Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Κυκλοφορεί ήδη το συλλογικό έργο, με κείμενα που διαγωνίστηκαν, από τις εκδόσεις Δερέ. *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Η νύφη που δεν γέλασε * Θύματα * Η αύρα του έρωτα * Ο θησαυρός της Σμύρνης * Ο Αρσάμης της Περσίας * Ίχνη στα όνειρα * Τα ίχνη του αίματος * Υπεράνω πάσης υποψίας * Μια ανάσα πριν το τέλος * Γιαννέσα * Είκοσι τσουβάλια λίρες ** Ποίηση: Κατάβασις * Με φόβο και πάθος * Το όνομα του έρωτα * Πικραλίδα * Η εξορία του Σειληνού ** Άλλα: Πέντε βιβλία των εκδόσεων Ελκυστής ** Διηγήματα: Τα αχνά φώτα της Μάρφα * Μέχρι να δω τον Άλκη * Φρούτα στο πιάτο και άλλες τρυφερότητες ** Παιδικά: Η γοργόνα με τα όμορφα πόδια * Μικροί μαθητές της ζωής * Ο νέος εφιάλτης: Η ομάδα των 5 εναντίον...? ** Νουβέλες: Θα τα πω όλα στον Θεό * Club Killaz * Φάρος σκιών * Δύο ιστορίες ** Άλμπουμ μουσικό: The Birds Sing As Bells

Πέμπτη 27 Μαΐου 2021

Η πληγωμένη καρδιά


Τα βαθιά μεσάνυχτα ξύπνησε. Έξω η καταιγίδα χτυπούσε αλύπητα την πολιτεία. Οι κεραυνοί έκαιγαν τον ουρανό και η βροχή μαστίγωνε σπίτια, περιουσίες (λέξη κι αυτή) κι ανθρώπους. Άγρια νύχτα σκέφτηκε και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν. Έμεινε ξαπλωμένος στο κρεβάτι να κοιτάζει τον καθρέφτη στον τοίχο, ακριβώς απέναντί του. Ο καθρέφτης ήταν δώρο της μητέρας του, όταν έκανε εκείνον τον σύντομο και αποτυχημένο γάμο. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ξεκίνησαν τα εκτός λογικής, εφιαλτικά παιχνίδια. Βαριά απόκοσμη μουσική απλώθηκε σε όλο το σπίτι και μια γυναίκα, με κόκκινα μαλλιά σαν φλόγες, παρουσιάστηκε σαν είδωλο μέσα στον καθρέφτη. Με άνετες κινήσεις, σαν να μη συνέβαινε τίποτα, βγήκε από τον καθρέφτη και προχώρησε προς το μέρος του. Ήταν μια μαγική οπτασία με σμαραγδένια μάτια και κατακόκκινα κυματιστά μαλλιά. Φορούσε μια κινέζικη ρόμπα που άφηνε ακάλυπτο το ολόλευκο στήθος της. Φαινόταν μια μεγάλη πληγή στο ύψος της καρδιάς. Αυτή η γυναίκα είχε πληγωμένη καρδιά. Στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα βιβλίο, πρόλαβε να δει το όνομα στο εξώφυλλο, ήταν του Ματία Πασκάλ, του πιραντελικού. Ευτυχώς είχε διαβάσει πρόσφατα το βιβλίο κι είχε ταυτιστεί απολύτως με τον ήρωα. Η γυναίκα με εξαίσιες χορευτικές κινήσεις τον πλησίασε τολμηρά. Αντανακλαστικά, δοκίμασε να βάλει το κεφάλι του κάτω από τα σκεπάσματα, αλλά ένιωσε κυριολεκτικά παραλυμένος. Η γυναίκα με την πληγωμένη καρδιά, ήταν η θαυμαστή παρεμβολή στη νύχτα του.
Μα τι σαρκωμένος δαίμονας ήταν τούτος, γιατί για δαιμονικό πράγμα φαινόταν, ολοκληρωτικά σαγηνευτικό. Φαουστική διάκριση, λόγω μεταφυσικών αναζητήσεων. Τι παιχνίδι της μοίρας, σκέφτηκε, κι έμεινε να κοιτάζει τη γυναίκα με την πληγή στην καρδιά. Μα η γυναίκα σαν να ήταν εκπαιδευμένη για κάποια παράσταση, άρχισε τ’ άσεμνα παιχνίδια, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα κάθε άλλο παρά ονειρική· βαρύνουσας μελαγχολίας θα ήταν ο σωστός χαρακτηρισμός.
Μόνο που όλες αυτές οι χορευτικές κινήσεις, έκαναν την πληγή στην καρδιά ν’ ανοίγει, να γίνεται τεράστια, σαν μεγάλο σκοτεινό τούνελ. Σε κάποια ανεπαίσθητη στιγμή, τινάχθηκε από το κρεβάτι σαν κεραυνοβολημένος και κατευθύνθηκε προς τη γυναίκα. Στάθηκε για λίγο μπροστά της κι αμέσως χάθηκε μέσα στην ανοιχτή πληγή.
Ένα ταξίδι καρδιάς, που θα ’λεγε κι ο ποιητής, ξεκίνησε. Άρχισε να ταξιδεύει, αλλά δεν ήξερε τον προορισμό. Προχωρούσε σαν να ήταν πάνω σ’ ένα σύννεφο. Ταξίδι, κανονικός λαβύρινθος. Η πληγωμένη καρδιά, δεν έβγαζε σε καμιά άκρη. Αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε, φτάνει που ταξίδευε. Όμως, το τοπίο άλλαζε μορφή, γινόταν όλο και περισσότερο εφιαλτικό, σαν πίνακας του Ιερώνυμου Μπος.
Να, βρέθηκε σε μια σκοτεινή πολιτεία, βουβή, με σιωπηλούς ανθρώπους να περιφέρονται στις λεωφόρους της, χωρίς πρόσωπα. Την πόλη, τη διέσχιζε ένα τεράστιο ποτάμι με πορφυρό χρώμα, στο οποίο χάνονταν οι άνθρωποι, σαν τραγικοί αυτόχειρες, δίχως διαμαρτυρίες και κλάματα. Μόνο που κάποιοι γυρνούσαν το βλέμμα τους, ικετευτικά και τον κοιτούσαν, σαν να του έλεγαν: σώσε μας. Ήταν μια μυστική θυσία. Ήθελε να ξεφύγει γρήγορα από τούτη την πόλη. Πετούσε. Σκαρφαλωμένος πάνω σ’ ένα μαύρο -πετρωμένο- αστέρι έφευγε μακριά, (φοβισμένος είναι η αλήθεια). Αμέσως, κάτω από τα πόδια του, είδε μια άλλη πολιτεία, το ίδιο μεγάλη με την προηγουμένη, με κτίρια και σπίτια χαμηλά. Όλα τα οικήματα ήταν μικρά, για να ξεχωρίζουν οι σταυροί που υπήρχαν στις αυλές και τους δρόμους, και ήταν πολλοί, κανονικό δάσος. Ανθρώπινη παρουσία πουθενά. Άγγελοι, φορώντας κόκκινα, έβαζαν νέους σταυρούς, σε γειτονιές και πλατείες. Γέμιζαν λεωφόρους και συνοικίες.
Ο φόβος ήταν κυρίαρχος, αλλά η πορεία συνεχιζόταν. Η δεύτερη πολιτεία εξαφανίστηκε σαν σκόνη, μέσα στο σκοτάδι. Την άφησε πίσω του. Μετά μπήκε σ’ ένα τεράστιο θόλο. Έμοιαζε με σιδερένιο αυγό. Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, πρόβαλλαν πολλές γέφυρες, κρεμιούνταν πάνω σε αόρατα νερά. Ακούγονταν νερένιοι θόρυβοι, μα δεν φαίνονταν ούτε ποτάμια, ούτε χείμαρροι, ούτε ρυάκια. Μόνο οι μετέωρες γέφυρες σαν απολιθωμένοι σκελετοί χιμαιρικών τεράτων. Ένιωθε ότι άγνωστες γλώσσες τον καλούσαν να τις διαβεί, για να ελευθερωθεί από τούτη την εφιαλτική πορεία. Ήθελε να συνεχίσει, μα δεν ήξερε ποια γέφυρα να διαλέξει για τη σωτηρία του. Το απόκοσμο της εικόνας τον γοήτευε και τον τρομοκρατούσε, ταυτόχρονα. Το βλέμμα του ήταν ανήσυχο, μα θαύμαζε αυτήν την ονειρική γεφυροποιία. Τότε παρατήρησε ν’ ανεβαίνουν απ’ όλα τα σημεία του θόλου πλήθος ιπποτών. Έρχονταν πάνω σε σιδερένια άλογα. Είχαν τα πρόσωπά τους καλυμμένα με ασημένιες μάσκες που λαμπύριζαν μέσα στα δειλινά χρώματα. Από τις χάλκινες πανοπλίες τους, ξεχύνονταν αιμάτινες στάλες που έπεφταν στ’ αόρατα ποτάμια. Κι όλο μεγάλωναν οι βοές. Αίφνης φάνηκαν οι όχθες. Ήταν άγριες, γεμάτες αίματα. Τα αιμάτινα ύδατα έγιναν θύελλες και γκρέμισαν τις γέφυρες.
Οι ιππότες σπιρούνισαν τ’ άλογά τους και τράβηξαν να γιορτάσουν την καταστροφή. Σάλπιγγες ακούστηκαν και χάθηκαν στους μυθικούς ορίζοντες. Απέμεινε μόνο μια γέφυρα, στενή, μα όχι μοχθηρή. Ήταν η σωτηρία του. Έτρεξε προς τα εκεί, χωρίς φόβο αυτήν τη φορά. Τα κιγκλιδώματα της γέφυρας ήταν ζωγραφισμένα με χρυσά αστέρια. Οι πέτρες της είχαν πάνω τους μικρούς ήλιους. Το φως δεν τον τύφλωσε, ίσα-ίσα του δημιουργούσε στιγμές υπέρτατης ευτυχίας. Περπάτησε προσεκτικά πάνω στη γέφυρα. Βάδισε προς το μεγάλο ολόγιομο φεγγάρι που στεκόταν στο τέλος της γέφυρας, ψηλά στον ουρανό, σαν ασιατική χρυσή λίρα. Ένιωσε πως η γυναίκα με την πληγωμένη καρδιά, περπατούσε δίπλα του για το φως, το μεγάλο φως.
Ήταν η πρώτη φορά που κατόρθωνε, έστω και με αυτόν τον εφιαλτικό τρόπο να κερδίσει μια γυναικεία καρδιά. Αυτό που τον ευχαριστούσε περισσότερο ήταν το ονειρικό (και ποιητικό) γεγονός πως ήταν πληγωμένη. Ήταν το σημάδι για έναν μεγάλο έρωτα και μάλιστα χωρίς επιστροφή. Ο φόβος του εφιαλτικού σκηνικού χάθηκε κι απόμεινε η ζωντανή σχέση. Κανονική μεταμόρφωση, ονειρική ή λογοτεχνική δεν είχε καμία σημασία. Οι δυο τους, τώρα ήταν ενωμένοι. Μια μεγάλη φωτεινή καρδιά.



Πρώτη δημοσίευση
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα ζωγραφικής Τζόρτζιο ντε Κίρικο (Έκτορας και Ανδρομάχη, 1912)

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Δύο ιστορίες, Ερμιόνης ΚεχαγιάΦάρος σκιών, Μιχάλη ΓριβέαΗ εξορία του Σειληνού, Βαγγέλη ΚατσούπηThe Birds Sing As Bells, Twelve Thousand DaysΜέχρι να δω τον Άλκη, Τίτσας ΔιαμαντοπούλουΤα ίχνη του αίματος, Τειρεσία ΛυγερούΟ θησαυρός της Σμύρνης
Ο νέος εφιάλτης, Αναστασίας Ξενοφώντος-ΓαϊτάνουClub Killaz, Γιάννη ΤζανήΊχνη στα όνειρα, Γιώργου ΠαναγιωτίδηΜικροί μαθητές της ζωής, Μαρίας ΠαπακωνσταντίνουΟ Αρσάμης της Περσίας, Αντώνη ΞυραφάΥπεράνω πάσης υποψίας, Θεοχάρη ΛιβιεράτουΦρούτα στο πιάτο και άλλες τρυφερότητες, Νένας Φιλούση
Τα αχνά φώτα της Μάρφα, Νίκος ΤσιπόκαςΤο όνομα του έρωτα, Δημήτρη ΜπαλτάΜια ανάσα πριν το τέλος, Χρήστου ΠαπαδημητρίουΘα τα πω όλα στον Θεό, Κώστα ΓραμματικόπουλουΠικραλίδα, Κικής ΣαλαμούραΓιαννέσα, Παρασκευής ΜπακέλλαΕίκοσι τσουβάλια λίρες, Θεοφάνη Παπαδόπουλου