Bραβείο καλύτερης ταινίας κοινωνικού αντικτύπου (Best Social Impact Short Film) στο Golden Reel International Film Festival
Η Μάτω του Νίκου Ζωιόπουλου δεν είναι απλώς ένα ντοκιμαντέρ. Είναι κάτι σαν ψίθυρος που επιμένει. Όχι εκείνος που σε ταράζει, αλλά εκείνος που επιστρέφει. Εκείνος που τον κουβαλάς χωρίς να το καταλάβεις και τον ακούς ξανά αργότερα, όταν όλα έχουν ησυχάσει. Δεν σου μιλάει δυνατά, δεν σε καθοδηγεί, ούτε σου δείχνει τι είναι σημαντικό. Σε αφήνει να μπεις μόνος σου, σχεδόν αμήχανα, σαν να πέρασες ένα κατώφλι χωρίς να σου ανοίξει κανείς. Η κάμερα δεν κυνηγά γεγονότα, δεν βιάζεται, ούτε ψάχνει κορυφώσεις.
Κάθεται, παρατηρεί, περιμένει σαν να ξέρει ότι αυτό που έχει σημασία δεν θα έρθει αν το πιέσεις. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, που δεν είναι ποτέ πραγματικά άδεια, η Μάτω αρχίζει να αλλάζει μορφή. Δεν είναι πια απλώς ένας άνθρωπος που ζει σε ένα χωριό. Γίνεται κάτι πιο ασαφές και πιο βαθύ. Σαν να εκπροσωπεί κάτι που δεν λέγεται εύκολα. Όχι με τρόπο κραυγαλέο, ούτε με σύμβολα που σου επιβάλλονται, αλλά όπως γίνεται πάντα στα αληθινά πράγματα: σιγά, υπόγεια, σχεδόν ανεπαίσθητα.
Το χωριό γύρω της δεν λειτουργεί σαν σκηνικό. Δεν είναι φόντο. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός, κλειστός, αυτάρκης, με δικούς του ρυθμούς που δεν συγχρονίζονται με τον έξω κόσμο. Σαν να υπάρχει έξω από τον χρόνο ή, ίσως πιο σωστά, σαν να έχει τον δικό του χρόνο. Εκεί, η καθημερινότητα δεν είναι κάτι που απλώς επαναλαμβάνεται. Είναι κάτι που σε κρατά και σε ορίζει.
Η επιβίωση δεν είναι δραματική, δεν έχει ένταση, δεν έχει εξάρσεις. Είναι σχεδόν ήσυχη. Και ίσως γι' αυτό είναι πιο βαριά. Γιατί δεν σου δίνει διέξοδο.
Οι κινήσεις είναι μικρές, οι παύσεις μεγάλες, τα βλέμματα κρατάνε λίγο παραπάνω απ' όσο αντέχεις. Και μέσα σε αυτά αρχίζεις να διακρίνεις κάτι που δεν λέγεται ποτέ ευθέως.
Κάτι υπάρχει στο βάθος. Κάτι που δεν φαίνεται, αλλά επιμένει. Μια σκιά χωρίς σαφές σχήμα. Ο απόηχος του πολέμου στο Κόσοβο δεν εμφανίζεται ούτε ως εικόνα, ούτε ως αφήγηση. Δεν εισβάλλει, αλλά διαχέεται σαν θόρυβος πίσω από τοίχο.
Σαν κάτι που δεν σε αφορά άμεσα. Δεν τον ακούς καθαρά, δεν μπορείς να τον περιγράψεις, αλλά τον νιώθεις να υπάρχει. Και αυτό αρκεί για να αλλάξει το βάρος των πραγμάτων. Να κάνει τη σιωπή πιο πυκνή και το βλέμμα πιο σκοτεινό. Η Μάτω δεν αντιδρά σε αυτό. Δεν εξηγεί, δεν σχολιάζει, δεν μετατρέπει την εμπειρία της σε λόγο. Το κουβαλάει με έναν τρόπο σχεδόν φυσικό, όπως κουβαλάς κάτι που δεν το διάλεξες, αλλά δεν μπορείς και να το αφήσεις.
Και, ίσως, εκεί να βρίσκεται η πιο ήσυχη δύναμη της ταινίας: στο ότι τίποτα δεν φωνάζει, αλλά τίποτα δεν είναι ελαφρύ. Στο ότι δεν υπάρχει κάθαρση, δεν υπάρχει λύση, δεν υπάρχει στιγμή που σου λέει «εδώ τελειώνει». Τα πράγματα απλώς συνεχίζουν, όπως συνεχίζουν και έξω από την οθόνη και εσύ, ως θεατής, δεν έχεις πού να κρυφτείς. Δεν σου προσφέρεται απόσταση, δεν σου δίνεται ασφάλεια, δεν σου λέει τι να νιώσεις, δεν σου δίνει λέξεις για να το περιγράψεις. Σε αναγκάζει να σταθείς και να κοιτάξεις χωρίς να ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο. Να ακούσεις χωρίς να περιμένεις απάντηση.
Να αντέξεις τη διάρκεια και τελικά, να μείνεις με αυτό που μένει όταν όλα τα υπόλοιπα έχουν φύγει: μια αίσθηση, όχι ξεκάθαρη, όχι εύκολη, αλλά αληθινή.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου



