Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Το διαγωνιστικό κομμάτι έχει ολοκληρωθεί και έχουν ανακοινωθεί οι νικητές. Έρχονται νεότερα για την έκδοση! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Γλυκιά μου Τίνα * Δε θέλεις να κοιμηθείς μαζί μου * Ένας ανεκτίμητος θησαυρός * Σουπάι: Η καρδιά του δαίμονα * Όλα γίνονται για κάποιο λόγο * Αντίο κύριε εισαγγελέα... * Μακροβίπερα * Ο ήχος των ορίων * Μην ξεχάσεις να αγαπάς * Προσπέρνα και ζήσε * Λύκοι στην πόλη * Όρκος στις φλόγες * Ο κατηραμένος όφις * Ο άντρας που κατάλαβε τις γυναίκες * Η φωτεινή πλευρά ενός γκρι ουρανού ** Νουβέλες: Ο Σπινέλλι στον Κάμπο * Δυο νουβέλες: Το μαρμάρινο τραπέζι και Ο Μάικ ανακαλύπτει την Αμερική ** Ποίηση: Μετάβαση * Ειρμός Αιτιών * Ηχώ του όχι: Μες στον λαβύρινθο * Νότες Νοσταλγίας * Lacrimosa * Είναι αυτά τα τελευταία ποιήματα που γράφω για σήμερα * Πώς αγαπάν ένα χρυσόψαρο * Η γάτα του Σρέντινγκερ * Δρομείς χρωμάτων ** Άλλα: Τέσσερα βιβλία των εκδόσεων Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος * Ο Κεκλημένος ** Διηγήματα: Πουλιά κι Ανεμώνες * Το τραγούδι των Ινουίτ * Όταν κλείνω τα μάτια ** Παιδικά: Το μαγικό δάσος * Η μάγισσα Πολύχρωμη και ο μικρός ζωγράφος * Γήινοι και εξωγήινοι και το σβηστό φεγγάρι ** Βιογραφία και Τέχνη: Ο Δάσκαλος Σταύρος Μεταλληνός: Θα επικρατήσει το φως και Η τέχνη της προσωπογραφίας

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021

Τὰ τρία ἐρωτήματα

Λέων Τολστόυ


Μία φορὰ καὶ ἕναν καιρό, ἕνας βασιλιὰς σκέφτηκε ὅτι ἂν ἤξερε πάντοτε τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ ν᾿ ἀρχίζει κάτι, ἂν ἤξερε ποιοὶ εἶναι οἱ κατάλληλοι ἄνθρωποι γιὰ ν᾿ ἀκούει καὶ ποιοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θάπρεπε ν᾿ ἀποφεύγει καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα ἂν ἤξερε πάντοτε ποιὸ εἶναι τὸ σημαντικότερο πράγμα νὰ κάνει, δὲ θὰ ἀποτύχαινε σὲ ὅ,τι ἐπιχειροῦσε.
Καὶ ὅταν τοῦ ἦρθε αὐτὴ ἡ σκέψη, φρόντισε νὰ διακηρυχθεῖ σὲ ὁλόκληρο τὸ βασίλειό του ὅτι θὰ ἔδινε σπουδαία ἀμοιβὴ σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τοῦ μάθαινε ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, ποιοὶ εἶναι οἱ πιὸ ἀναγκαῖοι ἄνθρωποι καὶ πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ξέρει ποιὸ εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα νὰ κάνει.
Καὶ ἦλθαν σοφοὶ ἄνθρωποι στὸ βασιλιά, ἀλλὰ ὅλοι ἔδωσαν διαφορετικὲς ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήματα.
Σ᾿ ἀπάντηση τοῦ πρώτου ἐρωτήματος, μερικοὶ εἶπαν ὅτι γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, πρέπει νὰ φτιάξει προκαταβολικὰ ἕνα πρόγραμμα ἡμερῶν, μηνῶν καὶ ἐτῶν καὶ νὰ τὸ ἀκολουθήσει πιστά. Μόνον ἔτσι, εἶπαν αὐτοί, θὰ μποροῦσε νὰ γίνει τὸ κάθε τί στὴν κατάλληλη στιγμή. Ἄλλοι δήλωσαν ὅτι θὰ ἦταν ἀδύνατο ν᾿ ἀποφασίσει κανεὶς ἐκ τῶν προτέρω τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, ἀλλὰ ἂν δὲν ἀφήσει τὸν ἑαυτό του νὰ ἀπορροφηθεῖ σὲ μάταιες ἐνασχολήσεις, θὰ μποροῦσε πάντοτε νὰ προσέχει τί συμβαίνει καὶ τότε νὰ κάνει ὅ,τι θὰ ἦταν ἀναγκαῖο. Ἄλλοι πάλι εἶπαν, ὅτι ὅσο κι ἂν πρόσεχε ὁ βασιλιὰς ὅ,τι συνέβαινε, θὰ ἦταν ἀδύνατο σὲ ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἀποφασίζει σωστὰ ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, γι᾿ αὐτὸ θἄπρεπε νὰ ἔχει ἕνα συμβούλιο ἀπὸ σοφοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσαν νὰ καθορίσει τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε τί.
Ἀλλὰ πάλι, ἄλλοι τοῦ εἶπαν ὅτι ὑπάρχουν ὁρισμένα πράγματα ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν νὰ περιμένουν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ ἕνα συμβούλιο καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα πρέπει κανεὶς νὰ ἀποφασίσει ἀμέσως ἂν θὰ τὰ ἐπιχειρίσει ἢ ὄχι. Γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ὅμως κανεὶς νὰ τὸ ἀποφασίσει αὐτό, πρέπει νὰ ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζει τί πρόκειται νὰ συμβεῖ. Μόνο μάγοι μποροῦν νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ καὶ γι᾿ αὐτό, γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, πρέπει νὰ συμβουλεύεται μάγους.
Ἐξ ἴσου ποικίλες ἦταν οἱ ἀπαντήσεις καὶ στὸ δεύτερο ἐρώτημα. Μερικοὶ εἶπαν ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποὺ χρειάζεται περισσότερο ὁ βασιλιὰς εἶναι οἱ σύμβουλοί του, ἄλλοι οἱ ἱερεῖς, ἄλλοι οἱ γιατροί, ἐνῶ ἄλλοι εἶπαν ὅτι πιὸ ἀναγκαῖοι εἶναι οἱ πολεμιστές.
Στὸ τρίτο ἐρώτημα γιὰ τὸ ποιὰ εἶναι πιὸ σπουδαία ἐνασχόληση, μερικοὶ ἀπάντησαν ὅτι πιὸ σπουδαῖο πράγμα στὸ κόσμο εἶναι οἱ ἐπιστῆμες. Ἄλλοι εἶπαν ὅτι εἶναι ἡ πολεμικὴ ἐπιδεξιότητα, καὶ ἄλλοι πάλι ὅτι εἶναι ἡ θρησκευτικὴ λατρεία.
Ὅλες οἱ ἀπαντήσεις ἦταν διαφορετικὲς καὶ ὁ βασιλιὰς δὲ συμφώνησε σὲ καμιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ σὲ καμιὰ δὲν ἔδωσε σημασία. Ἀλλὰ θέλοντας ἀκόμη νὰ βρεῖ τὶς σωστὲς ἀπαντήσεις, ἀποφάσισε νὰ συμβουλευτεῖ ἕναν ἐρημίτη πολὺ γνωστὸ γιὰ τὴν σοφία του.
Ὁ ἐρημίτης ζοῦσε σ᾿ ἕνα δάσος ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο δὲν ἀπομακρυνόταν ποτὲ καὶ δὲ δεχόταν παρὰ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι ὁ βασιλιὰς ντύθηκε ἁπλὰ ροῦχα καὶ πρὶν φτάσει στὸ κελὶ τοῦ ἐρημίτη, κατέβηκε ἀπ᾿ τ᾿ ἄλογό του, ἄφησε πίσω τὴ φρουρά του καὶ πῆγε μόνος του.
Ὅταν πλησίασε ὁ βασιλιάς, ὁ ἐρημίτης ἔσκαβε τὴ γῆ μπροστὰ στὴν καλύβα του. Ὅταν εἶδε τὸ βασιλιά, τὸν χαιρέτησε καὶ συνέχισε νὰ σκάβει. Ὁ ἐρημίτης ἦταν ἄνθρωπος ἀσθενικὸς καὶ ἀδύνατος καὶ κάθε φορὰ ποὺ σφήνωνε τὴν ἀξίνα του στὴν γῆ γιὰ νὰ σηκώσει λίγο χῶμα, ἀνάπνεε βαριά.
Ὁ βασιλιὰς τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἦρθα σὲ σένα σοφὲ ἐρημίτη γιὰ νὰ σὲ ρωτήσω τρία πράγματα: Πῶς θὰ μάθω νὰ κάνω τὸ κατάλληλο πράγμα στὴν κατάλληλη στιγμή, ποιοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ χρειάζομαι περισσότερο καὶ ἑπομένως ποιοὺς θὰ πρέπει νὰ προσέχω περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ποιὲς ὑποθέσεις εἶναι πιὸ σπουδαῖες καὶ χρειάζονται περισσότερο προσοχή;»
Ὁ ἐρημίτης ἄκουσε τὸ βασιλιά, ἀλλὰ δὲν ἔδωσε καμιὰ ἀπάντηση. Μόνο ἔφτυσε στὶς παλάμες του καὶ ξανάρχισε τὸ σκάψιμο.
«Εἶσαι κουρασμένος», εἶπε ὁ βασιλιάς, «ἄσε μὲ νὰ πάρω τὴν ἀξίνα καὶ νὰ δουλέψω ἐγὼ λίγο γιὰ σένα».
«Εὐχαριστῶ», εἶπε ὁ ἐρημίτης καὶ δίνοντας τὴν ἀξίνα στὸ βασιλιὰ κάθησε κάτω στὸ χῶμα.
Ὅταν ἔσκαψε ὁ βασιλιὰς δύο αὐλάκια, σταμάτησε καὶ ἐπανέλαβε τὰ ἐρωτήματά του. Ὁ ἐρημίτης καὶ πάλι δὲν ἀπάντησε, ἀλλὰ σηκώθηκε, ἅπλωσε τὸ χέρι του νὰ πάρει τὴν ἀξίνα καὶ εἶπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο καὶ ἄσε μένα νὰ δουλέψω λιγάκι».
Ὁ βασιλιὰς ὅμως δὲν τοῦ ἔδωσε τὴν ἀξίνα καὶ συνέχισε νὰ σκάβει. Πέρασε μία ὥρα καὶ ἄλλη μία. Ὁ ἥλιος ἄρχισε νὰ δύει πίσω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ ὁ βασιλιὰς στὸ τέλος σφήνωσε τὴν ἀξίνα στὸ χῶμα καὶ ἔιπε: «Ἦρθα σὲ σένα σοφὲ ἄνθρωπε γιὰ μία ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματά μου. Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ μοῦ δώσεις καμιά, πές το μου νὰ γυρίσω στὸ σπίτι μου».
«Νά, κάποιος ἔρχεται τρέχοντας», εἶπε ὁ ἐρημίτης. «Ἂς δοῦμε ποιὸς εἶναι».
Ὁ βασιλιὰς γύρισε καὶ εἶδε ἕνα γενειοφόρο ἄνδρα νὰ ἔρχεται τρέχοντας ἀπὸ τὸ δάσος, σφίγγοντας μὲ τὰ χέρια του τὸ στομάχι του, ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο ἔτρεχε ποτάμι τὸ αἷμα. Ὅταν πλησίασε τὸ βασιλιά, ἔπεσε λιπόθυμος στὸ χῶμα βγάζοντας ἕναν ἐλαφρὺ ἀναστεναγμό. Ὁ βασιλιὰς καὶ ὁ ἐρημίτης ξεκούμπωσαν τὰ ροῦχα του. Ὑπῆρξε ἕνα μεγάλο τραῦμα στὸ στομάχι του. Ὁ βασιλιὰς τὸ ἔπλυνε ὅσο καλλίτερα μποροῦσε καὶ τὸ ἔδεσε μὲ τὸ μαντήλι του καὶ μὲ μία πετσέτα ποὺ τοὔδωσε ὁ ἐρημίτης. Ἀλλὰ τὸ αἷμα δὲ σταματοῦσε νὰ τρέχει καὶ ὁ βασιλιὰς ξανὰ καὶ ξανὰ ἄλλαζε τὸν ἐπίδεσμο, μουσκεμένο ἀπὸ καυτὸ αἷμα, τὸν ἔπλενε καὶ ξανάδενε τὸ τράυμα. Ὅταν σταμάτησε νὰ τρέχει τὸ αἷμα, ὁ πληγωμένος συνῆλθε καὶ ζήτησε κάτι νὰ πιεῖ. Ὁ βασιλιὰς ἔφερε φρέσκο νερὸ καὶ τοῦ τὸ ἔδωσε. Στὸ μεταξὺ ὁ ἥλιος ἔδυσε καὶ ἄρχισε νὰ κρυώνουν. Ἔτσι ὁ βασιλιὰς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἐρημίτη μετέφερε τὸν πληγωμένο στὴν καλύβα καὶ τὸν ξάπλωσε στὸ κρεβάτι. Ὅταν ξάπλωσεστο κρεβάτι ὁ πληγωμένος, ἔκλεισε τὰ μάτια του καὶ ἡσύχασε, ἀλλὰ ὁ βασιλιὰς ἦταν τόσο κουρασμένος ἀπ᾿ τὸ περπάτημα καὶ τὴ δουλειὰ ποὺ εἶχε κάνε, ποὺ κάθησε στὸ κατώφλι καὶ τὸν πῆρε καὶ αὐτὸν ὁ ὕπνος τόσο βαθιά, ὥστε κοιμήθηκε συνέχεια ὅλη τὴν καλοκαιριάτικη νύχτα. Ὅταν ξύπνησε τὸ πρωί, πέρασε πολλὴ ὥρα πρὶν μπορέσει νὰ θυμηθεῖ ποὺ ἦταν, ἢ ποιὸς ἦταν ὁ ἄγνωστος γενειαφόρος ἄνδρας ποὺ ἦταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι καὶ τὸν κοίταζε ἔντονα καὶ μὲ φλογισμένα μάτια.
«Συγχώρεσέ με», εἶπε ὁ γενειαφόρος ἄνδρας μὲ μία ἀσθενικὴ φωνή, ὅταν εἶδε ὅτι ὁ βασιλιὰς εἶχε ξυπνήσει καὶ τὸν κοίταζε.
«Δὲ σὲ ξέρω καὶ δὲν ἔχω τίποτε νὰ σοῦ συγχωρήσω», εἶπε ὁ βασιλιάς.
«Ἐσὺ δὲ μὲ ξέρεις, ἀλλὰ ἐγὼ σὲ ξέρω. Εἶμαι αὐτὸς ὁ ἐχθρός σου ποὺ ὁρκίστηκε νὰ πάρει ἐκδίκηση ἀπὸ σένα, γιατὶ ἐκτέλεσες τὸν ἀδελφό του καὶ κατάσχεσες τὴν περιουσία του. Ἤξερα πὼς εἶχες πάει μόνος σου νὰ δεῖς τὸν ἐρημίτη καὶ ἀποφάσισα νὰ σὲ σκοτώσω στὴν ἐπιστροφή. Ἀλλὰ πέρασε ἡ ἡμέρα καὶ δὲν γύρισες. Ἔτσι βγῆκα ἀπ᾿ τὴν ἐνέδρα μου καὶ ἔπεσα στοὺς φρουρούς σου καὶ αὐτοὶ μὲ ἀναγνώρισαν καὶ μὲ τραυμάτισαν. Τοὺς ξέφυγα, ἀλλὰ θὰ εἶχα πεθάνει ἀπ᾿ τὴν αἱμορραγία, ἂν ἐσὺ δὲν εἶχες φροντίσει τὸ τραῦμα μου. Ἐγὼ ἤθελα νὰ σὲ σκοτώσω κι ἐσὺ μοῦ ἔσωσες τὴν ζωή. Τώρα, ἂν ζήσω, κι ἂν τὸ θέλεις κι ἐσύ, θὰ σὲ ὑπηρετήσω σὰν ὁ πιὸ πιστός σου σκλάβος καὶ θὰ ζητήσω ἀπ᾿ τοὺς γιούς μου νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Συγχώρεσέ με».
Ὁ βασιλιὰς ἦταν πολὺ εὐχαριστημένος ποὺ εἶχε συμφιλιωθεῖ τόσο εὔκολα μὲ τὸν ἐχθρό του καὶ ποὺ εἶχε κάνει ἕνα φίλο καὶ ὄχι μόνο τὸν συγχώρεσε, ἀλλὰ εἶπε ὅτι θὰ ἔστελνε τοὺς ὑπηρέτες του καὶ τὸ προσωπικό του γιατρὸ νὰ τὸν φροντίσουν καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ ξαναδώσει τὴν περιουσία του.
Ἀφοῦ ἔφυγε ἀπ᾿ τὸν πληγωμένο ὁ βασιλιάς, πῆγε ἔξω στὸν ἐξώστη καὶ κοίταξε τριγύρω νὰ βρεῖ τὸν ἐρημίτη. Ἤθελε πρὶν φύγει, νὰ τὸν παρακαλέσει ἀκόμη μία φορὰ νὰ ἀπαντήσει στὰ ἐρωτήματα ποὺ τοῦ εἶχε κάνει. Ὁ ἐρημίτης ἦταν ἔξω γονατισμένος καὶ φύτευε σπόρους στ᾿ αὐλάκια πού ῾χαν σκαφτεῖ τὴν προηγούμενη μέρα.
Ὁ βασιλιὰς τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Γιὰ τελευταία φορὰ σὲ παρακαλῶ ἀπάντησε στὰ ἐρωτήματά μου, σοφὲ ἄνθρωπε». «Μὰ ἔχουν ἤδη ἀπαντηθεῖ», εἶπε ὁ ἐρημίτης, σκύβοντας ἀκόμα στ᾿ ἀδύνατα πόδια του καὶ κοιτάζοντας πρὸς τὸ βασιλιὰ ποὺ στεκόταν μπροστά του.
«Πῶς ἀπαντήθηκαν; Τί ἐννοεῖς;», εἶπε ὁ βασιλιάς.
«Δὲ βλέπεις;», ἀπάντησε ὁ ἐρημίτης. «Ἂν δὲν εἶχες λυπηθεῖ χθὲς τὴν ἀδυναμία μου καὶ δὲν εἶχες σκάψει γιὰ μένα τ᾿ αὐλάκια, ἀλλὰ εἶχες φύγει, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ σοῦ εἶχε ἐπιτεθεῖ καὶ θὰ εἶχες μετανοιώσει ποὺ δὲν ἔμεινες μαζί μου. Ἔτσι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμὴ ἦταν ὅταν ἔσκαβες τ᾿ αὐλάκια, κι ἐγὼ ἤμουν ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος καὶ τὸ νὰ μοῦ κάνεις καλὸ ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία δουλειά. Ὕστερα, ὅταν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦρθε σὲ μᾶς, ἡ πιὸ σπουδαία στιγμὴ ἦταν ὅταν τὸν φρόντιζες, γιατὶ ἂν δὲν εἶχες δέσει τὸ τραῦμα του, θὰ πέθαινε χωρὶς νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί σου. Ἔτσι αὐτὸς ἦταν ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκανες γι᾿ αὐτὸν ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία δουλειά. Νὰ θυμᾶσαι λοιπόν: Ὑπάρχει μόνο μία στιγμὴ ποὺ εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία, τὸ παρόν. Εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμή, γιατὶ εἶναι ἡ μόνη πάνω στὴν ὁποία ἔχεις κάποια δύναμη. Ὁ πιὸ ἀναγκαῖος ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο βρίσκεσαι, γιατὶ κανένας ἄνθρωπος δὲν ξέρει ἂν θὰ ἔχει ποτὲ πάρε-δῶσε μὲ κάποιον ἄλλο. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα εἶναι νὰ τοῦ κάνεις καλό, γιατὶ μόνο γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ ἔχεις ἔλθει σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!»
Τώρα λοιπὸν βλέπεις ὅτι πρέπει νὰ τρέχεις συνεχῶς γιὰ νὰ παραμένεις στὴν ἴδια θέση. Ἂν θέλεις νὰ πᾶς κάπου ἀλλοῦ θὰ πρέπει νὰ τρέχεις τουλάχιστον δύο φορὲς περισσότερο...

🌿

Ο Λέων Τολστόυ (Лев Николаевич Толстой - Λεβ Νικολάιεβιτς Τολστόυ) ήταν Ρώσος συγγραφέας και φιλόσοφος. Έγραψε Τα τρία ερωτήματα το 1885.
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα του Toyist Zigowst (The first wise man - Ο πρώτος σοφός άνθρωπος). Ο πίνακας "κυκλοφορεί" με την ακόλουθη ιστορία: Μια μαϊμού περνά από μια πλαγιά όπου φυτρώνουν μανιτάρια. Καθώς είναι πεινασμένη τρώει ένα και... γίνεται ο πρώτος σοφός άνθρωπος! Μελετά τον κόσμο και τη θέση του σε αυτόν. Μια θεωρία για την εξέλιξη της ανθρωπότητας αναφέρει ότι η ανάπτυξη της εγκεφαλικής δύναμης του ανθρώπου οφειλόταν σε μαγικά μανιτάρια.

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Όρκος στις φλόγες, Μαρίνα ΧρόνηΤέσσερις τίτλοι των εκδόσεων Θεοδόσης Αγγ. ΠαπαδημητρόπουλοςΛύκοι στην πόλη, Άννα ΜικροπούλουΔυο νουβέλες, Χρυσούλας Πατρώνου-ΠαπατέρπουΟ Σπινέλλι στον Κάμπο, Πάνος ΠαντελούκαςΤο τραγούδι των Ινουίτ, Λίλια ΤσούβαΟ ήχος των ορίων, Χρήστος Θ. Παπαδημητρίου
Πώς αγαπάν ένα χρυσόψαρο, Θάνος ΚαπλάνηςΕίναι αυτά τα τελευταία ποιήματα που γράφω για σήμερα, Θ. ΟρφανίδηςΚαραϊσκάκης: Ο παρεξηγημένος ήρωας, Γιάννης ΚωσταράςΠροσπέρνα και ζήσε, Φίλη ΝτόγκαΗ φωτεινή πλευρά ενός γκρι ουρανού, Νίκου ΑντωνίουΔρομείς χρωμάτων, Αναστασίας ΔούσηΜην ξεχάσεις να αγαπάς, Χαρά Ανδρέου
Γήινοι και εξωγήινοι και το σβηστό φεγγάρι, Ευαγγελίας ΤσαπατώραLacrimosa, Χρυσάνθη Ιακώβου
Ο άντρας που κατάλαβε τις γυναίκες, Στέργου ΚαλλιγάΟ κατηραμένος όφις, Πέτρος ΕυαγγελόπουλοςΟ Κεκλημένος, Ελένη ΣέννοιαΌταν κλείνω τα μάτια, Γιώργου ΜεσολογγίτηΗ γάτα του Σρέντινγκερ, Τζωρτζίνα Κουριαντάκη