Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Το διαγωνιστικό κομμάτι έχει ολοκληρωθεί και έχουν ανακοινωθεί οι νικητές. Έρχονται νεότερα για την έκδοση! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Ένας ανεκτίμητος θησαυρός * Όλα γίνονται για κάποιο λόγο * Αντίο κύριε εισαγγελέα... * Μακροβίπερα * Ο ήχος των ορίων * Μην ξεχάσεις να αγαπάς * Προσπέρνα και ζήσε * Λύκοι στην πόλη * Όρκος στις φλόγες * Ο κατηραμένος όφις * Ο άντρας που κατάλαβε τις γυναίκες * Η φωτεινή πλευρά ενός γκρι ουρανού * Χρυσό αίμα * Κλεψύδρα εκδίκησης ** Νουβέλες: Ο Σπινέλλι στον Κάμπο * Δυο νουβέλες: Το μαρμάρινο τραπέζι και Ο Μάικ ανακαλύπτει την Αμερική ** Ποίηση: Μετάβαση * Ηχώ του όχι: Μες στον λαβύρινθο * Νότες Νοσταλγίας * Lacrimosa * Είναι αυτά τα τελευταία ποιήματα που γράφω για σήμερα * Πώς αγαπάν ένα χρυσόψαρο * Η γάτα του Σρέντινγκερ * Δρομείς χρωμάτων * Σκιαγραφήματα ** Άλλα: Τέσσερα βιβλία των εκδόσεων Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος * Ο Κεκλημένος * Πέτρα, πέτρα χτίζεται ** Διηγήματα: Πουλιά κι Ανεμώνες * Το τραγούδι των Ινουίτ * Όταν κλείνω τα μάτια * Ο αμόλυντος και άλλες ιστορίες ** Παιδικά: Το μαγικό δάσος * Η μάγισσα Πολύχρωμη και ο μικρός ζωγράφος * Γήινοι και εξωγήινοι και το σβηστό φεγγάρι ** Βιογραφία και Τέχνη: Ο Δάσκαλος Σταύρος Μεταλληνός: Θα επικρατήσει το φως και Η τέχνη της προσωπογραφίας

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2021

Ἀθανάσης Διάκος

Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

Μουσείο Μπενάκη, Προσωπογραφία Αθανάσιου Διάκου, του καλλιτέχνη Κοζή Δεσύλλα

Οἱ τρεῖς
Διάκος, Πανουριᾶς, Δυοβουνιώτης


-Διάκε, χαρὰ στὸν ὕπνο σου!
                                           -Καλῶς τὸ Δυοβουνιώτη,
καλή σου μέρα, Πανουριᾶ... Μὴ μὲ προπῆρ᾿ ἡ ὥρα;
Ἐξέχασα, ἐγελάστηκα, γλυκὰ κρυφομιλώντας,
ἀδέρφια, μὲ τὴ μάνα μου, ποὖρθε νὰ μ᾿ εὕρῃ ἀπόψε.
-Θανάση, ἂν δὲ σοῦ ζήλεψα τὰ νειῶτα, τὴν ἀνδρειά σου,
τ᾿ ἄρματα τ᾿ ἀξετίμωτα, τὸ μάτι, τὸ τραγούδι,
ζηλεύω αὐτὴν τὴν ξαστεριὰ πὤχει τὸ μέτωπό σου!
Ἔστησε στὸ κατώφλι μας τὸ νεκροκρέββατό του
ὁ Χάρος καὶ μᾶς καρτερεῖ. Ξήπλεγαις, τρομασμέναις
μανάδες ἀναρίθμηταις μὲ κουφωμένα στήθια
φεύγουν στὰ πλάγια νὰ κρυφτοῦν μὲ τὰ βυζασταρούδια.
Τὰ ὄρνια ἐμυριστήκανε τὸ σκοτωμὸ ποὺ θἄρθῃ
καὶ γρούζουν ἀνυπόμονα τροχίζοντας τὰ νύχια,
καὶ σὺ κοιμᾶσαι σὰν ἀρνί! Θανάση σὲ ζηλεύω!...
-Δὲν ἔχω πέτρινη ψυχή. Τοῦ κόσμου τὴ λαχτάρα
μέσα στὴ φλέβα τῆς καρδιᾶς σὰ σίδερο λυωμένο
τὴ νοιώθω π᾿ ἀναδεύεται καὶ μὲ σαρακοτρώγει.
Συχώρεσέ με, Πανουριᾶ, πρώτη φορὰν ἀπόψε
ἀφ᾿ ὅτου ζώνω τ᾿ ἄρματα μ᾿ ἐξάφνισε τ᾿ ἀστέρι.
Μὴ μὤχετε βαρύγνωμο. Ποιὸς ξέρει μὴν ἡ μοῖρα,
ἀδέρφια, μ᾿ ἀποκοίμησε γιὰ νὰ μὲ συνειθίσῃ
στοῦ τάφου τὸ τρισκότειδο. Ἐγὼ κι᾿ ὁ γερο Χάρος
ἐψὲς λογαριαστήκαμε, καὶ στὸ κατάστιχό του
ἕνα μικρὸ κατεβατὸ μένει ἄγραφο γιὰ μένα.
Γνοιαστῆτ᾿ ἐσεῖς τοὺς ζωντανούς. Ἐγὼ θὰ πολεμήσω
γιὰ τὰ παληά μας κόκκαλα. Στὴ φλόγα τοῦ πολέμου,
σὰ μέσα σ᾿ ἕνα θυμιατό, θὰ ρίξω τὸ κορμί μου
νὰ γένω νεκρολίβανο στὸ φοβερὸ τρισάγιο.
-Μὴν τὰ ξεσυνερίζεσαι τοῦ Πανουριᾶ τὰ λόγια.
Θυμήσου, Διάκε, μοναχά, πὼς ἄδειασεν ἡ φλέβα
τοῦ δύστυχου τοῦ γένους μας, καὶ μία ρανίδα τώρα
ἂν στάξῃ ἀπὸ τὸ αἷμα μας στὴ γῆ χωρὶς ἐλπίδα,
ἀντὶ νἆναι μνημόσυνο, μπορεῖ νἆναι κατάρα.
Ξέρω τί κρύβεις στὴν καρδιά, γνωρίζω τί θὰ κάμῃς...
-Ποιὸς μ᾿ ἐμαρτύρησε σ᾿ ἐσᾶς;
                                             -Κανένας, μὴ θυμόνεις.
Εἶδα κ᾿ ἐγὼ τὴ μάνα σου ἀπόψε στὄνειρό μου
καὶ μοὖπε νἄρθω νὰ σ᾿ εὑρῶ καὶ νὰ σοῦ πῶ, Θανάση,
ποὺ ἂν χαλαστοῦμε σήμερα, θὰ νὰ δειλιάσῃ ὁ κόσμος
καὶ θὰ χουμήσῃ ἡ Ἀρβανιτιὰ πυκνὴ σὰν τὴν ἀκρίδα,
καὶ τἄλογο τοῦ Ὁμέρπασα ποιὸς θὰ τ᾿ ἀποστομώσῃ;
-Ὁ γυιὸς τοῦ Ἀνδρούτσου στὴ Γραβιά!
                                         -Τί θέλεις, Δυοβουνιώτη;
Νὰ πάει τὸ Γοργοπόταμο θολὸ κ᾿ ἐντροπιασμένο
νὰ πῇ στὴν ἄγρια θάλασσα, πὼς δὲν εὑρέθηκ᾿ ἕνας
τὰ ξακουσμένα του νερὰ μὲ δυὸ ρανίδαις αἷμα
σ᾿ αὐτὸ τὸ πρῶτο βάφτισμα ν᾿ ἁγιάσῃ, νὰ μυρώσῃ;
Κ᾿ ἡ θάλασσα μουγκρίζοντας νὰ τρέξῃ στ᾿ ἀκρογιάλια,
σὰ φοβερὸς διαλαλητής, κι᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
νὰ μάθουν πῶς γιορτάζομε τὴ νεκρανάστασή μας;...
Νἆναι ὁ Βρυώνης στὰ Θερμιὰ καὶ νὰ μὴν εὕρῃ ἐμπρός του
δέκα κουφάρια ξαπλωτὰ γιὰ νὰ σκοντάψῃ ἐπάνω!
Νὰ μὴ βαφῇ τὸ πέταλο στοῦ ἀλόγου του τὸ νύχι!...
Ἀδέρφια, τἀποφάσισα καὶ μοναχὸς ἂν μείνω,
θ᾿ ἁπλώσω ὀργυιὰ τὰ χέρια μου, τὰ πόδια θὰ ριζώσω,
κι᾿ ἂν δὲ μὲ ξεχωνιάσουνε κι᾿ ἂν δὲ μὲ κατακόψουν,
δὲ θὰ μὲ διώξουν ἀπεκεί, δὲ θὰ μοῦ ἰδοῦν τὴ φτέρνα.
Καὶ σὺ τί λέγεις, Πανουριᾶ;
                                                -Μ᾿ ἐθάμπωσε ἡ ἀχτίδα,
π᾿ ἀστράφτει ἀπὸ τὰ μάτια σου. Τριγύρω στὰ μαλλιά σου
παίζει τὸ γλυκοχάραμα. Μοῦ φαίνεσαι μεγάλος,
ψηλὸς ὡσὰν τὸν Ὄλυμπο καὶ στέκω καὶ προσμένω
ἐμπρός σου ἀκίνητος, βουβός, Διάκε, νὰ ἰδῶ τὸν ἥλιο,
π᾿ ὥραν τὴν ὥρα θὰ προβῇ ἀπ᾿ τ᾿ ἀντικέφαλό σου.
-Τί λόγος, γέρο Πανουριᾶ, τί φοβερὴ βλαστήμια
ξαγλίστρησ᾿ ἀπ᾿ τὰ χείλη σου! Αὐτὸ τὸ φῶς, ποὺ βλέπεις,
ἂς μὴ τὸ σκοτειδιάσωμε... Ἐσὺ στὴ Χαλκομμάτα
σῦρε νὰ ρίξης θέμελο. Στεῖλε τὸν Παπαντρία
νὰ πάῃ στοῦ Μουσταφάμπεη μὲ τὸν Κομνὰ τὸν Τράκα.
Καὶ πρὶν ἀρχίσῃ ὁ πόλεμος, θυμήσου ὁ Ἡσαΐας
νὰ βγῇ ψηλὰ στὸ ξέφαντο κ᾿ ἐκεῖθε νὰ κηρύξῃ
τὸν φοβερὸν τὸν ὅρκο μας, γιὰ νὰ γνωρίσῃ ὁ κόσμος
ὅτι τὸ ράσο τοῦ παπᾶ κ᾿ ἡ μίτρα τοῦ Δεσπότη
θὰ γένουν Χάρου φλάμπουρο καὶ σκιάχτρο καὶ σκοτάδι
καὶ κατασάρκι μελανὸ στὴν Ἅγια Τράπεζά μας,
ὅσο σ᾿ αὐτὰ τὰ χώματα δαφνοστεφανωμένη
ἡ δουλωμένη Ἐκκλησιὰ τὸ μέτωπο δὲ δείξῃ.
-Δὲν εἶμαι, Διάκε, Πανουριᾶς, νἆμαι γυναῖκα χήρα
καὶ νὰ μὲ πνίξῃ τὸ ψωμί, ποὺ ἐφάγαμε στὰ πλάγια,
ἂν λησμονήσω σήμερα τὸ βάφτισμα, τὸν ὅρκο.
-Ἐσὺ τὸ Γοργοπόταμο θὰ πιάσῃς, Δυοβουνιώτη,
καὶ πολεμώντας τὸν ἐχθρὸ λησμόνησε πὼς ἔχεις
κλεισμένο μὲς στὰ Γιάννινα τὸ Γιῶργο, τὸ παιδί σου.
Βλέπε τὸ ρέμμα τοῦ νεροῦ, κᾶμε το ν᾿ ἁρμυρίσῃ
μὲ δάκρυ τῆς Ἀρβανιτιᾶς. Στεῖλε το ματωμένο
στὰ μακρινὰ τ᾿ ἀδέρφια μας τὸν τρύγο σου νὰ φέρῃ
ὡσὰν πρωτόλουβο καρπό, μαζὶ μὲ τὤνομά σου.
Ὁ Βακογιάννης στὰ ριζά, καὶ πλεύρα στὸ γεφύρι
τῆς Ἀλαμάνας, Πανουριᾶ, θὰ στήσω τὸν Καλύβα.
Εἰς τὴν Δαμάστα μένω ἐγώ, σὰς τὸ ζητῶ γιὰ χάρη,
κι᾿ ὅταν ἀρχίσουνε... Σιωπή!... μοῦ ῾κάστηκε πὼς εἶδα
σὰν ἕναν ἴσκιο νὰ διαβῇ... Ἐσ᾿ εἶσαι, μωρὲ Μῆτρε;
-Ἐγᾦμαι, καπετάνιε μου.
                                               -Πατεῖς βουβὰ τὴ νύχτα
καὶ δὲ σ᾿ ἐγνώρισα μὲ μιᾶς. Μὲ δίκηο νυχτοπούλι
σὲ κράζουν οἱ συντρόφοι μας. Τί φέρνεις παλληκάρι;
-Ἐκίνησε ὁ Ὁμέρπασας ἀπὸ τὸ λιανοκλάδι.
-Πέτα, ροβόλα, Πανουριᾶ... Στ᾿ ἄρματα, Δυοβουνιώτη...
Χριστὸς ἀνέστη, ἀδέρφια μου! Καλῶς ν᾿ ἀνταμωθοῦμε
ἀπόψε πάλαι νικηταί. Κι᾿ ἂν δὲ μὲ μεταϊδῆτε,
δὲν θέλω νὰ μὲ κλάψετε. Θέλω, σὰν πολεμᾶτε,
τὴν πρώτη σας τὴν τουφεκιά, τὸ πρῶτο σὰς τὸ βόλι
γιὰ μένα νὰ τὸ ρίχνετε, γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Διάκου.
Ἐφιληθήκανε καὶ οἱ τρεῖς. Τὰ χείλη τοῦ Θανάση
ἐλουλουδίζανε χαρά, σπιθοβολοῦν τὰ μάτια,
στὸ κρύο τἀγέρι τοῦ βουνοῦ καπνίζει ὁ ἀνασασμός του,
λὲς ἀπὸ βράχου σχισματιὰ οἱ ἀκοίμηταις οἱ φλόγαις,
ὁποὺ κρυφόβραζαν βαθειὰ στοῦ γένους μας τὰ σπλάγχνα


Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε προσωπογραφία Αθανάσιου Διάκου, του καλλιτέχνη Κοζή Δεσύλλα (Μουσείο Μπενάκη)

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Όρκος στις φλόγες, Μαρίνα ΧρόνηΗ γάτα του Σρέντινγκερ, Τζωρτζίνα ΚουριαντάκηΛύκοι στην πόλη, Άννα ΜικροπούλουΔυο νουβέλες, Χρυσούλας Πατρώνου-ΠαπατέρπουΟ αμόλυντος και άλλες ιστορίες, Θεόδωρου ΠάλλαΣκιαγραφήματα, Ευγενίας Β. ΣιδέρηΟ ήχος των ορίων, Χρήστος Θ. Παπαδημητρίου
Πώς αγαπάν ένα χρυσόψαρο, Θάνος ΚαπλάνηςΠέτρα πέτρα χτίζεται, Μαριέλλης Σφακιανάκη-ΜανωλίδουΚαραϊσκάκης: Ο παρεξηγημένος ήρωας, Γιάννης ΚωσταράςΠροσπέρνα και ζήσε, Φίλη ΝτόγκαΗ φωτεινή πλευρά ενός γκρι ουρανού, Νίκου ΑντωνίουΔρομείς χρωμάτων, Αναστασίας ΔούσηΜην ξεχάσεις να αγαπάς, Χαρά Ανδρέου
Γήινοι και εξωγήινοι και το σβηστό φεγγάρι, Ευαγγελίας ΤσαπατώραΧρυσό αίμα, Θεόφιλου Γιαννόπουλου
Ο άντρας που κατάλαβε τις γυναίκες, Στέργου ΚαλλιγάΟ κατηραμένος όφις, Πέτρος ΕυαγγελόπουλοςΟ Κεκλημένος, Ελένη ΣέννοιαΌταν κλείνω τα μάτια, Γιώργου ΜεσολογγίτηΚλεψύδρα εκδίκησης, Λευτέρη Σοφία