Γεννήθηκα δυτικά, στη Θεσσαλονίκη των χωματόδρομων, του σάμαλι σε χαρτάκι, με το αμύγδαλο στη μέση. Του πιάτου με το καλό φαΐ που αντάλλασσαν οι γειτόνισσες μεταξύ τους. Του ταψιού της Κυριακής φερμένου από τον φούρνο και λεηλατημένου κατά το ήμισυ από παιδιά λιανά, παρατημένα στην τύχη τους –που ήταν οι δρόμοι–, παιδιά που τα λαμπερά τους μάτια έσβηναν για λίγο το χειμώνα στη διαδρομή από το σπίτι στο σχολείο και αντίστροφα.
Στη Θεσσαλονίκη της Εγνατίας οδού στα χρόνια της ακμής της και των ιστορικών καφέ της παραλίας, το Majestic, το Θερμαϊκό, το Αχίλλειο με τον «καλό καφέ», που ισοπεδώθηκαν μαζί με την ιστορία της πόλης. Των πάρκων πάνω και γύρω από το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπου περνούσαμε τα βράδια της εφηβείας μας σε κυκλικούς σχηματισμούς οι φίλοι μιλώντας και γελώντας, χωρίς να χρειαζόμαστε χαρτζιλίκι. Του φεστιβάλ του Ρήγα τον Σεπτέμβρη, των πολύχρωμων σαλβαριών των «φρικιών», που ξεμύτιζαν την άνοιξη με την πρώτη λιακάδα.
Στη Θεσσαλονίκη της στρατιωτικής τσάντας με τα συνθήματα και τις κονκάρδες, του κόκκινου φουλαριού του Παπάζογλου και του καπέλου του Λαχά, της «άπιαστης» –λόγω ηλικίας– Γαζίας.
Κινήθηκα στη Θεσσαλονίκη του «κέντρου», επειδή τότε δεν υπήρχε «ζωή» στις συνοικίες. Οι δρόμοι οδηγούσαν στο κέντρο και το κέντρο σήμαινε συναντήσεις, ερεθίσματα, διασκέδαση και έμπνευση.
Οι καλύτερες στιγμές ήταν όταν μόνη παρατηρούσα τους άλλους. Πίσω από τζάμια λεωφορείων, λοξά στον δρόμο, πάνω από έναν μυρωδάτο καφέ, στα μουλωχτά ενώ δήθεν είχα τα μάτια στο πεζοδρόμιο... Με τα μάτια δήθεν στο πεζοδρόμιο πέρασα όλη τη ζωή μου. Από συστολή αλλά και από σεβασμό στους ανθρώπους.
Οι άνθρωποι είναι η έμπνευσή μου. Πίσω από τους ανθρώπους. Όχι αυτοί που βλέπω, αλλά που μαντεύω. Οι «μυστικές ζωές» αλλά κυρίως το δράμα τους, η αδυναμία να βιώσουν τη ζωή, γνώρισμα κοινό σε όλο το είδος.
Το Διέσχισα την πόλη είναι μια μουλωχτή παρατήρηση των τελευταίων χρόνων. Αυτό που ήξερα σαν πόλη, έχει αλλάξει. Και η αλλαγή γίνεται δραματικά αντιληπτή από τη διαπίστωση ότι τα βήματα δεν συνοδεύονται από καμιά συγκίνηση. Η ιστορία της νιότης μου διαγράφηκε στο όνομα «αναπλάσεων» κι αυτό που απέμεινε είναι άλλο ένα αντίτυπο πόλης χωρίς χαρακτήρα και χαρακτηριστικά. Μιας πόλης που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε – στην Ελλάδα.
Κάποιοι άνθρωποι νομίζουν ότι ανάπτυξη είναι η ισοπέδωση και η ομοιομορφία. Η κατοχή από μεγάλα brands. Αντί να αξιοποιούν την Ιστορία, την αφανίζουν και την περιθωριοποιούν. Σε ένα περιβάλλον ξένο, περιπλανιέμαι απο-ξενω-μένη και καταγράφω την αποξένωση που μοιραία μου προκαλεί.
Το Διέσχισα την πόλη είναι μια καταγραφή της αποξένωσης. Αυτής που βιώνουν οι κάτοικοι της πόλης αλλά και οποιασδήποτε πόλης. Οι άνθρωποι της εργασίας, των δρόμων, οι άνθρωποι γείτονες, αυτοί που μετακινούνται από το ένα σημείο στο άλλο χωρίς να σηκώσουν τα μάτια από το κινητό τους, οι άνθρωποι καταναλωτές και αυτοί που αποκαλούνται «ξένοι».
Είναι μια καταγραφή της μοναξιάς και ταυτόχρονα μια καταγγελία της αδιαφορίας και της παραίτησης. Ένας τρόπος να φωνάξω «Προσέξτε τι συμβαίνει εδώ! Θα πεθάνουμε χωρίς να έχουμε ζήσει». Και βεβαίως να θέσω τη σκέψη «ό,τι κι αν είναι αυτό που κλέβει τις ζωές μας, πρέπει να το φτιάξουμε!»
Άννα Ξανθοπούλου
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η ποιητική συλλογή της Άννας Ξανθοπούλου Διέσχισα την πόλη κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν.


