαφέρον και όταν απομάκρυνα το περιτύλιγμα, βρήκα ένα μικρό ξύλινο κουτάκι στην απόχρωση του μαύρου με χρυσές λεπτομέρειες στις άκρες. Το άνοιξα χωρίς δεύτερη σκέψη και αντίκρισα ένα ασημένιο βραχιόλι με μία έντονη πράσινη πέτρα να το κοσμεί. Οι κόρες των ματιών μου διαστέλθηκαν ενώ αισθανόμουν κάτι σαν έλξη. Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω του ενώ η μόνη σκέψη που περνούσε από το μυαλό μου ήταν να το φορέσω. Εξάλλου,ήταν τα γενέθλια μου σήμερα και δικαιούμουν ένα δώρο. Το φόρεσα με γρήγορες κινήσεις και με τον ενθουσιασμό να με καταλαμβάνει για κάποιον ανεξήγητο λόγο. Λες και ο λόγος ύπαρξής μου ήταν να βρω αυτό το βραχιόλι και να το περάσω στο χέρι μου. Τόσο παράξενα με έκανε να αισθάνομαι και μπορούσα να καταλάβω το λόγο από τη στιγμή που ήταν τόσο κομψό και λεπτοδουλεμένο. Αφότου το φόρεσα, ξανάρχισα να κατευθύνομαι προς το σπίτι αν και κάθε τρεις και λίγο το κοιτούσα. Σήκωνα το βλέμμα μου για μερικά δευτερόλεπτα και μετά αισθανόμουν μία δύναμη να με τραβάει για να το ξανακοιτάξω. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω κατά τη διάρκεια όλης της διαδρομής μέχρι και που έφτασα έξω από το σπίτι των θείων μου. Σκέφτηκα ότι η μαμά μου αργούσε συνήθως να γυρίσει από τη δουλειά της οπότε δεν θα ήταν άσχημα να περνούσα από τις θείες μου οι οποίες πάντα έβρισκαν έναν τρόπο να με κάνουν να αισθάνομαι όμορφα. Πέρασα μέσα από τον ανθηρό κήπο που σαγήνευε τις δύο από τις αισθήσεις, την όραση και την όσφρηση και κατέληξα στην πόρτα. Χτύπησα χαρωπά σε έναν ρυθμό που κατά κάποιο τρόπο είχαμε καθιερώσει αλλά δεν δέχτηκα καμία ανταπόκριση. Ξαναχτύπησα και αυτή τη φορά η πόρτα υποχώρησε τρίζοντας. Μπήκα μέσα με αργά και διστακτικά βήματα. Όλα ήταν σκοτεινά και μπορούσα να αισθανθώ στην ατμόσφαιρα ότι κάτι πήγαινε στραβά. Ξαφνικά πετάχτηκαν και οι τρεις η καθεμιά από διαφορετική κρυψώνα φωνάζοντας «Έκπληξη! Χρόνια Πολλά!» Τρόμαξα τόσο πολύ που ταρακουνήθηκα και στραβοπάτησα. Το σώμα μου μπήκε σε θέση άμυνας ασυναίσθητα μέχρι να συνειδητοποιήσω τι είχε μόλις συμβεί. Πριν το καταλάβω,δεχόμουν από παντού βροχή ευχάριστων φιλιών και χαδιών. Δεν ήξερα πού να πρωτοανταποκριθώ. Μετά από λίγο έκαναν πέρα εμφανίζοντας μία πανέμορφη τούρτα κι ένα βιολετί φόρεμα καθώς τα αγαπημένα χρώματα των δύο θείων μου είναι το μπλε και το ροζ.
«Θεία Δώρα, θεία Φλώρα και θεία Μαριγούλα είστε οι καλύτερες!» Τους είπα και τις ξαναγγάλιασα. Τότε αισθάνθηκα κάτι παράξενο.Σαν να είχα ένα ντεζαβού. Όλα αυτά τα είχα ξαναζήσει αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ πότε και τότε ήταν που ακούστηκε η πόρτα του σπιτιού να χτυπάει στο έλεος της μαμάς μου η οποία μπήκε στον χώρο σαν σίφουνας. Με πλησίασε. Τα χαρακτηριστικά της σκλήρυναν.
«Αυγή!» Φώναξε άγρια και με γράπωσε βίαια από το χέρι αναγκάζοντας με να την ακολουθήσω. Προσπαθούσα να τη ρωτήσω τι συνέβη αλλά εκείνη με αγνοούσε. Λίγο πριν βγούμε από το σπίτι,γύρισε απότομα προς τις θείες μου.
«Σας είπα να το αποφύγετε!» Είπε με μία φωνή που δεν έμοιαζε με τη δική της. Εκείνες έσκυψαν τα κεφάλια τους. Η μαμά μου ξαναγύρισε προς τα μπροστά και συνέχισε να περπατά με τη γη να σείεται κάτω από το πέλμα της.
«Κανείς δεν μπορεί να αποφύγει το πεπρωμένο του.» Άκουσα μία από τις θείες μου να λέει αλλά δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Σε όλη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι, το οποίο δεν απείχε πολύ, δεν ανταλλάξαμε ούτε μία λέξη ενώ δεν έλεγε να χαλαρώσει τη λαβή της στο χέρι μου το οποίο είχε αρχίσει να πονάει αφόρητα. Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο στο καλό ήταν το πρόβλημα της. Από τα δέκατα έκτα γενέθλιά μου και μετά, δεν με άφηνε να βρίσκομαι ανήμερα των γενεθλίων μου καθόλου με τις θείες μου προβάλλοντας καθόλου πειστικές δικαιολογίες. Το θέμα ήταν ότι εδώ και τρία χρόνια, κάθε φορά ακόμη και να μην το επιχειρούσα, τα πόδια μου απλά με οδηγούσαν στο σπίτι τους. Άλλωστε,δεν έφταιγα εγώ που στο δρόμο για το σπίτι, περνούσα μπροστά από το δικό τους. Ήταν σαν μου έβαζαν τον πειρασμό ακριβώς μπροστά μου! Όταν φτάσαμε,η μαμά μου με πέταξε μέσα με έναν άχαρο τρόπο που με έκανε να αισθανθώ σαν σακί με πατάτες έτσι όπως συγκρούστηκα με το πάτωμα. Την κοίταξα σαν καημένο χωρίς να μπορώ να καταλάβω προς τι όλο αυτό το μίσος στα μάτια και τις κινήσεις της. Μήπως είχε πάει κάτι στραβά στη δουλειά που δεν ήθελε να μου το πει; Με κοίταξε στα μάτια και τρόμαξα από το πόσο παγωμένα ήταν τα γαλάζια μάτια της τα οποία και είχα κληρονομήσει. Φάνηκε σαν να ξύπνησε από λήθαργο όταν αντίκρισε τα μάτια μου. Σαν να συνειδητοποίησε πόσο σκληρά είχε φερθεί και να το μετάνιωσε.
«Συγγνώμη που σου φέρθηκα έτσι αλλά σου έχω πει πώς αισθάνομαι στα γενέθλια σου.» Μου είπε δικαιολογώντας τον εαυτό της,κάτι που με εξόργισε.
«Έχεις δίκιο.» Ξεκίνησα απαλά αλλά ήμουν σίγουρη ότι δεν θα διατηρούσα την ψυχραιμία μου. «Συγγνώμη που γεννήθηκα!» Της φώναξα και σηκώθηκα να φύγω στο δωμάτιο μου. Εκείνη με άρπαξε από το χέρι, βάζοντας τόση όση δύναμη για να με γυρίσει ξανά προς το μέρος της χωρίς όμως να με πονέσει. Τα μάτια της ήταν πιο γαλήνια τώρα ενώ έμοιαζε έτοιμη να κλάψει. Ήθελα τόσο πολύ να της θυμώσω αλλά έτσι όπως την έβλεπα διαλυμένη μου το έκανε τόσο δύσκολο.
«Μην το ξαναπείς αυτό! Είσαι ό,τι καλύτερο συνέβη στη ζωή μου!» Είπε ενώ προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της. Ένευσα και με τράβηξε απαλά για να την ακολουθήσω στον καναπέ.
«Δεν σου το είπα ποτέ μα...» Όσο περνούσε η ώρα τόσο πιο δύσκολο της γινόταν να μην κλάψει ενώ φαινόταν λες και χιλιάδες εικόνες περνούσαν μπροστά από τα μάτια της. Την κοίταξα γεμάτη προσμονή ενώ την έπιασα και με το άλλο χέρι ενθαρρύνοντας την να συνεχίσει. Λέγαμε τα πάντα η μία στην άλλη και ήξερα ότι είχε την ανάγκη να βγάλει από μέσα της το βάρος που κουβαλούσε.
«Την ημέρα της γέννησης σου, ήταν που εξαφανίστηκε ο πατέρας σου.» Έλεγε διστακτικά κάνοντας παύσεις και παίρνοντας συνεχείς αναπνοές. Η ανακοίνωση της με χτύπησε σαν κεραμίδα. Την κοίταξα σοκαρισμένη ενώ στα πλέον δακρυσμένα μάτια της μπορούσα να δω την ειλικρίνεια. Για πρώτη φορά μου έλεγε τον αληθινό λόγο για τον οποίο ήθελε να είμαστε κλεισμένες τη συγκεκριμένη μέρα.
«Μαμά, λυπάμαι τόσο πολύ! Δεν ξέρω...» Δεν με άφησε να ολοκληρώσω καθώς κατέρρευσε στην αγκαλιά μου και απελευθέρωσε ένα χείμαρρο δακρύων. Είχα πάντα ένα χαρακτηριστικό.Αυτό ήταν να αισθάνομαι ό,τι αισθάνεται κάποιος άλλος και αυτή τη στιγμή οι λυγμοί της μαμάς μου, μου είχαν μεταδώσει την βαθιά θλίψη της. Συνεπώς, χωρίς να έχω γνωρίσει τον πατέρα μου, άρχισα να κλαίω κι εγώ κι έτσι καταλήξαμε να κλαίμε η μία στον ώμο της άλλης. Όταν επιτέλους σταματήσαμε, είχα χάσει κάθε όρεξη για γιορτή. Ήθελα να δω μία καταθλιπτική ταινία κι έχοντας αγκαλιά ένα γιγαντιαίο μπωλ παγωτού, να κάθομαι και να κλαίω γιατί η ζωή είναι άδικη. Με είχε καταλάβει ένα περίεργο συναίσθημα που δεν συνειδητοποίησα ότι με είχε πάρει ο ύπνος μέχρι που η μαμά μου με ξύπνησε για να φάμε μεσημεριανό. Σηκώθηκα βαριεστημένα με τα μάτια μου να κλείνουν κάθε τρεις και λίγο από την υπνηλία. Απ' ότι φάνηκε είχα κουραστεί αρκετά στο σχολείο. Κάθισα στο τραπέζι με πολλή φόρα, λες και περπατούσα χιλιόμετρα και τα πόδια μου δεν άντεχαν άλλο. Κοίταξα το πιάτο που μου σέρβιρε η μαμά μου και χαμογέλασα αντικρίζοντας το αγαπημένο μου φαγητό. Κοτόπουλο με τηγανιτές πατάτες. Την ευχαρίστησα και του επιτέθηκα εν ριπή οφθαλμού. Μόλις τελείωσα,σηκώθηκα και πήγα στο δωμάτιο μου για να ξαναξαπλώσω. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα,όταν η μαμά μου άρχισε να χτυπά την πόρτα αρχικά απαλά και μετά με μανία.
«Αυγή, είσαι καλά; Δεν έχεις βγει από το δωμάτιο σου εδώ και ώρες!» Φώναξε ανήσυχη. Εγώ σηκώθηκα σέρνοντας τα πόδια μου για να της ανοίξω την πόρτα ενώ δεν μπορούσα να θυμηθώ, πότε είχα κλειδώσει.
«Σιγά τις πολλές ώρες. Έπεσα για λίγο να κοιμηθώ.» Της είπα γνωρίζοντας πόσο υπερβολική γινόταν για το οτιδήποτε.
«Αν με το για λίγο εννοείς έξι ώρες, τότε ναι, κοιμήθηκες για λίγο. Μου απάντησε αγανακτισμένη με την συμπεριφορά μου.» Σιγά τις έξι ώρες! Σκέφτηκα αλλά όταν τα μάτια μου έπεσαν στο παράθυρο του δωματίου, είδα ότι ο ήλιος δεν έλαμπε πλέον και το φεγγάρι είχε πάρει τη θέση του. Πανικοβλήθηκα κι άρχισα να παίρνω κοφτές και γρήγορες αναπνοές. Όχι μόνο κοιμήθηκα έξι ώρες,αισθανόμουν κουρασμένη ακόμη. Τι στο καλό μου συνέβαινε;


Γεωργία Γεωργιάδου
Τα μεγάλα κείμενα δεν μπορούν να διαβαστούν διαδικτυακά. Παραπάνω, διαβάσατε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου.
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας