Ο Άρης Παπαδόπουλος και τα Λίγα πορτοκάλια για την Σίσσυ

Άρη Παπαδόπουλου Λίγα πορτοκάλια για την Σίσσυ και φωτογραφία του ίδιου

Τι σας ώθησε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Άρης Παπαδόπουλος: Όταν υπηρετούσα τη θητεία μου στο Χαϊδάρι, δούλευα για το χαρτζιλίκι μου ως μπάρμαν στο Παγκράτι. Εκεί, σχεδόν κάθε βράδυ, ερχόταν η Σίσσυ μετά τη δουλειά της να πιει κάνα ποτό και να ηρεμήσει… Σιγά σιγά γίναμε φίλοι παρά το γεγονός ότι από την πρώτη στιγμή δεν έκρυψε ότι διατηρούσε οίκο ανοχής. Ήταν όμορφη, καλλιεργημένη και με χιούμορ. Δεν αργήσαμε να γίνουμε φίλοι. Κέρδισα την εμπιστοσύνη της, προφανώς, και μία ημέρα μου ζήτησε, αν θέλω, να γράψω την ιστορία της. Όντως, σε διάστημα ενός χρόνου, σταδιακά μου εξομολογήθηκε τη ζωή της σε μαγνητοφωνάκι. Όταν απολύθηκα, έφυγα για το Σικάγο και το 1987 έγραψα το βιβλίο «μονορούφι» που λένε, για να της το στείλω… Ανάμεσα στη δουλειά μου και τις σπουδές μου όμως έμπλεξα, το βιβλίο ξεχάστηκε και το 1990 έφυγα για Νέα Υόρκη. Το θυμήθηκα όταν επέστρεψα στην Αθήνα μόνιμα. Όμως η Σίσσυ είχε πεθάνει και έτσι θεώρησα υποχρέωσή μου να το εκδώσω προς τιμήν της. Άργησε η στιγμή αλλά πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του '25. Γιατί άργησα; Γιατί η δημοσιογραφία, τουλάχιστον στα χρόνια πριν τα κοινωνικά μέσα και τα pod casts και κυρίως πριν το διαδίκτυο σε κατανάλωνε ως άνθρωπο και δεν σου άφηνε πολύ ελεύθερο χρόνο…

Πώς βιώνετε την εμπειρία της ανάγνωσης των έργων σας μετά από ένα χρονικό διάστημα, όταν αυτά έχουν τυπωθεί σε ένα βιβλίο και έχει περάσει καιρός από τη δημιουργία τους; Εξακολουθείτε να συμφωνείτε και να έχετε τον ίδιο ενθουσιασμό;
Α.Π.: Ενθουσιασμό είχα όταν εκπληρώθηκε η επιθυμία της Σίσσυ και, επειδή έχουν περάσει λίγοι μήνες από τον Σεπτέμβριο του '25, δεν το έχω πολυσυνειδητοποιήσει.

Έχετε διαφωνήσει ποτέ με τον δημιουργικό εαυτό σας;
Α.Π.: Ούου, πολλές φορές και ειδικά για το παρόν βιβλίο, το βρήκα αρχικά πολύ φλύαρο και πριν το στείλω στον εκδοτικό οίκο, το έκοψα κατά τα 2/3 να φανταστείτε!

Υπάρχει κάποιο έργο που να το ξεχωρίζετε και γιατί;
Α.Π.: Αν εννοείτε δικό μου, βεβαίως. Είναι μία σειρά ποιημάτων που έγραψα 19χρονος στην Φλωρεντία και που δεν τα εξέδωσα ποτέ. Είχα όμως τότε το θράσος να ζητήσω τη γνώμη των αξέχαστων Σεφέρη και Ελύτη που μου είχαν απαντήσει με ιδιόχειρες επιστολές. Αυτό τότε μου αρκούσε και, ανοήτως, με είχε καθιερώσει στον εσώτερο εαυτό μου… Νέος βλέπετε!

Υπάρχουν στιγμές που σας πυροδοτούν βάζοντάς σας σε δημιουργική κίνηση;
Α.Π.: Ναι, πολλές στιγμές… για τα επόμενα βιβλία μου κρατώ σημειώσεις. Μπορώ να σηκωθώ από τον καναπέ για μία φράση που άκουσα στην τηλεόραση ξημερώματα και να την γράψω μην την ξεχάσω. Ή να ακούσω κάτι όταν κυκλοφορώ και να το βάλω σε κίνηση στο μυαλό μου…

Κι αντίστοιχα, υπάρχουν στιγμές για τις οποίες δεν θα γράφατε ποτέ τίποτα;
Α.Π.: Ναι, για τις πολύ προσωπικές μου στιγμές.

Αν θα έπρεπε να περιγράψετε το εν λόγω πόνημα με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
Α.Π.: Ενσυναίσθηση.

Αν το βιβλίο σας ήταν/γινόταν ένα κανονικό ταξίδι κάπου στον κόσμο, πού θα πηγαίναμε και πόσες μέρες θα κρατούσε;
Α.Π.: Θα ξεκινούσε από το Φίερι Αλβανίας και θα γινότανε ένα οδοιπορικό σε πόλεις, κυρίως Καστοριά, Χαλκίδα και Αθήνα, όπου δηλαδή έζησε περισσότερο η Σίσσυ. Όσο για τη διάρκειά του, αυτό θα εξαρτιόταν από τη διάθεσή μας… Οι καλές στιγμές μπορεί να διαρκούν περισσότερο γιατί τις έχει ανάγκη ο εσωτερικός μας εαυτός και ο ανθρωπισμός μας.

Ποια είναι η γνώμη σας για τη σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή στη χώρα μας σε σχέση με τη λογοτεχνία; Έχετε αγαπημένους Έλληνες συγγραφείς;
Α.Π.: Χαίρομαι πολύ που έχουμε περί τους 300 εκδοτικούς οίκους. Τυπώνονται πολλά βιβλία, λίγα όμως πωλούνται. Οι Έλληνες δεν διαβάζουν πια όπως παλιά και οι εκδοτικοί οίκοι το έχουν δει εισπρακτικά και μόνο για τον εαυτό τους. Φταίει και το εκπαιδευτικό μας που είναι ανελλιπές σε πολλά. Δεν μαθαίνει στα νέα παιδιά την αγάπη για λογοτεχνία.
Όσο για αγαπημένους συγγραφείς σίγουρα δεν έχω. Ίσως γιατί, ως δημοσιογράφος, διάβασα πολύ στη ζωή μου. Τώρα, όταν αγοράζω ένα βιβλίο είναι η στιγμή που θα αγαπήσω και τον συγγραφέα. Όλους τους μεγάλους τους έχω διαβάσει στα νεανικά μου χρόνια. Τώρα μου αρέσει να γυρνώ και να ψάχνω στα βιβλιοπωλεία κυρίως διηγήματα από εξωτικές χώρες, καθώς και ιστορικά διηγήματα. Λατρεύω την ιστορία, διδάσκομαι από αυτήν. Ωστόσο, παραμένω ένθερμος των Καβάφη και Ελύτη καθώς και του Μπομπ Ντίλαν. Όταν θέλω να ευθυμήσω επιστρέφω πάντα στον Νίκο Τσιφόρο. Αλλά, όπως είπα, έχω διαβάσει πολλούς και Έλληνες και αγγλόφωνους συγγραφείς και πλέον ψάχνω τα ιδιαίτερα γραφήματα, όπως π.χ. τις «Τροχιές» της Samatha Harvey (εκδόσεις Gutenberg) ή κάποια από τις βιογραφίες του Γιώργου Χρονά.


Ο Άρης Παπαδόπουλος, σε μια μικρή συνέντευξη μεγάλων βιβλιοταξιδιών, μιλάει για –και με αφορμή– τη νουβέλα του Λίγα πορτοκάλια για την Σίσσυ, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Όστρια.