Αυτό που θα αναφέρω σε κάποιους ίσως φέρει γέλια, μα είναι αλήθεια. Όταν ήρθε το βιβλίο στα χέρια μου, δεν είχα αντιληφθεί ότι πρόκειται για συλλογή διηγημάτων. Μη με ρωτήσετε γιατί, δεν έχω απάντηση. Άρχισα να το περιεργάζομαι, να διαβάζω το οπισθόφυλλό του και όταν πια ήμουν έτοιμη να διεισδύσω στα άδυτά του, με έκπληξη αντιλήφθηκα ότι οι ιστορίες ήταν αυτόνομες.
Σαν ταινίες μικρού μήκους, ιστορίες με πολλά νοήματα, ιστορίες οι οποίες μέσα σε περιορισμένο όγκο πρέπει να χωρέσουν πολλά, ιστορίες που ο αναγνώστης καλείται να εκμαιεύσει όλα όσα κρύβει το κείμενο πίσω από τις λέξεις.
Ας μου επιτραπεί να πω ότι όσα διάβασα έχουν καταβολές από την καταγωγή του συγγραφέα. Ιστορίες με χιούμορ, κάτι που πραγματικά έχουμε ανάγκη, ιστορίες με προβληματισμό, ιστορίες που σκαλώνουν στην μνήμη λόγω ιδιοσυγκρασίας και δύσκολα απαγκιστρώνονται.
Ο Νεκτάριος είναι ένας 55χρονος, αριστερών πεποιθήσεων, καθηγητής. Εργένης, κοινωνικός και δραστήριος. Λάτρης της καλοπέρασης και της παρέας. Η ζωή του αλλάζει άρδην. Οι τυπικές και στη συνέχεια πιο εξειδικευμένες εξετάσεις, ένα χειρουργείο, ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός αιμοπεταλίων, η εξ ουρανού Σοφία, η πλέον κλονισμένη ψυχολογία του, η μελαγχολία των γιορτών και το τελικό πόρισμα της ασθένειας, καταφέρνουν και διαστρεβλώνουν την καθημερινότητά του.
Θα μπορέσει να επανέλθει ξανά στην προ ασθένειας ζωή του ή πλέον αυτό το εγχείρημα φαντάζει όνειρο απατηλό;
Η Χρυσάνθη βιοπορίζεται όπως μπορεί. Προσπαθεί να κάνει τα πάντα για τα παιδιά της, τα οποία δυστυχώς ντρέπονται για εκείνη. Δεν ξέρει γράμματα, δεν μιλάει καλά τα ελληνικά, υπομένει συμπεριφορές, καταπίνει με δυσκολία απογοητεύσεις και οδύρεται χωρίς να τη βλέπει κανείς.
Μπορεί έτσι να συνεχίσει να ζει;
Ποιον ενοχλεί όταν δεν προφέρει σωστά το λάμδα;
Η δικαίωση ενός ταπεινωμένου και καταπιεσμένου λαού, συμπορεύεται πλάι πλάι με τον φόβο της λογοκρισίας, όταν η ελευθερία σε όλα τα επίπεδα φτάνει έτοιμα να κατακλύσει τα πάντα στο πέρασμά της.
Μπορεί ο καταπιεσμένος να τη διαχειριστεί και μέχρι πού μπορεί να φτάσει;
Σειρά έχουν οι νεανικές αναμνήσεις, οι άγουροι έρωτες, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, αλλά και το κουτσουρεμένο ηθικό, απόρροια ενός δικτατορικού καθεστώτος.
Πώς μπορούν οι κοινωνίες να γαλουχήσουν αθώα παιδιά τα οποία δεν ορίζουν τα δεσμά τους;
Τι κοινό μπορεί να έχουν η παιδική αθωότητα, η ιταλική φινέτσα και οι βαθιά ριζωμένες κοινωνικές νόρμες;
Αν σε κάποιους φαίνονται αταίριαστα τα παραπάνω, επιτρέψτε μου να αναφέρω ότι πλανάστε οικτρά…
Η Γαρούφω, με το λευκό τσεμπέρι, αναμοχλεύεται με τα γηρατειά και τη μοναξιά της. Τα παιδιά της έχουν σκορπίσει στους πέντε ανέμους κι εκείνη έχει συντροφιά της τα σπίτια-γιαπιά που ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν.
Γιατί έφυγε απρόσμενα από την Αθήνα, μονάχη της και χωρίς το κινητό της;
Την επόμενη ιστορία, που θα σας αναφέρω, την ήξερα. Την είχα ακούσει χρόνια πριν, μα πίστευα ότι δεν ήταν αληθινή. Ούτε και τώρα ξέρω, αλλά βλέποντάς τη γραμμένη πήρε σάρκα και οστά και αφού κόπασε ο κουρνιαχτός του χιούμορ της, αναδύθηκε στην επιφάνεια μια μελαγχολία ανακατεμένη με θλίψη.
Ο θάνατος μιας γιαγιάς, η μεταφορά χαλιών και η μουσική υπόκρουση με κλαρίνα και τραγούδια γύφτικα μπορούν να αποφέρουν ανάμεικτα συναισθήματα. Τελικά, ούτε να πεθάνει κανείς όπως επιθυμεί, δεν μπορεί σε τούτον τον μάταιο κόσμο…
Θα κλείσω την αναφορά στις ιστορίες με μια τελευταία η οποία πραγματικά ήταν αστεία.
Ένας πλασιέ εγκυκλοπαιδειών απρόσμενα αυξάνει τις πωλήσεις του, ενόσω ένα επιχειρηματικό πλάνο τίθεται αβίαστα σε πράξη. Πώς εμπλέκονται σε αυτό το εγχείρημα οι οίκοι ανοχής μιας γκρίζας πόλης;
Αφότου ολοκληρώσει ο αναγνώστης την ανάγνωσή του, έχει εξέλθει από το βιβλίο μια στρατιά εφόδια, ικανά να τον προβληματίσουν αλλά και να τον αφυπνίσουν, αν ο τελευταίος το επιζητεί. Η συνειδητοποίηση και η συντροφικότητα. Η μοναξιά και τα κοινωνικά δεσμά. Η μετανάστευση και η Ελλάδα που φαντάζει Γη της Επαγγελίας. Η αφέλεια και η φτώχεια. Η πονηριά και ο θαυμασμός. Η κοροϊδία και ο αναλφαβητισμός. Η ένταξη στη νέα τάξη πραγμάτων και η κατάρρευση του καθεστώτος. Το χάσμα ανάμεσα στους λαούς. Η αντιγραφή συμπεριφορών αλλά και η προσδοκία αφομοίωσης, είναι λίγα από αυτά που εγώ αποκόμισα διαβάζοντας το βιβλίο.
Θυμάστε πώς ήταν η Ελλάδα πριν το μεταναστευτικό κύμα των Βορειοηπειρωτών;
Προσωπικά όχι, αν και θυμάμαι κάποιους οι οποίοι πάσχιζαν να ενταχθούν και να ανταπεξέλθουν, πάσχιζαν να ορθοποδήσουν, πάσχιζαν να στήσουν τη ζωή τους. Πλέον, η εποχή αυτή έχει παρέλθει αλλά θεωρώ πως οι πιο παλιοί θυμούνται ακόμα όλα όσα βίωσαν, θυμούνται ακόμα τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και σίγουρα νοσταλγούν τον τόπο και τη ζωή που άφησαν βίαια πίσω τους.
Κλείνω με θετική χροιά την παρουσίαση και ευγνωμονώ τον συγγραφέα που κατάφερε να με συγκινήσει, να με προβληματίσει αλλά και να με ταξιδέψει.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρει:
Η αμείλικτη φθορά του χρόνου και η λαχτάρα για τη συνέχιση της ζωής. Η πτώση των δικτατορικών καθεστώτων. Η ματαίωση των παλιών ονείρων και η αλλαγή των στόχων στη νέα πατρίδα. Oι αγώνες των προγόνων για ελευθερία. H εγκατάλειψη της γενέτειρας και η σύγχρονη αστικοποίηση. Η απόκρυψη της παλιάς ταυτότητας και η απάρνησή της μπροστά στις νέες καταστάσεις της σύγχρονης ελληνικής ομογενοποίησης. Η νοσταλγία για τη γενέθλια γη και η βαθμιαία λήθη. Ο αγώνας για μια καινούργια ζωή στον σύγχρονο κόσμο της ευημερίας.
Ο Τηλέμαχος Κώτσιας γεννήθηκε στα Βρυσερά της Δρόπολης, στον χώρο της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας, το 1951. Μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος ήρθε στην Αθήνα και εργάστηκε για αρκετά χρόνια ως μεταφραστής στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ασχολείται με τη λογοτεχνία από το 1990.



