Δεν είναι, υποθέτω, εύκολο και, συνήθως, δεν είναι ούτε και επιθυμητό να μιλά κανείς για το έργο του. Όταν δημιουργείς, δίνεσαι με όλο σου το είναι στο έργο σου, καταθέτεις την ψυχή σου μέσα στις λέξεις, στις νότες, στις εικόνες, στα χρώματα, στον πηλό ή στο μέταλλο. Και μετά σιωπάς. Αφήνεις το έργο σου να μιλήσει, να ψιθυρίσει ή να κραυγάσει και να πει ό,τι έχει να πει σε όποιον έχει κάτι να δει, να βιώσει, να ανακαλύψει μέσα σε αυτό. Έτσι, λοιπόν, προσπαθώντας να μιλήσω για το έργο μου, νιώθω αυτή τη δυσκολία, ίσως την επιφυλακτικότητα και τον φόβο για μία ενδεχόμενη οίηση και ναρκισσισμό που ενδέχεται να αναδίδει το γεγονός ότι μιλώ, εγώ, ο ίδιος για το έργο μου.
Προσπαθώντας να παρακάμψω αυτό το εμπόδιο, ας πω ότι το μικρό αυτό βιβλίο αποτελείται από δύο αυτοτελή, αν και, σε κάποιο βαθμό, συνδεόμενα μεταξύ τους έργα. Το Και εγένετο ειρήνη είναι ένας δραματικός μονόλογος. Ένας άνθρωπος, μέσης ηλικίας, χτυπημένος από τη μοίρα ενός πρόωρα ερχόμενου θανάτου, στο κρεβάτι του δωματίου του, με τη συνοδεία του ήχου της βροχής, του πιάνου (το κονσέρτο Νο 21 του Μότσαρτ) και ενός καναρινιού, έχοντας μια νέα κοπέλα –ως βουβό πρόσωπο, το οποίο, ωστόσο, πυροδοτεί τον λόγο του– κοντά του, ρίχνεται σε μία καταβύθιση στο βάθος της ψυχής, στο βάθος της ύπαρξης.
Απόσπασμα
(Ανάβει τσιγάρο πάλι. Η κοπέλα φανερά πλέον κλαίει.)Ανοησίες. Μια κοροϊδία όλη η ζωή. Υπήρξα ο μεγάλος θεατρίνος. Τώρα σκέφτομαι πως όλα, μέσα από το πρίσμα του χρόνου κι ίσως, κυρίως, μέσα από εκείνο του θανάτου, προσλαμβάνουν τόσο αλλιώτικες διαστάσεις. Σαν να κοιτάς μέσα από έναν φακό, ένα κιάλι, που σε όλη τη ζωή ήταν ρυθμισμένο έτσι ώστε να δείχνει το καθετί στην πλήρη παραμόρφωση, στην απόλυτη θολούρα· έτσι που τελικά όλα να μοιάζουν εικόνες μιας τύφλωσης. Και τώρα, να περιστρέφεις την κάμερα και όλα να ξεδιαλύνονται σιγά σιγά, να καθαρίζει η εικόνα και ξάφνου, σαν για πρώτη φορά, να βλέπεις επιτέλους… Ποτέ δεν είναι αργά για να μάθεις. Ποτέ δεν είναι αργά για να καταλάβεις. Μα φαίνεται πως με το αργά είναι δεμένη η μάθηση, με το αργά, σαν με το ύστατο χαίρε, η κατανόηση.Ας είναι.
Το μεγαλύτερο μέρος του έργου γράφτηκε γρήγορα, πηγαία, σχεδόν με έναν παραληρηματικό, «δαιμονικό» τρόπο. Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς (κάποτε τους ζηλεύω, κάποτε όχι), οι οποίοι δουλεύουν τα κείμενά τους με πλάνο, με σχέδιο, με προγραμματισμό), εγώ δεν μπορώ να γράψω παρά μόνο εκείνες τις στιγμές που η ίδια η συγγραφή το επιτάσσει. Έτσι κι εδώ, σε μια στιγμή σύλληψης της ιδέας, του πλάνου, της σκηνικής παρουσίας και του βασικού πνεύματος του κειμένου, ξεκίνησε η γραφή αυτής της εξομολόγησης και μέσα σε κάποιες ώρες, σε δυο τρεις μέρες, γράφτηκε στο σύνολό του το έργο. Φυσικά, μετά την πρώτη αυτή γραφή ακολουθεί το άχαρο κομμάτι –αλίμονο αν δεν γίνει– της επεξεργασίας, της διόρθωσης, της προσθήκης και, κυρίως, της αφαίρεσης. Συνήθως αφαιρώ αρκετά από το αρχικό κείμενο και προσθέτω λίγα. Το πηγαίο της αρχικής γραφής φέρει μέσα του και υπερβολή, λεκτική εκζήτηση και έξαρση.
Όταν ολοκλήρωσα τον μονόλογο, ένιωσα (να η οίηση!) πως κάτι καλό γεννήθηκε. Όχι, δεν νομίζω ότι είναι αλαζονεία. Αρκεί να πω πως πολλές φορές δεν νιώθω το ίδιο για πολλά γραπτά μου… πετάω, σκίζω πολλά! Αισθάνθηκα πως η φωνή του ανθρώπου μου στάθηκε έντιμα απέναντι σε ό,τι πραγματεύτηκε, πως κάτι είχε να πει, κάτι που έπρεπε να ακουστεί, πως στο «θέατρο», στο οποίο βρισκόμαστε, στη σκηνή που καθημερινά παίζουμε τους ρόλους μας, κατέθεσε το καλύτερο που είχε να δώσει. Έγραψε μία όμορφη, γεμάτη φως και εσωτερική γαλήνη σκηνή, ως αυλαία σε μια παράσταση, στην οποία δεν υπήρξε κομπάρσος αλλά προσπάθησε να έχει τον ρόλο ενός αυθεντικού ανθρώπου, με όλες τις μικρότητες, τα πάθη και τις αδυναμίες του, μα και με το μεγαλείο μιας ελεύθερης –όσο μπορεί– ψυχής.
Απόσπασμα
Στη ζωή κάποτε κερδίζεις, κάποτε χάνεις. Στη ζωή θα έρθει σίγουρα η στιγμή που θα είσαι ολομόναχος. Που απεχθάνεσαι ακόμα και την ιδέα ότι κάποιος μπορεί και να πονά για εσένα, να σε νοιάζεται. Συνήθως θυμώνουμε και οργιζόμαστε για μικροπράγματα. Όλη η αξιοπρέπεια, η περηφάνια, το σπουδαίο μας εγώ, μόνο για τα μικρά κομπάζει· για τα μεγάλα κάνουμε πως δεν είδαμε. Σε όλη μας τη ζωή, από τα έξι ή τα οχτώ περίπου, άλλο δεν κάνουμε από το να μοχθούμε να είμαστε κάτι άλλο απ' αυτό που είμαστε. Ένα μπουκάλι ουίσκι με δύο φίλους άξιζε όσο δεν άξιζαν χρόνια ζωής στο άθλιο θέατρο που παίζαμε. Ίσως ολάκερη η ζωή έμοιαζε με την παρουσία σε μια αίθουσα αναμονής: ένα χαρτάκι με έναν αριθμό στο χέρι, κι εμείς να περιμένουμε το μπιπ, να φανεί σε μια οθόνη ο αριθμός μας. Στη ζωή κάποτε κερδίζεις… Συνήθως, όμως, χάνεις. Σαν συνηθίζεις να κοιμάσαι μόνος, μπορείς τα πάντα πια να συνηθίσεις. Κι ίσως, εν τέλει, συνεχίζουμε να ζούμε, γιατί πάντα πιστεύουμε πως κάποιοι είμαστε. Μια ζωή ως ψευδαίσθηση της σημασίας της, της αξίας της, της βαρύτητάς της. Αλίμονο αν αντιληφθείς πως τίποτε δεν είσαι – και για κανέναν. Ίσως ο μόνος λόγος που άξιζε να υπάρξει η ζωή ήταν για να ζήσουμε τον έρωτα. Ποτέ σου δεν κατάλαβες, αλήθεια… Ποτέ δεν ξέρουμε, νομίζω, ποιος είναι ο άλλος άνθρωπος, κι ίσως μόνο τη μάνα μας πραγματικά να ξέρουμε ποια είναι, γιατί μόνο αυτή δεν είχε λόγο θέατρο να παίξει. Ξέρεις; Ποτέ δεν ήταν τίποτε όπως φάνταζε. Ποτέ δεν είναι τίποτε όπως φαίνεται. Νομίζεις πως ποτέ μου δεν φοβόμουν; Φοβήθηκα! Φοβήθηκα… Φοβήθηκα τα πάντα. Αν και θα ευχόμασταν όλα αλλιώς να γίνονταν, άλλον να έπαιρναν δρόμο, πάντα –συνειδητά, ηττοπαθώς– παίρναμε την άλλη οδό… μοιραίοι. Δεν έχουμε το θάρρος να κοιτάξουμε κατάματα ούτε τις πιο μικρές αλήθειες.
Το Και εγένετο φως είναι οι σελίδες που, υπό μορφή ημερολογίου, γράφει ένας άνθρωπος, ο οποίος σταδιακά χάνει τα λογικά του μέχρι να οδηγηθεί στην απόλυτη τρέλα. Επέλεξα, ωστόσο, να μην παρατεθούν οι σελίδες αυτές με τη χρονική σειρά που γράφτηκαν. Αντιθέτως, διαβάζουμε κάποιες σκέψεις, κάποιο παραλήρημα ενός ανθρώπου, του οποίου ο νους έχει χάσει πλέον κάθε σχέση με αυτό που αποκαλείται λογική και, αμέσως μετά, μια σελίδα από μια εποχή που ακόμη η τρέλα δεν είχε αλώσει ολοκληρωτικά αυτό που ως ανθρώπινο πνεύμα ορίζεται. Σχηματίζεται ένα παζλ που συνθέτει ένα κάπως αλλόκοτο αποτέλεσμα, ένα ψυχογράφημα μιας ψυχής, η οποία μοιάζει ως ένα λάθος μέσα στον κόσμο. Ίσως, ωστόσο, είναι ο κόσμος, ο οποίος περιβάλλει και συνθλίβει αυτή την ψυχή, το πιο μεγάλο λάθος.
Απόσπασμα
Βαριέμαι αφάνταστα. Για κάποιον περίεργο λόγο, τώρα θέλω έναν άνθρωπο εδώ. Αν ρίξω το ποτήρι στο πάτωμα, ίσως ο θόρυβος από το σπάσιμο του γυαλιού φέρει μια ανθρώπινη ύπαρξη. Πιθανώς κάποιος θα με μαλώσει. Μπορεί ακόμα και να με βρίσει. Μα κι αυτό είναι, οπωσδήποτε, κάτι. Προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη ένα ανοργάνωτο τσούρμο σκέψεων, που θα εξαπολύουν την επίθεσή τους εναντίον του πνεύματός μου, εφαρμόζοντας συλλογιστικές πορείες, φροντίζοντας πάντα να αποφεύγω οιοδήποτε λογικό άλμα και να διατηρώ την αλληλουχία μεταξύ των προκειμένων προτάσεων, ίνα οδηγηθώ εις ασφαλές και έγκυρον συμπέρασμα, αναζητώ το βαθύτερον αίτιον που καθιστά «κάτι» –μάλιστα κάτι πολύ– το να με βρίσει κανείς. Θέλω να πω ότι άλλοτε, τον παλιό καιρό –και, αν και καμία βεβαιότητα για τίποτε δεν διατηρώ πλέον, εικάζω πως θα υπήρξε κάποτε άλλος καιρός– όταν κάποιος με έβριζε, οπωσδήποτε αυτό θα με εξαγρίωνε και, ένας Θεός ξέρει, ποια θα ήταν η κατάληξη. Μα τώρα δα, σαν μια επιβεβαίωση πως είσαι, πως υπάρχεις, μοιάζει αυτό το βρίσιμο, και πως στα πόδια σου πατάς, αρτιμελής και σώφρων… Ποιος βρίζει μιαν αρρώστια ή εκείνον τον τρελό του χωριού; Ποιος βρίζει έναν θάνατο; Κάποτε μια αράχνη έστεκε κοντά μου. Δεν ξέρω αν πριν τρεις ώρες ή τρεις μέρες ήταν – ή και πριν τρία χρόνια. Κάποια χαρτιά εδώ σίγουρα θα το μνημονεύουν, μα ημερομηνίες συνειδητά ποτέ δεν γράφω. Στο μπλέξιμο της χρονικής σειράς των γεγονότων κρύβεται η μαγεία. Α, δοκιμάστε το παιχνίδι. Πάρτε ένα βιβλίο απ’ τα πολλά που υπάρχουν και διασώζουν την αλληλογραφία ενός ζευγαριού. Κάντε το φύλλο και φτερό, σβήστε τις ημερομηνίες που στην κορυφή κάθε σελίδας γράφονται και βάλτε τες σε τυχαία σειρά. Πώς ανατρέπονται όλα! Πώς γράφεται άλλη ιστορία με τα υλικά τα ίδια! Γι' αυτό, λοιπόν, κι αν ψάξω τα χαρτιά μου, ποιος θα μου πει αν χθες ή πρόπερσι ήταν που μιλούσα με μια αράχνη; Δεν θα το ρίξω το ποτήρι. Άλλωστε, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, μονάχα πλαστικά είναι τα ποτήρια εδώ πάντα. Κι ούτε που θέλω πια κανέναν άνθρωπο εδώ. Νομίζω πως από όλα τα φρικτά του Ιησού βασανιστήρια, δεν ήταν κανένα πιο φρικτό –ούτε ο σταυρός, ούτε εκείνα τα καρφιά κι η λόγχη– όσο εκείνη η ερημία στον κήπο, εκείνη η μοναξιά, εκείνη η απουσία… Κι αν κάνεις λίγο πιο καλά και πιο στοχαστικά να δεις όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, ίσως το νιώσεις πως –εν τέλει– αυτό ποτέ ο Ιησούς δεν το συγχώρεσε στον άνθρωπο… Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ἡμῶν γένου.
Δεν θέλω να πω πολλά, δεν θέλω να αποκαλύπτω, σε όποιον έχει τη διάθεση να σκύψει πάνω στις σελίδες αυτές, όσο και όπως αυτά κατατίθενται. Επιθυμία μου είναι να βρεθεί ο αναγνώστης σε αυτό το σταυροδρόμι, να ακούσει –με την ευλάβεια που της πρέπει– αυτή την τρεμάμενη μα, κάποτε, δυνατή και τόσο διαυγή φωνή ενός ανθρώπου που βαδίζει στο μεταίχμιο μεταξύ λογικής και τρέλας και –κάποτε πέρα από αυτό– γίνεται κήρυκας ενός νέου μηνύματος, φορέας ενός αλλιώτικου, λυτρωτικού και καθαρτήριου φωτός.
Απόσπασμα
Σε λίγο θα έρθει η κοπέλα. Μου αρέσει που μου λούζει τα μαλλιά. Εγώ γελάω. Είμαι ευτυχής. Δεν ξέρω γιατί μου δένουν τα χέρια. Αφού το μόνο που ζητώ είναι να αγγίζω το χέρι της. Να το κρατήσω λίγα δευτερόλεπτα. Κανείς πια δεν υπάρχει να μου κρατήσει το χέρι. Μόνο αυτό ζητάω. Και τούτοι μου τα δένουν. Σφιχτά, μάλιστα. Κάποιες φορές μου 'ρχονται κλάματα. Και λέω πως, τάχα, μπήκε σαμπουάν στα μάτια. Φαίνεται, λοιπόν, πως υπάρχει ακόμα λίγη λογική· αυτή του παραλόγου, που αμύνεται στα δάκρυα, στα αισθήματα, στο ανθρώπινο της φύσης. Μη μου δέσετε τα χέρια – όχι σήμερα! Μη μου τα δένετε. Θέλω το χέρι της κοπέλας να κρατήσω.
Απόσπασμα
Γιατί μου μίλησαν έτσι άσχημα; Τι έφταιξα; Για ποιες κραυγές με κατηγόρησαν; Εγώ θυμάμαι μόνο μια ατελείωτη γαλήνη. Με επισκέφτηκαν στον ύπνο μου άγγελοι· ήταν ο κόσμος πρώτη του φορά, όπως θα έπρεπε. Άκουγα μελωδίες και έζησα τον παράδεισο. Πονάνε τώρα τα μελανιασμένα χέρια μου. Σαν σαπισμένα, ψόφια ζώα είναι τα χέρια μου· όλο πληγές, όλο σκληρές και ζαρωμένες μελανιές. Αν είναι να μου μαγειρεύετε έναν θάνατο, μην το αργείτε. Κλαίω και διπλώνομαι τα βράδια πια, γυρίζω πίσω, γίνομαι έμβρυο. Και ήταν τόσο όμορφη εκείνη που με χάιδεψε στο ιδρωμένο κούτελο. Είναι η μόνη που αξίζει το βασίλειο των Ουρανών. Τώρα γνωρίζω, τώρα το βλέπω καθαρά, τώρα η πλήρωση της προφητείας· πεθαίνουμε γιατί δεν στέκει πλάι μας και γύρω μας η ομορφιά. Ο ιδρώτας μου στο χέρι της είναι η αντίσταση της ομορφιάς του κόσμου που πεθαίνει. Αν ήθελε να γίνει η γυναίκα μου, όλα θα τέλειωναν· η βασιλεία των Ουρανών θα ήταν πια εδώ – και επί γης ειρήνη. Δεν έπραξα τίποτε ανάρμοστο. Έβλεπα αγγέλους και άκουγα μελωδίες του Θεού· ένιωθα σαν να χόρευα, για πρώτη μου φορά, το βαλς των αθανάτων. Έσβηναν οι κραυγές και οι σουβλιές στις φλέβες μου, κι εγένετο φως αληθινό. Κι εκείνη σκούπιζε ιδρώτα, και μαζί οδύνες και θανάτους. Κάτι θα μάθαινε κι αυτός ο Ιησούς από Εκείνη.
Σπύρος Φλώρος
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το βιβλίο με τα θεατρικά έργα του Σπύρου Φλώρου Και εγένετο ειρήνη - Και εγένετο φως κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν


