1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Η τιμωρία της Τανλάν

Ελένης Σαμιώτη

Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν πολύ μακρινό τόπο, υπήρχε μια μικρή πόλη που την έλεγαν Τανλάν. Ήταν ένας ήσυχος τόπος όπου οι κάτοικοί του ζούσαν ήρεμα και ειρηνικά. Όλη μέρα ασχολούνταν με τη γη τους. Την καλλιεργούσαν, τη φρόντιζαν και απολάμβαναν τα αγαθά που εκείνη προσέφερε, σε εκείνους και τις οικογένειές τους. Επίσης, ασχολούνταν και με το ψάρεμα. Η πόλη τους βρισκόταν ανάμεσα σε δύο ποταμούς και εκτός από τη φυσική ομορφιά αυτό εξασφάλιζε και ευημερία στους κατοίκους της.
Ο χρόνος κυλούσε ήρεμα σε αυτόν τον τόπο, με ειρήνη, ηρεμία και απλότητα. Μέχρι που κάποια στιγμή, άλλαξαν τα πάντα. Πολύ κοντά στην Τανλάν, υπήρχε ένα άλλο βασίλειο που το διοικούσε ένας πολύ φιλόδοξος και άπληστος βασιλιάς. Η γεωγραφική θέση της Τανλάν και ο φυσικός της πλούτος, ήταν γι’ αυτόν δέλεαρ και έπρεπε οπωσδήποτε να την κατακτήσει και να μεγαλώσει το βασίλειό του και κατά συνέπεια, τα πλούτη του.
Έτσι λοιπόν έκανε πράξη το σχέδιό του. Έγινε ο νέος βασιλιάς και βάλθηκε να τα αλλάξει όλα. Η άλλοτε ήσυχη και ήρεμη πόλη άρχισε να αλλάζει πρόσωπο. Μεγάλες εκτάσεις καταπράσινης γης έδωσαν τη θέση τους σε τεράστιες οδούς, όπου κόσμος πήγαινε και ερχόταν ασταμάτητα. Τα μικρά ξύλινα σπίτια των κατοίκων, που βρίσκονταν απλωμένα στις κοιλάδες εδώ κι εκεί, γκρεμίστηκαν και στη θέση τους χτίστηκαν άλλα, αλλόκοτα, το ένα πάνω στο άλλο. Για να κερδίσουν χώρο, όπως έλεγαν οι ειδικοί, που ήταν απαραίτητος για την κατασκευή άλλων έργων.
Τα ποτάμια, που μέχρι χτες κυλούσαν ήρεμα δίπλα στην Τανλάν, γέμισαν με μεγάλες βάρκες και πλοιάρια που κουβαλούσαν αγαθά απ’ όλο τον κόσμο.
Έτσι, πολύ σύντομα, η Τανλάν άλλαξε εντελώς. Έγινε ένας πολυσύχναστος σταθμός, μια τεράστια λεωφόρος που ένωνε άλλα εννέα βασίλεια. Η απλότητα και η γαλήνη είχαν χαθεί για πάντα.
Ο βασιλιάς στεκόταν ενθουσιασμένος και θαύμαζε το έργο του. Μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να γίνει η χώρα του γνωστή και το όνομά του συνώνυμο της αλλαγής, της επιτυχίας και της ευφορίας.
Κάθε φορά που έθετε έναν στόχο ένιωθε ευτυχισμένος και ριχνόταν στη δουλειά για να τον πετύχει και κάθε φορά που τα κατάφερνε έπεφτε σε βαθιά θλίψη.
Με τίποτα δεν ήταν ευχαριστημένος. Πάντα κάτι έλλειπε. Πάντα κάτι ήταν λίγο. ΄Ήθελε πιο πολλά και πιο μεγάλα. Το έργο του να γίνει γνωστό τα πέρατα του κόσμου. Το όνομά του να μείνει στην ιστορία. Η υστεροφημία του να τον κάνει αθάνατο.
Έπρεπε να βρει κάτι που θα του πρόσφερε όλα αυτά. Γι’ αυτό, βάλθηκε να σκέφτεται νυχθημερόν. Σταμάτησε να τρώει, να κοιμάται και όλη μέρα κατάστρωνε σχέδια. Η μεγάλη του φιλοδοξία άρχισε να τον μεταλλάσσει. Να τον μετατρέπει σε τέρας, σε αρπακτικό που δεν διστάζει πουθενά, προκειμένου να πετύχει τον στόχο του. Και τελικά, το βρήκε!
Θα κατασκεύαζε τον μεγαλύτερο και τον ψηλότερο πύργο της οικουμένης. Θα τον έκανε τόσο ψηλό, που θα άγγιζε τα σύννεφα. Θα έρχονταν άνθρωποι από παντού για να τον δουν και θα πλήρωναν πολλά γι’ αυτό. Έτσι, εκτός από φήμη και δόξα, θα αποκτούσε και περισσότερο πλούτο. Τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει για να είναι ευτυχισμένος;
Ένα τόσο μεγάλο έργο όμως, απαιτούσε και τον ανάλογο τόπο. Έπρεπε να βρει ένα μέρος κατάλληλο που θα αναδείκνυε την μεγαλοπρέπεια μιας τέτοιας κατασκευής. Πού όμως; Όλες οι εκτάσεις της Τανλάν είχαν χρησιμοποιηθεί για να στεγάσουν άλλες κατασκευές. Όλες, εκτός από μία. Την καλύτερη, την πιο ωραία, την πιο κατάλληλη!
Θα έχτιζε τον πύργο του πάνω στο χρωματιστό βουνό. Λόφοι όλο χρώμα και γεωμετρικά σχήματα, έφτιαχναν έναν πίνακα ζωγραφικής που δεν θύμιζαν σε τίποτα τον κόσμο μας.
Η γραφική αυτή περιοχή ήταν εδώ και χιλιάδες χρόνια το σπίτι των Θεών.
Ήταν τόπος λατρευτικός και οι υπήκοοι του βασιλείου τιμούσαν εκεί τους θεούς τους προσφέροντάς τους σπονδές.
Το μυαλό του δαιμόνιου βασιλιά συνέλαβε το πιο ανίερο σχέδιο. Θα γκρέμιζε όλους τους ναούς και θα ξεσπίτωνε τους θεούς από τον οίκο τους. Ήταν σειρά εκείνου να κατοικήσει εκεί και να περάσει στην παγκόσμια ιστορία σαν τον μοναδικό, τον έναν «Επίγειο Θεό».
Η Τανλάν θα γινόταν γνωστή σε όλο τον κόσμο και θα δικαίωνε και το όνομά της, που στην γλώσσα των κατοίκων, σήμαινε «ΑΠΛΗΣΤΙΑ»!
Οι υπήκοοι του βασιλείου όταν το έμαθαν τρόμαξαν πολύ. Θεώρησαν πως αυτό αποτελεί την υπέρτατη ύβρη, η οποία θα έφερνε τη Νέμεση. Την τιμωρία δηλαδή των θεών που θα έπεφτε σαν πέλεκυς πάνω στα κεφάλια τους.
Διαμαρτυρήθηκαν, φώναξαν, ικέτεψαν και απείλησαν, προκειμένου να μεταπείσουν τον βασιλιά, όμως εκείνος δεν άκουγε κανέναν. Αυτό το έργο θα γινόταν πράξη με οποιοδήποτε τίμημα.
Έτσι λοιπόν, ξεκίνησε η κατασκευή του πύργου. Δούλεψαν πολλοί και σκληρά για την ολοκλήρωσή του, σαν σκλάβοι νύχτα-μέρα. Πολλοί από τους τεχνίτες αρρώστησαν βαριά και πέθαναν. Άλλοι έχασαν τη ζωή τους από ατύχημα και άλλοι έχασαν τα λογικά τους.
Οι πιστοί το θεώρησαν θεϊκό σημάδι. Μια προειδοποίηση, για ένα μεγαλύτερο κακό που θα ερχόταν στη συνέχεια.
Ο βασιλιάς όμως ούτε έβλεπε, ούτε άκουγε τίποτα. Ο πύργος θα ολοκληρωνόταν πάση θυσία. Κι έτσι έγινε. Χτίστηκε πάνω σε θεϊκά θεμέλια και άγγιξε τον ουρανό και τα άστρα. Φάνταζε αγέρωχος και επιβλητικός.
Μεγαλοπρεπής, όπως άρμοζε σε έναν θεό.
Ο βασιλιάς τα είχε καταφέρει. Με αυτό το έργο θα περνούσε στην αιωνιότητα.
Η απληστία του όμως και η κενοδοξία του, τον έκαναν να αγνοήσει τα σημάδια για το επερχόμενο τέλος. Ένα τέλος φοβερό και τρομερό για όλους.
Αυτό το μεγαλούργημα έπρεπε να το δει ο κόσμος. Έτσι αποφάσισε να τους καλέσει σε μια γιορτή που θα διοργάνωνε τον πρώτο μήνα του έτους του «ποντικού», όπως ονομαζόταν, με βάση τις δοξασίες του τόπου τους. Ένα έτος που θα σηματοδοτούσε την αλλαγή.
Έστειλε λοιπόν τελάληδες να μεταφέρουν το μήνυμα από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη, ότι ο βασιλιάς τους καλεί σε μια μεγάλη γιορτή για να τιμήσουν εκείνον και το έργο του.
Έφτασε λοιπόν η μέρα και κόσμος πολύς μαζεύτηκε στην Τανλάν για να θαυμάσει τον πύργο και να υποκλιθεί στον «Επίγειο Θεό»! Άφωνοι έμειναν μπροστά στην μεγαλοπρέπειά του. Τρόμαξαν από το μέγεθός του και ένιωσαν μικροί και ασήμαντοι μπροστά του.
Ο βασιλιάς καμάρωνε και κόμπαζε πως τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί του, πως ξεπέρασε θεούς και ανθρώπους.
Οι ουρανοί όμως άκουγαν και σύντομα θα τον τιμωρούσαν για την αλαζονεία του. Οι ουρανοί ανήκουν στους αθάνατους θεούς κι όχι στους φθαρτούς θνητούς.
Η μέρα κύλισε με γλέντι, τραγούδι και χορούς μέχρι το βράδυ, που κατάκοποι όλοι έπεσαν όπου μπόρεσαν να κοιμηθούν.
Από το επόμενο κιόλας πρωί, κάτι είχε αλλάξει. Κάτι συνέβαινε που πολλοί, κυρίως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, ένιωθαν, αλλά δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν. Ένας αδιόρατος φόβος τους κατέκλυζε και μια αδυναμία μυαλού και σώματος.
Πολλοί ήταν εκείνοι που παρατήρησαν μια σκιερή φιγούρα να κινείται ανάμεσά τους. Ψιλή, λιπόσαρκη, χωρίς πρόσωπο, ντυμένη με ρούχα θανάτου. Κυκλοφορούσε δίπλα τους ανεμπόδιστη και κάθε φορά που στεκόταν μπροστά σε κάποιον άνοιγε τα χέρια της, τον αγκάλιαζε και τον έκρυβε για πάντα κάτω από τον μαύρο της μανδύα.
Η φιγούρα συνέχιζε τον μακάβριο περίπατό της ανάμεσα στο πλήθος για τις επόμενες ώρες, μέρες και νύχτες, παίρνοντας για λεία της τους γηραιότερους.
Ανθρώπους αδύναμους στο σώμα, που δεν είχαν το σθένος να της αντισταθούν. Κάθε φορά που άρπαζε και κάποιον, μεγάλωνε σε μέγεθος.
Έπαιρνε ύψος και πλάτος. Εξαπλωνόταν. Έτσι έγινε γρήγορα ορατή και αντιληπτή από όλους. Έσπειρε τον φόβο και τον πανικό. Δεν ήξεραν πώς να την σταματήσουν. Έστεκαν αβοήθητοι μπροστά της, ανήμποροι και άοπλοι.
Της έδωσαν και όνομα. Την ονόμασαν Λιουσίν, που στην γλώσσα τους σημαίνει επιδημία! Μην μπορώντας να κάνουν οτιδήποτε, προκειμένου να σωθούν, έτρεξαν να κρυφτούν στα σπίτια τους. Έκλεισαν ερμητικά πόρτες και παράθυρα για να μην τρυπώσει μέσα. Τα πάντα ερήμωσαν. Εγκατέλειψαν τις δουλειές τους, άφησαν ακαλλιέργητη τη γη τους και πολύ γρήγορα ήρθαν αντιμέτωποι με την πείνα και την ανέχεια.
Ο βασιλιάς, προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτόν τον ύπουλο εχθρό, κάλεσε μάγους απ' όλο τον κόσμο να φτιάξουν μαγικά φίλτρα και σκόνες για να τις ρίξουν πάνω στη φονική φιγούρα και να την σκοτώσουν.
Μήνες ολάκερους οι μάγοι πάσχιζαν να βρουν το μαγικό φίλτρο που θα τους έσωζε. Πάνω από τεράστια καζάνια ανακάτευαν με τις κουτάλες τους σπάνια βότανα, μουρμουρίζοντας ξόρκια, για να σταματήσουν το κακό. Δεν κατάφερναν όμως τίποτα.
Η Λιουσίν εξαπλωνόταν κάθε μέρα και περισσότερο, σπέρνοντας τον θάνατο, μέχρι που ξέφυγε από τα όρια του βασιλείου της Τανλάν και έφτασε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, βυθίζοντας στην αγωνία και τον φόβο τους πάντες.
Ο βασιλιάς κατάλαβε πως η μόνη που ευθυνόταν γι’ αυτή τη δυστυχία ήταν η αλαζονεία του. Πρόσβαλε τους θεούς και εκείνοι τον τιμωρούσαν. Όλοι τον μισούσαν και τον καταριόταν. Τελικά, θα έμενε στην συνείδηση όλων ως ο πιο μισητός άνθρωπος της γης.
Έπρεπε να κάνει κάτι δραστικό για να τον συγχωρήσουν οι θεοί. Έτσι, αποφάσισε το μεγάλο έργο της ζωής του να το γκρεμίσει και να τοποθετήσει ξανά τους θεούς στον οίκο τους.
Ξεκίνησαν να γκρεμίζουν τον πύργο της έπαρσης και της αλαζονείας με ότι έβρισκε ο καθένας. Μικροί-μεγάλοι ρίχτηκαν στη δουλειά αποδομώντας το ανίερο έργο. ΄Ήταν η τελευταία τους ελπίδα για να σωθούν.
Τελικά, το θαύμα έγινε! Μόλις ξεθεμελιώθηκε και η τελευταία πέτρα του πύργου, συνέβη κάτι μαγικό. Μια χρυσή βροχή άρχισε να πέφτει από τον ουρανό και καθώς κυλούσε επάνω τους, τους έκανε να λάμπουν από ζωντάνια και υγεία.
Άρχισαν να νιώθουν δυνατοί και υγιείς όπως παλαιότερα. Η χαρά τους ήταν τέτοια, που άρχισαν πάλι να αγκαλιάζονται μεταξύ τους, να κλαίνε και να γελούν ταυτόχρονα.
Το κακό είχε πια περάσει. Όλα θα γύριζαν πια στον κανονικό τους ρυθμό και οι άνθρωποι θα συνέχιζαν τη ζωή τους από εκεί που την είχαν αφήσει. Θα κυκλοφορούσαν ξανά στους δρόμους, θα επέστρεφαν στις δουλειές τους, θα καλλιεργούσαν και πάλι τη γη τους και θα αγκάλιαζαν ξανά ο ένας τον άλλον χωρίς τον φόβο ότι θα τρυπώσει ανάμεσά τους η φιγούρα του θανάτου.
Όσο για τη φοβερή Λιουσίν, αυτή άρχισε σιγά-σιγά να φθίνει και να αποδυναμώνεται, μέχρι που στο τέλος έσβησε ολοκληρωτικά. Η χρυσή βροχή που έπεσε πάνω της, την διέλυσε παίρνοντάς της όλες τις δυνάμεις.
Έμεινε όμως για πάντα στην μνήμη των ανθρώπων και κυρίως στην μνήμη του βασιλιά, για να του υπενθυμίζει πως η αλαζονεία είναι θανάσιμο αμάρτημα και τιμωρείται σκληρά από τους νόμους τόσο των θεών, όσο και των ανθρώπων.


Ελένη Σαμιώτη
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας