Η παράσταση Μαγδαληνή, Ψυχή τε και Νους κινείται σε ένα ιδιαίτερο και απαιτητικό θεατρικό σύμπαν, εκεί όπου το θρησκευτικό στοιχείο συναντά τη φιλοσοφική αναζήτηση και την ποιητική αφήγηση. Δεν επιχειρεί να προσεγγίσει την Μαγδαληνή ως ιστορικό ή καθαρά θρησκευτικό πρόσωπο, αλλά τη χρησιμοποιεί ως αφετηρία για ένα ευρύτερο στοχαστικό πεδίο γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη και τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στο σώμα, την ψυχή και τον νου.
Από την αρχή γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για μια συμβατική δραματουργική πρόταση, αλλά για μια σκηνική σύνθεση που πλησιάζει περισσότερο την ποιητική τελετουργία. Ε, μα δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Σάλτας είναι αυτός!
Η δραματουργία στηρίζεται σε έναν έντονα ποιητικό και συμβολικό λόγο, με συνεχείς υπαρξιακές και φιλοσοφικές αναφορές. Η αφήγηση δεν εξελίσσεται γραμμικά, αλλά λειτουργεί σαν ροή σκέψεων και εικόνων, σαν μια εσωτερική διαδρομή που άλλοτε συγκροτεί νόημα και άλλοτε αφήνει τον θεατή μέσα σε ένα καθαρά ατμοσφαιρικό πεδίο. Σε αρκετές στιγμές αυτό λειτουργεί πολύ δυνατά, καθώς η παράσταση καταφέρνει να δημιουργήσει μια σχεδόν υπνωτική συνθήκη θέασης, όπου η μουσική, οι φωτισμοί και η σκηνική οικονομία συνθέτουν ένα ενιαίο μυσταγωγικό περιβάλλον.
Η Μαγδαληνή εδώ δεν είναι πρόσωπο, αλλά σύμβολο. Ένα πεδίο πάνω στο οποίο προβάλλονται έννοιες όπως η επιθυμία, η πίστη, η ενοχή, η γνώση και η λύτρωση. Η παράσταση επιχειρεί να συνομιλήσει όχι μόνο με τη θρησκευτική παράδοση, αλλά και με μια ευρύτερη φιλοσοφική σκέψη γύρω από τη διάσπαση και την ενότητα του ανθρώπινου όντος. Αυτή η πρόθεση δίνει στο έργο βάθος και σοβαρότητα, ακόμα κι αν δεν είναι πάντα ισόρροπα επεξεργασμένη.
Ωστόσο, εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η βασική αδυναμία της παράστασης. Ο συνεχής, πυκνός φιλοσοφικός λόγος, όσο ενδιαφέρον κι αν είναι σε επίπεδο ιδεών, σε αρκετά σημεία βαραίνει τον ρυθμό της σκηνικής δράσης. Υπάρχουν στιγμές που η παράσταση μοιάζει να επιμένει υπερβολικά πάνω στις ίδιες θεματικές, χωρίς να κάνει τα απαραίτητα δραματουργικά «κοψίματα», με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια αίσθηση επανάληψης. Εκεί γίνεται πιο εμφανές ότι μια πιο σφιχτή δραματουργική επεξεργασία θα την ευνοούσε σημαντικά: λιγότερος λόγος, περισσότερη επιλογή, πιο καθαρή εστίαση στις σκηνές που πραγματικά έχουν δραματική και συναισθηματική κορύφωση.
Σε αυτές τις στιγμές, η παράσταση χάνει μέρος της έντασής της όχι επειδή της λείπει περιεχόμενο, αλλά επειδή δεν το φιλτράρει αρκετά. Ο θεατής αισθάνεται ότι θα μπορούσε να οδηγηθεί πιο άμεσα στον πυρήνα των ιδεών της, χωρίς τις ενδιάμεσες επαναλήψεις που επιβραδύνουν τον ρυθμό.
Αντίθετα, όταν η σκηνοθεσία εμπιστεύεται την εικόνα και τη σιωπή, το αποτέλεσμα είναι σαφώς πιο ισχυρό. Εκεί όπου ο λόγος υποχωρεί και αφήνει χώρο στην ατμόσφαιρα, στη μουσική και στη σωματική παρουσία των ηθοποιών, η παράσταση αποκτά πραγματική δύναμη και συγκίνηση. Αυτές είναι και οι στιγμές που μένουν περισσότερο στη μνήμη.
Συνολικά, πρόκειται για μια παράσταση με σαφή καλλιτεχνική ταυτότητα και φιλοδοξία. Δεν επιλέγει τον εύκολο δρόμο της άμεσης αφήγησης ή της επιφανειακής συγκίνησης, αλλά ενός πιο εσωτερικού και απαιτητικού θεάτρου που ζητά από τον θεατή συμμετοχή και συγκέντρωση. Ακόμα κι αν δεν είναι απόλυτα ισορροπημένη στον ρυθμό της, παραμένει μια δουλειά που έχει κάτι να πει και τρόπο να το πει, έστω κι αν κάποιες στιγμές θα κέρδιζε πολλά αν εμπιστευόταν περισσότερο την οικονομία και τη σιωπή.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Συντελεστές:
Κείμενο: Θανάσης Σάλτας
Σκηνοθεσία: Ιωάννα Μαστοράκη
Μουσική: Γιώργος Βούκανος
Κοστούμια: Βεστιάριο Θίασος Πορεία
Σκηνικά: Θίασος Πορεία
Ερμηνεία: Ιωάννα Μαστοράκη, Ιωάννα Προσμίτη, Θανάσης Σάλτας
Θέατρο: Χώρος Τέχνης Ασωμάτων



