Στο σημερινό μας άρθρο έχουμε την τιμή και τη χαρά να φιλοξενούμε τη σκηνοθέτη, ηθοποιό και δασκάλα υποκριτικής, την κυρία Βίκυ Θεολόγη!
Ελάτε να γνωρίσουμε κάποια βιογραφικά στοιχεία από την πλούσια προσφορά της στο θέατρο: Η Βίκυ Θεολόγη είναι απόφοιτος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ και κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων, στην Ειδική Εκπαίδευση και στο Αρχαίο Θέατρο. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός θεατρολόγος στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση Δωδεκανήσου. Είναι ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος του Θεατρικού Συλλόγου Δωδεκανήσου, με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη και προώθηση της θεατρικής παιδείας στην περιοχή. Έχει διοργανώσει επί τρία συναπτά έτη το Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου Ρόδου, ενισχύοντας τη διεθνή καλλιτεχνική εξωστρέφεια του νησιού. Παράλληλα, με τη θεατρική της ομάδα Κουίντα έχει αποσπάσει διεθνείς διακρίσεις σε θεατρικούς διαγωνισμούς εκπροσωπώντας την Ελλάδα.
Ευχαριστούμε πολύ κυρία Θεολόγη που αποδεχτήκατε την πρόσκλησή μας γι' αυτή την συνέντευξη. Θεωρείτε τον εαυτό σας περισσότερο σκηνοθέτη, ηθοποιό ή δασκάλα υποκριτικής;
Βίκυ Θεολόγη: Πάνω απ' όλα θεωρώ τον εαυτό μου θεατρολόγο. Είναι η βάση μου και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνομαι την τέχνη του θεάτρου. Με διακατέχει ένα έντονο αίσθημα ευθύνης απέναντι σε αυτό που υπηρετούμε – είτε ως σκηνοθέτης, είτε ως κειμενογράφος θεατρικών έργων είτε ως εκπαιδευτικός. Όλοι αυτοί οι ρόλοι είναι προεκτάσεις της ίδιας ανάγκης: να προσεγγίζω το θέατρο με συνέπεια, σεβασμό και ουσία ως προς την ακαδημαϊκότητά αλλά και πρακτική εφαρμογή του στα πολιτιστικά δρώμενα του τόπου μου.
Ο πιο αγαπημένος ρόλος που έχετε υποδυθεί, η απολαυστικότερη παράσταση που έχετε σκηνοθετήσει και η πιο ευχάριστη στιγμή σας ως δασκάλα υποκριτικής;
Β.Θ.: Ειλικρινά, δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιον ρόλο ή κάποια παράσταση. Κάθε δουλειά έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο για μένα, γιατί συνδέεται με μια συγκεκριμένη περίοδο, ανθρώπους και δημιουργική διαδρομή. Άλλες με έχουν εξελίξει καλλιτεχνικά, άλλες με έχουν αγγίξει συναισθηματικά. Το ίδιο ισχύει και στη διδασκαλία – οι πιο όμορφες στιγμές είναι όταν βλέπω έναν μαθητή να ανοίγεται, να τολμά και να ανακαλύπτει τον εαυτό του μέσα από το θέατρο. Αυτές οι στιγμές είναι ανεκτίμητες και δεν συγκρίνονται μεταξύ τους. Αν όμως μου έχει μείνει ανεξίτηλη μια παράσταση είναι η «Αφροδίτη με τη γούνα» του David Ives στην οποία συμπρωταγωνιστής μου ήταν ο Θανάσης Ζαχαρόπουλος. Θεωρώ ότι είναι ένα από τα πιο βαθιά και συναισθηματικά ευφυή θεατρικά κείμενα μέσα από το οποίο γνώρισα αρκετά σκοτεινά μέρη του εαυτού μου και κατανόησα και τα σκοτεινά κομμάτια των γύρω μου.
Ο πιο δύσκολος ρόλος που έχετε υποδυθεί, η δυσκολότερη παράσταση που έχετε σκηνοθετήσει και η πιο άβολη στιγμή σας ως δασκάλα υποκριτικής;
Β.Θ.: Κάθε δυσκολία στο θέατρο έχει να κάνει περισσότερο με τη διαδρομή παρά με έναν συγκεκριμένο ρόλο ή μια παράσταση. Δεν θα ξεχώριζα έναν πιο δύσκολο ρόλο, γιατί κάθε φορά καλείσαι να υπερβείς διαφορετικά όρια – άλλοτε τεχνικά, άλλοτε συναισθηματικά.
Το ίδιο ισχύει και στη σκηνοθεσία· οι προκλήσεις συνήθως έχουν να κάνουν με τις συνθήκες, τον χρόνο, τις απαιτήσεις της ομάδας. Ως δασκάλα, οι πιο άβολες στιγμές είναι εκείνες που πρέπει να διαχειριστείς την ανασφάλεια ή το μπλοκάρισμα ενός μαθητή. Όμως ακόμα κι αυτές είναι μέρος της διαδικασίας και συχνά οδηγούν στις πιο ουσιαστικές κατακτήσεις.
Έχετε κάποιους ανθρώπους του χώρου που θεωρείτε πρότυπα ως σκηνοθέτης και ηθοποιός;
Β.Θ.: Δεν λειτουργώ με πρότυπα, αλλά με επιρροές. Κάθε σκηνοθέτης μάς ανοίγει έναν διαφορετικό τρόπο θέασης του κόσμου. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να εμπνέομαι από αυτή την ποικιλία και να διαμορφώνω τη δική μου ματιά. Με έχει καθηλώσει η θεατρική σκηνοθεσία του Βασίλη Μπισμπίκη στο έργο του Στάινμπεργκ «Άνθρωποι και ποντίκια» τον οποίο εκτιμώ και ως ηθοποιό, και στον κινηματογράφο ξεχωρίζω τον Οικονομίδη και Λάνθιμο.
Τι έργα επιλέγετε συνήθως να σκηνοθετήσετε ή να συμμετάσχετε ως ηθοποιός και γιατί;
Β.Θ.: Οι επιλογές μου δεν είναι τυχαίες. Με ενδιαφέρουν έργα που έχουν ουσία, ρυθμό και μια καθαρή θεατρική πρόταση. Αναζητώ κείμενα που, πέρα από την ψυχαγωγία, ανοίγουν έναν διάλογο με τον θεατή, είτε μέσα από το χιούμορ είτε μέσα από πιο βαθιά νοήματα. Ως θεατρολόγος, με απασχολεί πολύ η δομή, οι χαρακτήρες και το κατά πόσο ένα έργο μπορεί να σταθεί ζωντανά στη σκηνή και να επικοινωνήσει με το κοινό. Επιλέγω, λοιπόν, έργα που έχουν λόγο ύπαρξης και που με προκαλούν δημιουργικά.
Τι πιστεύετε πως πρέπει να έχει κάποιος για να γίνει σκηνοθέτης, ηθοποιός ή δάσκαλος υποκριτικής;
Β.Θ.: Πιστεύω ότι, πέρα από το ταλέντο, αυτό που χρειάζεται είναι βαθιά αφοσίωση και συνείδηση ευθύνης απέναντι στην τέχνη του θεάτρου. Ο σκηνοθέτης οφείλει να έχει καθαρή ματιά και ικανότητα να συνθέτει, ο ηθοποιός ευαισθησία, πειθαρχία και αλήθεια, ενώ ο δάσκαλος υποκριτικής χρειάζεται υπομονή, ενσυναίσθηση και τη δυνατότητα να καθοδηγεί χωρίς να επιβάλλεται. Κοινός παρονομαστής για όλους είναι η συνεχής εξέλιξη, η αυτογνωσία και ο σεβασμός στη συλλογική διαδικασία που απαιτεί το θέατρο.
Σας αρέσει να ρισκάρετε και να καινοτομείτε; Μπορείτε να μας αναφέρετε ένα παράδειγμα από τα έργα σας;
Β.Θ.: Μου αρέσει να ρισκάρω, αλλά πάντα με συνείδηση και σεβασμό στο έργο και στο κοινό. Δεν με ενδιαφέρει η καινοτομία για την καινοτομία, αλλά όταν προκύπτει οργανικά μέσα από το ίδιο το υλικό. Για παράδειγμα, σε πρόσφατη δουλειά μου επέλεξα να κινηθώ σε μια πιο φαρσική, γρήγορη γραφή, με έντονες ανατροπές και σπάσιμο της αναμενόμενης ροής, μετατρέποντας μια κατάσταση που ξεκινά σχεδόν ρεαλιστικά σε μια κωμική υπερβολή. Αυτό ήταν ένα ρίσκο, γιατί απαιτούσε ακρίβεια στον ρυθμό και απόλυτη δέσμευση από τους ηθοποιούς, αλλά τελικά λειτούργησε και επικοινώνησε πολύ δυνατά με το κοινό.
Τι θα ευχόσασταν και τι θα ζητούσατε από το θεατρόφιλο κοινό;
Β.Θ.: Θα ευχόμουν το κοινό να συνεχίσει να αγαπά και να στηρίζει το θέατρο, γιατί είναι μια ζωντανή τέχνη που υπάρχει μόνο μέσα από αυτή τη σχέση. Και θα ζητούσα να έρχεται με ανοιχτό μυαλό και διάθεση να αφεθεί στην εμπειρία, χωρίς προκαταλήψεις. Το θέατρο δεν είναι μόνο διασκέδαση· είναι επικοινωνία, σκέψη και συναίσθημα. Όταν το κοινό είναι παρόν και ουσιαστικά συμμετέχει, τότε η παράσταση ολοκληρώνεται πραγματικά.
Τι πιστεύετε ότι προσφέρει το θέατρο στην σημερινή κοινωνία; Διαθέτει αρκετά δυνατή φωνή για να αφυπνίσει, να προβληματίσει ή να παρέμβει στη σκέψη του θεατή;
Β.Θ.: Το θέατρο, ακόμη και σήμερα, παραμένει μία βαθιά ζωντανή και αναγκαία τέχνη. Προσφέρει έναν χώρο συνάντησης, όπου ο άνθρωπος μπορεί να δει τον εαυτό του, να αναμετρηθεί με σκέψεις, συναισθήματα και καταστάσεις που ίσως στην καθημερινότητα αποφεύγει. Έχει τη δύναμη να αφυπνίζει και να προβληματίζει, όχι με διδακτισμό, αλλά μέσα από την εμπειρία και τη συγκίνηση. Δεν ξέρω αν «παρεμβαίνει» άμεσα, αλλά σίγουρα αφήνει ίχνη στη σκέψη του θεατή. Και αυτά τα ίχνη, πολλές φορές, είναι που οδηγούν σε αλλαγή.
Ποια πιστεύετε πως είναι τα στοιχεία εκείνα που χρειάζεται να λειτουργήσουν αρμονικά ώστε να θεωρηθεί πως μια παράσταση έχει επιτυχία;
Β.Θ.: Η επιτυχία μιας παράστασης είναι αποτέλεσμα αρμονίας πολλών παραμέτρων. Χρειάζεται ένα ισχυρό και λειτουργικό κείμενο, μια σκηνοθετική γραμμή με σαφήνεια και συνοχή, ηθοποιοί με αλήθεια, ρυθμό και σκηνική παρουσία, αλλά και μια ομάδα που δουλεύει συλλογικά με κοινό στόχο. Εξίσου σημαντικά είναι τα τεχνικά στοιχεία – σκηνικά, φώτα, μουσική – που δεν λειτουργούν διακοσμητικά, αλλά υποστηρίζουν ουσιαστικά τη δραματουργία. Και, βέβαια, καθοριστικός είναι ο παράγοντας του κοινού· η ενέργεια και η ανταπόκρισή του είναι αυτή που ολοκληρώνει την παράσταση. Όταν όλα αυτά συντονιστούν, τότε μιλάμε για μια πραγματικά επιτυχημένη θεατρική εμπειρία. Κυρίως όμως, πρέπει να υπάρχει ένα «γιατί» πίσω από κάθε κείμενο και σκηνοθετική άποψη. Για μένα αυτό το «γιατί» μαζί με την ψυχή της ομάδας ολοκληρώνουν το έργο.
Γιατί να ενταχθεί κάποιος σε ένα θεατρικό εργαστήρι;
Β.Θ.: Η συμμετοχή σε ένα θεατρικό εργαστήρι δεν αφορά μόνο όσους θέλουν να γίνουν ηθοποιοί. Είναι μια βαθιά βιωματική διαδικασία που βοηθά τον άνθρωπο να εκφραστεί, να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και να επικοινωνήσει πιο ουσιαστικά με τους άλλους. Μέσα από το θέατρο καλλιεργούνται η φαντασία, η αυτοπεποίθηση, η συνεργασία και η ενσυναίσθηση. Είναι ένας χώρος ελευθερίας, αλλά και πειθαρχίας, όπου μπορείς να δοκιμάσεις, να εκτεθείς δημιουργικά και να εξελιχθείς – όχι μόνο καλλιτεχνικά, αλλά και προσωπικά.
Ποια είναι τα καλλιτεχνικά σας σχέδια για το άμεσο μέλλον;
Β.Θ.: Τα καλλιτεχνικά μου σχέδια για το άμεσο μέλλον επικεντρώνονται στη συνέχεια της δημιουργικής μου πορείας, με νέες σκηνοθετικές προσεγγίσεις και δουλειές που με εξελίσσουν. Με ενδιαφέρει να δουλεύω πάνω σε έργα που έχουν ουσία και επικοινωνούν με το κοινό, διατηρώντας πάντα αυτή τη ζωντανή σχέση που είναι η βάση του θεάτρου. Παράλληλα, συνεχίζω με την ίδια αφοσίωση τη διδασκαλία, που αποτελεί για μένα αναπόσπαστο κομμάτι της καλλιτεχνικής μου ταυτότητας. Όσο υπάρχει ανάγκη για αλήθεια και επικοινωνία, θα υπάρχει και το θέατρο. Κι εγώ θέλω να είμαι εκεί, παρούσα στην πρώτη γραμμή.
Σας ευχαριστούμε πολύ για την όμορφη συνέντευξη. Σας ευχόμαστε από καρδιάς πάντα επιτυχίες στην καλλιτεχνική σας σταδιοδρομία!
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου



