Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης: Έχουμε πρωτιές! *** Δωρεάν διπλές προσκλήσεις! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ e-books ή διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα σε πρώτη δημοσίευση ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο –παρακολουθείτε όλα τα είδη– ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμ ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθοπλασίες: Ταξίδι προς την ελευθερία: Αξίζει(;!) * Η εφημερίδα της λέσχης των φαντασμάτων * Άμμος και Λιανή = Αμμουλιανή * Στο Camping: Πυρ, γυνή και θάλασσα * Ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις καλαμιές * Πέρα από το σύμπαν των χρωμάτων * Προς ομοίωσιν: Η Ερημούπολη των ονείρων, Μέρος 1ο * Η πρώτη συνάντηση * Το νησί και ο τελευταίος τουρίστας * Μια χαραμάδα στο όνειρο * Το μυστικό της αθανασίας ** Πεζογραφίες: Ταμπουίνος ** Αφηγήματα: Πεζοπορία στις νεφέλες ** Ποίηση: Ναι, αρνούμαι * Ανθρακωρύχοι ψυχών

Cass McCombs, Interior Live Oak (Domino Records, Αύγουστος 2025)

Cass McCombs, Interior Live Oak (Domino Records, Αύγουστος 2025)

Ένα από τα ωραιότερα συναισθήματα στον κόσμο είναι όταν η διάθεσή σου συγχωνεύεται απρόσκοπτα με εκείνη της μουσικής. Εκείνη η μαγική στιγμή που ο καιρός, τα σχέδιά σου, τα ρούχα σου, η τρέχουσα ψυχολογία σου, ακόμα και το ποτό που πίνεις, μοιάζουν να συναντιούνται σε μια αρμονική σύμπτωση που δραματοποιεί τον κόσμο γύρω σου, στολίζοντάς τον με μια ποικιλία ποιητικών αποχρώσεων, πάντα σε αντίθεση με τη ρουτίνα.

Ο Cass McCombs έχει ένα σπάνιο χάρισμα να δημιουργεί αυτό το πάντρεμα και στο Interior Live Oak το πετυχαίνει με χαρακτηριστική άνεση. Στο 13ο στούντιο album του, ο 47χρονος τραγουδοποιός από το Concord της California, επαναφέρει την αγαπημένη του folk του μελαγχολικού ήλιου της Δυτικής Ακτής, επιστρέφοντας στις μέρες που έκανε τα πρώτα του βήματα στην περιοχή, σε ένα διπλό album. Ο McCombs επιστρέφει στις σταθερές ρίζες της δουλειάς του –κυριολεκτικά μάλιστα– καθώς συνεργάζεται ξανά με παλιούς του συνοδοιπόρους: Τον Jason Quever των Papercuts και τον Chris Cohen.

Μαζί με την εξαιρετική του μπάντα βρίσκει έναν φυσικό ήχο τζαμαρίσματος με πολλή άνεση. Τα τραγούδια ακούγονται ακριβώς όπως θα έπρεπε. Λειτουργούν σαν ανάλαφρα οχήματα ανεμπόδιστης έκφρασης, όπως ένα φύλλο που χορεύει σε ένα σοκάκι ακολουθώντας τα καπρίτσια του ανέμου. Πρόκειται για ύφος που απαιτεί δεξιοτεχνία, απορρίπτοντας τα φτηνά κόλπα για κάτι πιο διαχρονικό. 

Ο McCombs και η παρέα του, απλώνουν αυτήν τη διάθεση σε 16 τραγούδια. Σχεδόν όλα ξεπερνούν τα τέσσερα λεπτά, κάνοντας το Interior Live Oak ένα μακροσκελές album, χωρίς όμως να γίνεται κουραστικό. Στην πραγματικότητα είναι σαν εκείνον τον φιλοξενούμενο που βρίσκει τρόπο να σου ανανεώνει το ενδιαφέρον χωρίς να σου γίνεται κουραστικός.

Στη χαοτική σύγχρονη εποχή, ο McCombs ανοίγει τον δίσκο τραγουδώντας για την Ella Fitzgerald και κυριολεκτικά καταλήγει να διηγείται ιστορίες προσφέροντας μια αναζωογονητική επανεκτίμηση της ημέρας σου, σαν να σε σπρώχνει προς μια κουνιστή καρέκλα σε μια σκιερή βεράντα το σούρουπο. Ανάμεσα, αλλάζει ρυθμούς, τόνους, γίνεται βαθύς και μπλουζάτος, μια ποικιλία αναγκαία σε album με 16 κομμάτια. Ωστόσο, εκείνη η ηλιόλουστη αίσθηση χαλάρωσης παραμένει το βασικό νήμα.

Ο McCombs κινείται σε παρόμοια μονοπάτια εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες. Η αρχειακή συλλογή Seed Cake on Leap Year τον έφερε πρόσωπο με πρόσωπο με τον νεότερο εαυτό του και τις συνδέσεις με το Bay Area που διαμόρφωσαν τα πρώτα του έργα. Στο Interior Live Oak, ο McCombs επιστρέφει σ' εκείνες τις ρίζες μέσα από ένα πιο ώριμο, βιωμένο πρίσμα, ξανασμίγοντας με τους μακροχρόνιους συνεργάτες που υπήρξαν καθοριστικοί στα πρώτα του ηχογραφήματα. Δεν είναι όμως μια απλή νοσταλγική επιστροφή. Για κάθε πρακτικό σκοπό, το Interior Live Oak είναι ένας δίσκος της Βόρειας California –ο τίτλος και μόνο παραπέμπει σε ένα αειθαλές δέντρο που ευδοκιμεί στις παρυφές της Sierra Nevada– μεγάλο, όμως, μέρος του γράφτηκε στη Νέα Υόρκη.

Σε πρόσφατο επεισόδιο του podcast Never Ending Stories, ο McCombs, εξήγησε πως ζει «σε μια φανταστική τοποθεσία. Είναι η California και το Bay Area που ζουν στη φαντασία μου». Έχει μιλήσει για το πώς μεγάλωσε με μια κάποια απέχθεια για τον τόπο και, φαίνεται, να προτιμά το ιδεατό, ανύπαρκτο καλιφορνέζικο όνειρο που έχτισε μέσα στο μυαλό του. Αυτή η φαντασιακή California τον απελευθερώνει από το γεγονός ή την πιστότητα. Στο Interior Live Oak, η αποστασιοποίησή του διαβάζεται σαν μια ήρεμη απομάκρυνση, μια διάθεση να κοιτάξει πίσω στο σπίτι, στα παιδικά χρόνια, στο παρελθόν, αναγνωρίζοντας πλήρως την επίδραση της φαντασίας που πλάθει αυτές τις μνήμες.

Αυτή η απόσταση ανοίγει επίσης και τον ηχητικό χώρο, απελευθερώνοντας τον δίσκο από αυστηρά όρια είδους και ωθώντας τον σε παράλληλες αφηγήσεις: Προσωπικοί στοχασμοί, υπόγειες βινιέτες, και ιστορίες μυθικών πλασμάτων. Όλα τους ριζώνουν στον ίδιο τόπο, αλλά το καθένα ξετυλίγεται σε διαφορετική κατεύθυνση, όπως και τα μονοπάτια του McCombs που ξεχώρισαν με τον καιρό. Αυτοί οι στοχασμοί γίνονται αφετηρίες για να πάρουν μορφή τα τραγούδια. Η σύνθεση βρίσκεται στον πυρήνα της δημιουργικής διαδικασίας του McCombs ακόμα περισσότερο από την ίδια την ηχογράφηση. Δουλεύει με μια ιδιότροπη απόσταση που είναι ταυτόχρονα απλή και μυθική, απορρίπτοντας την αυστηρή δομή και αφήνοντας την ερμηνεία στον ακροατή.

Ο δίσκος ρέει φυσικά από το ρυθμικό Priestess και το κινηματογραφικό σκοτάδι του Who Removed The Cellar Door? στην απογυμνωμένη απλότητα του I'm Not Ashamed. Ο McCombs αξιοποιεί την εγγενή χαλαρότητα της μνήμης, τυλίγοντας ιστορίες σε σφιχτές μεταφορές ή σπρώχνοντας τους ήχους στα άκρα, μέχρι να είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις πού τελειώνει η πρόθεση και πού αρχίζει η συγκυρία, όπως ακριβώς οι μνήμες του, φαντασμένες σε μονιμότητα.

Το Missionary Bell, ξεκινάει απαλά, γλυκά και νοσταλγικά, σαν τον αχνό από έναν πρωϊνό καφέ. Ίσως να μην μπορείς να θυμηθείς τα λόγια ή τη μελωδία αμέσως μετά, αλλά δεν χρειάζεται κάθε σπουδαίο τραγούδι να σε ταρακουνά με βίαιο τρόπο για να μείνει αξέχαστο. Το Asphodel ξεχωρίζει, περιγράφοντας μια πύλη κάτω από την Trans America Pyramid του San Francisco που οδηγεί στον σκοτεινό κάτω κόσμο της πόλης. Κι όμως, ένα λουλούδι φυτρώνει ανάμεσα στα χαλάσματα. Παρά το κάπως sci-fi σενάριο, ο ήχος είναι νοσταλγικός, με έναν ζωηρό ρυθμό και μερικές από τις πιο θολές κιθάρες του album. Στη δεύτερη στροφή κρύβεται μια πιθανή δήλωση-μανιφέστο του δίσκου: Don't confine or define me / I'm not your experiment / And I mean everything I say / Or something not unlike it. Ο McCombs μπορεί να είναι οπουδήποτε, ο οποιοσδήποτε και να μιλά για οτιδήποτε.

Παρά την αποστασιοποίησή του, το Interior Live Oak παραμένει βαθιά συγκινητικό, ριζωμένο σε βιώματα. Το Home At Last είναι ένα αυτοσαρκαστικό ακουστικό κομμάτι που μοιάζει σαν να υπάρχει σε ένα εναλλακτικό σύμπαν, όπου ο McCombs έφυγε για τη Νέα Υόρκη, αλλά δεν ρίζωσε και γύρισε πίσω κουβαλώντας το βάρος της επιστροφής με σκυμμένο κεφάλι.

Το επτάλεπτο έπος Lola Montez Danced The Spider Dance στρέφεται προς τα έξω, στήνοντας ένα Dylanικό έξι στροφών πορτρέτο της χορεύτριας του 19ου αιώνα Lola Montez (που βρέθηκε στην California κατά την Εποχή του Χρυσού) να υπνωτίζει το κοινό της. Είτε οι ιστορίες είναι προσωπικές είτε φανταστικές, το πνεύμα και η ειρωνεία του McCombs παραμένουν στο κέντρο.

Το I Never Dream About Trains το δείχνει ξεκάθαρα, κάθε φορά που λέει «never», το λέει κλείνοντάς μας πονηρά το μάτι.

Το Juvenile πάει ακόμα πιο μακριά, υιοθετώντας τη φωνή κάποιου που μεταφέρει άσχημα νέα με χαμόγελο, σαν να λέει, «αν δεν γελάσεις, θα κλάψεις». Αυτά βέβαια, μας τα είπε και ο Dylan πολλά χρόνια πριν, αλλά δεν πειράζει να τα ακούμε ξανά με έναν διαφορετικό όμως τρόπο.

Στο A Girl Named Dogie, το βλέμμα του McCombs στρέφεται ανατολικά: Ένα αργόσυρτο κομμάτι που ακολουθεί την κοπέλα του τίτλου στις πρώτες της μέρες στο Manhattan, καταλήγοντας σε ένα κραυγαλέο glam-metal κιθαριστικό σόλο.

Το Van Wyck Expressway ανήκει σ' εκείνα τα τραγούδια του McCombs που δεν μπορώ να ακούσω χωρίς να σκέφτομαι τον Elliott Smith: Οι λεπτοί ηλεκτρικοί τόνοι με το τσέλο, τα στραβά χτυπήματα στο ταμπούρο, η μελωδία που σκίζει την καρδιά, στίχοι όπως I've seen enough for one day ή I have no memory of where I'm from or who I used to be χτυπούν με δύναμη.

Με διάρκεια λίγο πάνω από 70 λεπτά, το Interior Live Oak είναι σύντομο για τα στάνταρ του McCombs, ακόμα κι αν ο δίσκος πηγαινοέρχεται και καθυστερεί. Όμως αυτή η χαλαρότητα ταιριάζει σε έναν καλλιτέχνη τόσο ενστικτώδη και σπλαχνικό: Το ομώνυμο κομμάτι σε ξυπνά μετά από λίγη αθώα, νανουριστική διάθεση με τα βαριά biker-rock riffs και τα διπλοχρονισμένα τύμπανα να βράζουν σε κάθε στροφή. Κάτω από την επιφάνεια του Interior Live Oak ξετυλίγονται φανταστικοί στίχοι: Ένας μάγος απελευθερώνει ένα πνεύμα, τον Uriel, από ένα δέντρο και το δέντρο αρχίζει να μεγαλώνει μέσα στον αφηγητή. Το «interior», έτσι, μοιάζει με μεταφορά –για μια μορφή σύνδεσης νου, σώματος, ψυχής– πως το σπίτι σου ζει πάντα μέσα σου, ακόμα κι αν προσπαθείς να το απορρίψεις. Οι ιστορίες που δένονται με έναν τόπο γίνονται μέρος του εαυτού σου, εισχωρούν μέχρι εκεί που δεν μπορείς πια να τις ξεχωρίσεις.

Είναι ένα σπίτι που οι ρίζες του ζουν μέσα σου, είναι παρούσες αλλά ήσυχες, μεγαλώνουν στο βάθος, περιμένοντας να αποφασίσεις τι σημαίνουν όλα αυτά για σένα, όπως η California του Cass McCombs: Δεν χρειάζεται να υπάρχει ακριβώς όπως ήταν για να φαίνεται αληθινή.

Σχόλιο: Το Interior Live Oak είναι σαν να ξεφυλλίζεις ένα παλιό οικογενειακό album φωτογραφιών. Ξεθωριασμένες εικόνες που όμως κρύβουν ζεστασιά και διάρκεια. Ο Cass McCombs δεν κυνηγάει εντυπωσιασμούς. Αφήνει τη μουσική του να αναπνέει με τον χρόνο και τον χώρο που χρειάζεται, χαρίζοντας στον ακροατή ένα αίσθημα οικειότητας. Δεν πρόκειται για δίσκο-έκρηξη, αλλά για μια συλλογή στιγμών που εισχωρούν αργά, σχεδόν υπόγεια, και αφήνουν το αποτύπωμά τους με διακριτική επιμονή.

Το προτείνω σε όσους: Αγαπούν τον αργόσυρτο, εσωτερικό folk-rock ήχο, σε όσους δηλαδή εκτιμούν τη μουσική που θέλει χρόνο να ξεδιπλωθεί και εκτιμούν τη λεπτοδουλεμένη τραγουδοποιία, σαν αυτή του Elliott Smith ή του Sufjan Stevens. Σε όσους θέλουν έναν δίσκο συντροφιάς για ήρεμες ώρες, όχι κάτι να τους ταρακουνήσει αλλά κάτι να τους αγκαλιάσει με τη μελαγχολική του ομορφιά και σε όσους είναι φίλοι της Americana με ποιητική διάθεση και βρίσκουν μαγεία στις μικρές λεπτομέρειες και στα διακριτικά μελωδικά στρώματα. Δεν είναι για όσους ψάχνουν ένταση ή εύκολα ρεφρέν. Είναι περισσότερο για εκείνους που αγαπούν τη μουσική σαν ένα ήσυχο καταφύγιο.
Ακούμε το Missionary Bell
Υστερόγραφο: Αυτός είναι ένας δίσκος που δεν απαιτεί να τον κατακτήσεις, αλλά θέλει –χωρίς να σου το ζητάει επαναλαμβάνω– να σε κερδίσει σιγά σιγά, σαν έναν ήλιο που δύει και σε βρίσκει να χαμογελάς χωρίς να το καταλάβεις.



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου