Ναι, και η Βρετανία μπορεί να παίξει americana και μάλιστα πολύ καλά!
Υπάρχει πάντα αυτή η συζήτηση γύρω από μπάντες, που κυκλοφορούν μουσική πολύ συχνά, ότι κάπου θα «αραιώσει» η ποιότητα ή ότι χρειάζεται απόσταση για να ξεχωρίσει το καλό από το απλώς επαρκές. Στην περίπτωση των Brown Horse, όμως, αυτό το αφήγημα μοιάζει να μην ισχύει. Τρεις δίσκοι σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα και αντί να φαίνεται κόπωση, το Total Dive δίνει την αίσθηση μιας μπάντας που αρχίζει να καταλαβαίνει όλο και καλύτερα τον εαυτό της. Αν κάτι γίνεται ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή, είναι ότι αυτό που κάνουν, το κάνουν με μια σχεδόν αβίαστη φυσικότητα.
Από το ντεμπούτο τους, Reservoir, μέχρι το πιο εξωστρεφές All The Right Weaknesses, οι Brown Horse έχτισαν γρήγορα μια ταυτότητα που πατάει σταθερά στην americana, χωρίς να ακούγεται ποτέ σαν απλή μίμηση. Το Total Dive έρχεται σχεδόν χωρίς «ανάσα» ανάμεσα στις κυκλοφορίες, αλλά αντί να μοιάζει βιαστικό, δείχνει ότι η μπάντα κινείται με αυτοπεποίθηση, όχι γιατί δοκιμάζει περισσότερα πράγματα, αλλά γιατί ξέρει καλύτερα τι θέλει να κρατήσει.
Σε αντίθεση με τα προηγούμενα, εδώ υπάρχει μια πιο βαριά σκιά. Το Total Dive δεν έχει την ίδια εξωστρέφεια. Κινείται πιο αργά, πιο εσωτερικά, με μια διάχυτη αίσθηση κόπωσης και αβεβαιότητας. Η φωνή του Patrick Turner κουβαλάει αυτή τη μετατόπιση: λιγότερο σίγουρη, πιο ευάλωτη, σαν να αφήνει χώρο για όλα όσα δεν λέγονται ξεκάθαρα. Υπάρχει φόβος εδώ ναι, αλλά όχι παραίτηση. Και κάπου ανάμεσα σε αυτό, εμφανίζονται στιγμές που μοιάζουν σχεδόν παρηγορητικές, σαν μικρές υπενθυμίσεις ότι, όσο μπερδεμένο κι αν είναι το τοπίο, κάτι μπορεί να ισορροπήσει στο τέλος. Οι πιο ήσυχες στιγμές χτίζονται πάνω στις απαλές γραμμές της lap steel της Emma Tovell, που λειτουργούν σχεδόν σαν αντίβαρο. Και όταν η ένταση ανεβαίνει, η μπάντα δεν κρατιέται: κιθάρες που «γρατζουνάνε», όργανα που φουσκώνουν τον ήχο, μια τάση προς κάτι πιο γεμάτο, σχεδόν υπερβολικό και αυτό δεν είναι χάος. Είναι εκτόνωση.
Η επιρροή του Neil Young είναι πάντα παρούσα, αλλά εδώ βγαίνει πιο καθαρά στην επιφάνεια και όχι ως αντιγραφή, αλλά ως σημείο αναφοράς. Παράλληλα, υπάρχουν ξεκάθαρες συγγένειες με καλλιτέχνες όπως ο Jason Molina (πολύ σπουδαίος) και οι Built to Spill, αυτή δηλαδή η ισορροπία ανάμεσα στο slacker rock και την americana που δεν προσπαθεί να είναι «καθαρή», αλλά λειτουργεί ακριβώς επειδή είναι λίγο ακαθόριστη. Με το Total Dive δεν ανοίγουν τον ήχο τους προς άπειρες κατευθύνσεις, αλλά δείχνουν πως ξέρουν πλέον τι έχουν στα χέρια τους και πώς να το χρησιμοποιήσουν.
Αν υπάρχει ένα σημείο που θα μπορούσε να εξελιχθεί περισσότερο, είναι στο πόσο βαθιά πάνε σε επίπεδο θεματικής. Υπάρχει υλικό εδώ για κάτι ακόμα πιο φιλόδοξο. Απλώς δεν το κυνηγάνε πλήρως ακόμα, αλλά αυτό δεν λειτουργεί απαραίτητα αρνητικά. Αντίθετα, αφήνει την αίσθηση ότι αυτή η τριλογία δίσκων ήταν κάπως το «χτίσιμο» και ότι τα επόμενα βήματα μπορούν να πάνε πιο μακριά.
Το Total Dive μπορεί να μην είναι ο πιο εντυπωσιακός ή πολυσυλλεκτικός δίσκος τους, αλλά είναι ίσως ο πιο σίγουρος. Και αυτή η σιγουριά φαίνεται σε όλα: στον ρυθμό, στις επιλογές και στο πώς αφήνουν τα κομμάτια να αναπνεύσουν.
Οι Brown Horse δεν έχουν φτάσει ακόμη στο απόγειό τους, αλλά ακούγονται ως μπάντα που ξέρει ακριβώς προς τα πού πηγαίνει και αυτό, πολλές φορές, είναι πιο σημαντικό από το να έχεις ήδη φτάσει εκεί.
Το άλμπουμ των Brown Horse Total Drive κυκλοφόρησε από τη Loose Music (2026)



