Άννα Ξανθοπούλου: Ο άνθρωπος και η καθημερινότητά του, ο πόνος και η μοναξιά του, είναι στοιχεία που πάντοτε με ωθούν να γράψω γι' αυτά. Δεν υπήρχε σχέδιο από την αρχή, δύο τρία ποιήματα μάλιστα, που εμπεριέχονται στη συλλογή, είχαν γραφτεί τέσσερα ή και περισσότερα χρόνια πριν. Ξαναδιαβάζοντάς τα όμως ένα ένα, παρατήρησα ότι αυτές οι μικρές ζωές είχαν όλες ένα κοινό περιβάλλον μέσα στο οποίο ξετυλίγονταν και αυτό ήταν η πόλη. Η πόλη μέσα από τη μεταμόρφωσή της, η πόλη από την οποία είχε αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος.
Πώς βιώνετε την εμπειρία της ανάγνωσης των έργων σας μετά από ένα χρονικό διάστημα, όταν αυτά έχουν τυπωθεί σε ένα βιβλίο και έχει περάσει καιρός από τη δημιουργία τους; Εξακολουθείτε να συμφωνείτε και να έχετε τον ίδιο ενθουσιασμό;
Α.Ξ.: Δεν ανήκω στην κατηγορία των γραφόντων που «χτενίζουν» τα γραπτά τους, ούτε καν κατά τη διάρκεια της δημιουργίας τους, πράγμα που σημαίνει ότι από τη στιγμή που θεωρώ ότι ολοκληρώνω αυτό που θέλω να εκφράσω, αποστασιοποιούμαι και δεν θέλω να το ξανακοιτάξω, τουλάχιστον σύντομα.
Μετά από καιρό, βλέποντάς τα τυπωμένα, καρδιοχτυπώντας, με κάποια συμφωνώ ακόμη και σε κάποια σημεία λέω «α, τελικά, θα έπρεπε να τα ξανακοιτάζω», γιατί εντοπίζω κάποια αδυναμία ή έλλειψη.
Συμφωνώ πάντα με αυτά που γράφω, σε συγκεκριμένα σημεία απλά θα άλλαζα τον τρόπο έκφρασης.
Έχετε διαφωνήσει ποτέ με τον δημιουργικό εαυτό σας;
Α.Ξ.: Τον αφήνω ήσυχο, εμφανίζεται απρόσμενα και τότε βοηθώ να ολοκληρώσει αυτό που τον βασανίζει… Δεν τον πιέζω κι έτσι μάλλον έχουμε μια αρμονική σχέση βασισμένη στην υπομονή και την κατανόηση.
Παρ' όλα αυτά τον ελέγχω, γιατί μπορεί να αφομοιώνει και να μιμείται, κι αυτό είναι κάτι που δεν επιθυμώ καθόλου.
Υπάρχει κάποιο έργο που να το ξεχωρίζετε και γιατί;
Α.Ξ.: Αγαπώ και τα δύο βιβλία· έχω βέβαια «αγαπημένα» ποιήματα… Τα «Ερείπια γυναικών», το «Δε φτάνει το χέρι του Θεού», οι «Μικρές ζωές», είναι μερικά από αυτά. Πρόκειται για πραγματικές αποτυπώσεις, που με συγκλόνισαν παρατηρώντας τες.
Υπάρχουν στιγμές που σας πυροδοτούν βάζοντάς σας σε δημιουργική κίνηση;
Α.Ξ.: Συνήθως οι στιγμές της λύπης ή της κούρασης… Οι στιγμές ανάμεσα στο πλήθος… Οι Κυριακές με το ανεκπλήρωτο του… χαρακτήρα τους.
Κι αντίστοιχα, υπάρχουν στιγμές για τις οποίες δεν θα γράφατε ποτέ τίποτα;
Α.Ξ.: Οι στιγμές που είμαι χαρούμενη κι ευτυχισμένη. Τότε δεν έχω καμία ανάγκη να γράψω, γιατί ζω. Είμαι ανίκανη να γράψω ερωτικά ποιήματα, γιατί νομίζω ότι οι λέξεις δεν φτάνουν για να εκφράσουν το συναίσθημα. Θα το υποβιβάσουν.
Αν θα έπρεπε να περιγράψετε το εν λόγω πόνημα με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
Α.Ξ.: Παρατηρώντας.
Αν το βιβλίο σας ήταν/γινόταν ένα κανονικό ταξίδι κάπου στον κόσμο, πού θα πηγαίναμε και πόσες μέρες θα κρατούσε;
Α.Ξ.: Μου αρέσουν οι πόλεις του ιταλικού Νότου. Ίσως γιατί θυμίζουν αυτό που μου είναι γνώριμο. Με έναν άλλο τρόπο όμως. Α, ένας μήνας θα ήταν πολύς;
Ποια είναι η γνώμη σας για τη σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή στη χώρα μας σε σχέση με τη λογοτεχνία; Έχετε αγαπημένους Έλληνες συγγραφείς;
Α.Ξ.: Δυσκολεύομαι να την παρακολουθήσω, εκδίδονται διαρκώς νέα βιβλία και ο χρόνος είναι περιορισμένος. Ενημερώνομαι από το διαδίκτυο κυρίως και σπανιότατα από καμία εφημερίδα.
Έχω εντοπίσει συγγραφείς που μου αρέσουν όσα έχω δει από τη δουλειά τους, αλλά θέλω να τους μελετήσω καλύτερα. Σαφώς, έχω και αγαπημένους, κυρίως παλιούς, μιας και το έργο τους έχει παγιωθεί και το γνωρίζω στο σύνολό του.
Αυτά είπε η Άννα Ξανθοπούλου, σε μία μικρή συνέντευξη μεγάλων βιβλιοταξιδιών, για –και με αφορμή– την ποιητική της συλλογή Διέσχισα την πόλη, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν. Αντί περίληψης, στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:
Διέσχισα την πόληχωρίς να αφήσω το ίχνος μου πάνω της.Αμνήμων επιδείκνυε τον τουριστικό της εαυτόακατανόητο στην παρακμή της.Διέσχισα την πόληχωρίς να διασταυρώσω το βλέμμα μουμε των ανθρώπων.Απο-στρέφονταςέστρεφα στα ανθισμένα μπαλκόνια,ζήλευα την παράλογη παρουσίαενός ρολογιού τοίχου σε ένα από αυτάσχεδόν έκλαψα από νοσταλγία.Διέσχισα την πόληκουφή στην οχλοβοή της.Με το βλέμμα χαμηλωμένομε προσπέρασα.
Έχοντας ήδη μία πρώτη γεύση από την ποιητική της Άννας Ξανθοπούλου όταν, τρία περίπου χρόνια πριν, διάβασα τους Λόγους της κι ενώ θυμάμαι ότι είχα κάνει ένα σχόλιο περί ποιητικού αφηγήματος/διηγήματος, εισχωρώ στον «κόσμο» της Πόλης της συναντώντας ξανά εκείνη την εικονοπλαστική, περιγραφική πένα που δίνει ολοκληρωμένες εικόνες ή συμπυκνωμένες ιστορίες μέσα σε λίγους στίχους.
Η ποιήτρια, σε αυτή τη συλλογή, «ακουμπά» πάνω στη σκόνη του αστικού ιστού, την παρακμή και το παραπέτασμα, που κρύβει ή αποκόπτει από το φως και τη χαρά, και γράφει για όλη εκείνη τη θλίψη, τη μελαγχολία, την αναπόληση και την ανάγκη των ανθρώπων [της πόλης της/σου/μας] παρατηρώντας άπαντες τριγύρω κι έχοντας το βλέμμα εκεί όπου συγκεντρώνεται η απώλεια, ο θάνατος, το ανεκπλήρωτο... δομώντας, τελικά, μια ενιαία εικόνα. Κι αυτή η ενιαία θεματική, σε αυτή την περίπτωση, λειτουργεί υπέρ, προσφέρει μια ομοιογένεια χωρίς όμως να περιέχει επαναλήψεις.
Αυτή είναι η πόλη σουστις κυριακάτικες ουρές έξω από τα ζαχαροπλαστείανα εξαγοράζει με ζάχαρη τη μελαγχολία.
Αυτό το σύντομο σημείωμα θα μπορούσε να περιλαμβάνει αποσπασματικά όλο το βιβλίο. Έχεις να σταθείς σε πάρα πολλά πράγματα, σημεία, εδάφια!
Πέρασα τόσο όμορφα! Είδα εμένα, τον γείτονα, τον φίλο, τον συγγενή... είδα και τη δική μου πόλη μέσα στις σελίδες, ταυτίστηκα και αναγνώρισα τους κοινούς «δαίμονες»...
Αξιολογότατη.
Η Άννα Ξανθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969, όπου ζει και εργάζεται έως σήμερα. Έχει γράψει την ποιητική συλλογή Λόγοι (εκδόσεις Βακχικόν, 2023). Το Διέσχισα την πόλη είναι το δεύτερο βιβλίο της.


