Εισαγωγή
Ο Κλήδονας αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά λαϊκά μαντικά έθιμα του ελληνικού χώρου, το οποίο τελείται παραδοσιακά την ημέρα του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Το έθιμο αυτό, συνδεδεμένο με το θερινό ηλιοστάσιο και τη γιορτή του αϊ-Γιάννη του Προδρόμου, αποτελούσε ιστορικά μια μαντική τελετουργία για την αποκάλυψη του μελλοντικού συζύγου. Σήμερα, αν και η πίστη στη μαντική του δύναμη έχει εκλείψει, το έθιμο αναβιώνει δυναμικά σε όλη την Ελλάδα. Τα έθιμα που αποκόπτονται από το αρχικό τους κοινωνικό πλαίσιο δεν εξαφανίζονται, αλλά αποκτούν μια «δεύτερη ζωή», λειτουργώντας πλέον ως φορείς μνήμης και ταυτότητας. Το έθιμο του Κλήδονα, ενώ έχει χάσει την αρχική του λειτουργικότητα ως μαντική διαδικασία, γνωρίζει μια «δεύτερη ζωή» μέσω των πολιτιστικών συλλόγων. Πρόκειται για μια πτυχή διαχείρισης της προσφυγικής πολιτισμικής κληρονομιάς, που απασχολεί την σύγχρονη λαογραφική έρευνα, αποτελώντας τμήμα του γενικότερου ζητήματος της διαχείρισης της κληρονομιάς, υλικής και άυλης, την οποία οι πρόσφυγες έφεραν στις νέες τους πατρίδες.
Παρότι η καταγωγή του εντοπίζεται σε αρχαίες μαντικές πρακτικές, που σχετίζονται με τον όρο «κληδών» (οιωνός), η επιβίωσή του στο ελληνικό πολιτισμικό περιβάλλον συνδέεται με τη διαρκή αναδιαπραγμάτευση της σχέσης μεταξύ θρησκευτικότητας, λαϊκής πίστης και κοινωνικής μνήμης. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα εργασία εξετάζει τον Κλήδονα ως δυναμική πολιτισμική πρακτική, που μετασχηματίζεται ιστορικά. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ποντιακές κοινότητες της Ελλάδας, όπου το έθιμο επανανοηματοδοτείται μετά τον ξεριζωμό των πληθυσμών από τον Πόντο.
Η ιστορία των Ποντίων
Η καταγραφή της ιστορίας των προγόνων μας είναι η μεγαλύτερη προσφορά στη μνήμη τους. Η Μικρασιατική Καταστροφή υπήρξε αναμφίβολα η σημαντικότερη τομή στην Ιστορία του νεότερου Ελληνισμού. Θύματα της ολέθριας αυτής εθνικής τραγωδίας υπήρξαν οι Έλληνες του Πόντου. Οι αγώνες και οι θυσίες τους για τη διάσωση και διατήρηση του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού στην Ανατολή αποτελούν μέρος της ελληνικής ιστορίας. Οι πρόγονοί μας σε όλη τη μακρόχρονη ζωή τους δεν έπαυσαν να διατηρούν αλώβητη την εθνική τους συνείδηση και ακμαίο το εθνικό τους φρόνημα με ακλόνητη την πίστη στις προγονικές τους παραδόσεις. Οι Έλληνες του Πόντου χαρακτηρίζονται από τα στοιχεία της παράδοσης και των εθίμων, που μετέφεραν από την πατρίδα τους και διατηρούνται μέχρι σήμερα.
Το όνομα «Έλληνες του Πόντου» προέρχεται από το ελληνικό όνομα Εύξεινος Πόντος, που σημαίνει «φιλόξενη θάλασσα», σχετικά με την αρχαία ελληνική κοινότητα που ζούσε στη βόρεια Τουρκία για αιώνες. Ο Πόντος πλαισιώνεται από τις Ποντιακές Άλπεις, μια μεγάλη οροσειρά που εκτείνεται από τα ανατολικά προς τα δυτικά κατά μήκος της νότιας ακτογραμμής της Μαύρης Θάλασσας. Για τους Έλληνες του Πόντου, η τοπογραφία είχε μεγάλη επίδραση στην ιστορία τους, καθώς τους προστάτευε από ξένους εισβολείς.
Σήμερα βέβαια, ο ελληνικός Πόντος, αν και ανήκει στο παρελθόν, δεν σβήνεται από τη μνήμη των νοσταλγών Ποντίων, γιατί δεν είναι δυνατόν να λησμονήσει κανείς τη μακρινή του πατρίδα, όταν μάλιστα συνδέεται με τόσο τραγικά γεγονότα.
Οι σημερινοί Έλληνες ποντιακής καταγωγής έχουν διατηρήσει, κυρίως, πτυχές της ταυτότητάς τους, όπως τα ήθη και τα έθιμα. Αυτό είναι αξιοσημείωτο, καθώς δεν είχαν γεωγραφική περιοχή αναφοράς, έχοντας χάσει κάθε επαφή με την πατρίδα τους. Οι Έλληνες του Πόντου, που ήρθαν στην Ελλάδα μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1922, έφεραν μαζί τους τα ήθη και τα έθιμα, που ρύθμιζαν κάθε τομέα της ζωής τους. Οι πρόγονοί μας, ξεριζωμένοι από τα πιο γνήσια εδάφη της ελληνικής ιστορίας, έφεραν μαζί τους τον πολιτισμό τους και τη βαθιά πίστη στον Θεό, στοιχεία που τα υπηρέτησαν πιστά και τα μετέδωσαν στους νεότερους. Τα στοιχεία αυτά του λαϊκού πολιτισμού είναι η πιο πολύτιμη κληρονομιά, που έφεραν από τις πανάρχαιες ελληνικές κοιτίδες τους οι ξεριζωμένοι Έλληνες. Οι Πόντιοι υπήρξαν «οι θεματοφύλακες του Ελληνισμού στην Ανατολή», όπως οι ντόπιοι Έλληνες στη Δύση.
Το έθιμο του Κλήδονα ως λαϊκό έθιμο στην περιοχή του Πόντου
Ο Κλήδονας, που συνδέεται με τη γιορτή του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, αποτελεί τελετουργικό μαντικό έθιμο με έντονη συμβολική διάσταση. Κεντρικά του στοιχεία είναι η χρήση του «αμίλητου νερού», οι συμβολικές φωτιές και η πρόβλεψη του μελλοντικού συζύγου. Η ετυμολογία του όρου (κληδών = οιωνός) παραπέμπει σε αρχαίες μαντικές πρακτικές. Τέτοιου τύπου έθιμα αποτελούν συγκερασμό προχριστιανικών και χριστιανικών στοιχείων, τα οποία ενσωματώθηκαν στον ετήσιο εορταστικό κύκλο της λαϊκής θρησκευτικότητας.
Στον Πόντο το έθιμο εντάχθηκε στον ετήσιο εορταστικό κύκλο των ελληνικών κοινοτήτων και διατηρούσε έντονο μαντικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Συμμετείχαν κυρίως νεαρές γυναίκες, ενώ το τελετουργικό συνδεόταν με ζητήματα γάμου και κοινωνικής ένταξης. Η συμμετοχή στην τελετουργία δεν ήταν απλώς συμβολική, αλλά ενταγμένη στον κοινωνικό ιστό της κοινότητας. Τέτοιες πρακτικές λειτουργούσαν ως μηχανισμοί κοινωνικής αναπαραγωγής και ένταξης. Το έθιμο λειτουργούσε ως συλλογική πρακτική με πραγματικό νόημα για την κοινότητα και αποτελούσε ζωντανό τελετουργικό με σαφή κοινωνική λειτουργία. Επικεντρωνόταν κυρίως σε ζητήματα γάμου και κοινωνικής ένταξης νεαρών γυναικών.
Στην Τραπεζούντα την 23η του Ιουνίου κατά το βράδυ άναβαν φωτιές στις διάφορες συνοικίες, αλλά κυρίως σε όλη την παραλία. Στην παραλία της ενορίας της Αγίας Μαρίνας, στην αμμουδιά, οι νεαροί της ενορίας μάζευαν διάφορα ξύλα για τις φωτιές και ιδιαίτερα κατασκεύαζαν ομοίωμα Εβραίου με καπέλο, ξανθή γενειάδα, μαύρα ρούχα, παραγεμισμένο με ξερά χόρτα, πολλές φορές και με εκρηκτικές ύλες. Εκεί, τοποθετούσαν τραπέζι με ποτά και μεζέδες. Κατά την ώρα που άναβαν τις φωτιές, αν περνούσε κανένας χωρίς να κεράσει την παρέα, τον έριχναν στη θάλασσα με τα ρούχα του. Το ίδιο γινόταν και κάτω από την Ιερά Μητρόπολη σε έναν βράχο, καθώς και στην παραλία Δαφνούντος.
Ο κλήδονας γινόταν ως εξής: Τη νύχτα της 23ης Ιουνίου μέσα σε πήλινο δοχείο, ειδικά στην κρώμνη σε τζάπαν (μαύρο πήλινο σκεύος, όπου έψηναν τη φασολάδα) έβαζε κάθε ανύπαντρος από ένα σημάδι, όπως λ.χ. δαχτυλίδι, σκουλαρίκι, βραχιόλι και τα παρόμοια. Το δοχείο αυτό δινόταν σε πρωτικάρ παιδίν (πρωτότοκο) το οποίο γέμιζε με νερό από εφτά διαφορετικά πηγάδια. Το νερό αυτό το έλεγαν αμίλητο, γιατί αυτός που έπαιρνε το νερό, δεν έπρεπε να μιλήσει σε κανέναν καθ' όλη τη διαδρομή. Την επόμενη μέρα συγκεντρώνονταν όλα τα κορίτσια, περιτριγύριζαν το δοχείο, το οποίο κρατούσε μια παντρεμένη και έλεγε σε πρωτικάρ κορίτζ «χάλα καλορίζικος και έβγαλ το ριζικόσ'». Η κοπέλα έβγαζε από το δοχείο ένα από τα σημάδια, τη στιγμή που άλλη έλεγε έναν κοτσάκ (δίστιχο), το οποίο αντιστοιχούσε στην κοπέλα, της οποίας ήταν το σημάδι που είχε βάλει στο δοχείο. Με αυτό τον τρόπο έβγαζαν όλα τα σημάδια και έλεγαν τα διάφορα δίστιχα, ως επί το πλείστον σχετικά με αρραβώνα, γάμο, ταξίδι, στενοχώρια. Υπήρχε και η πρόληψη ότι η κοπέλα που θα συναντούσε τον πρώτο ανύπαντρο άντρα ή θα άκουγε αντρικό όνομα, αυτός θα ήταν ο μελλοντικός της σύζυγος ή θα είχε το όνομα που πρώτο-άκουσε.
Η «δεύτερη ζωή» και η αναβίωση των εθίμων
Η Μικρασιατική Καταστροφή οδήγησε στον εκτοπισμό των ποντιακών πληθυσμών και στη μεταφορά των εθίμων τους στην Ελλάδα. Σε αυτό το νέο περιβάλλον το έθιμο αποκόπηκε από το φυσικό και κοινωνικό του πλαίσιο και επαναπροσδιορίστηκε στο πλαίσιο της προσφυγικής μνήμης. Οι ποντιακοί πληθυσμοί μετέφεραν τον πολιτισμό τους στον ελλαδικό χώρο, ο οποίος όμως αποσπάστηκε από το αρχικό του κοινωνικό και γεωγραφικό περιβάλλον. Στην περίπτωση των προσφυγικών πληθυσμών η αναπαράσταση εθίμων, όπως ο Κλήδονας, αποκτά πρόσθετο νόημα. Το έθιμο περνά σε μια «δεύτερη ζωή», όπου η έμφαση μετατοπίζεται από το υπερφυσικό (μαντεία) στο συμβολικό και το ιστορικό. Η αναβίωση αυτή βοηθά στη διατήρηση της συλλογικής μνήμης των ανταλλάξιμων πληθυσμών, προσφέροντας έναν συνδετικό κρίκο με τις χαμένες πατρίδες. Η αποκοπή αυτή οδηγεί στη μετατροπή του εθίμου σε φορέα μνήμης, όπου η αρχική λειτουργία υποχωρεί υπέρ της συμβολικής του διάστασης.
Τα έθιμα που αποκόπτονται από το αρχικό τους πλαίσιο, δεν εξαφανίζονται, αλλά αποκτούν νέα λειτουργία ως φορείς μνήμης και πολιτισμικής ταυτότητας. Η διαδικασία της μετατόπισης των εθίμων από το πρωτογενές τους περιβάλλον σε νέες μορφές πολιτιστικής αναπαράστασης δεν συνεπάγεται απώλεια, αλλά αναπλαισίωση, όπου το έθιμο αποκτά συμβολικό χαρακτήρα. Πρόκειται για τελετουργίες που λόγω των ιστορικών γεγονότων «έσβησαν» στις περιοχές που τις γέννησαν και άρχισαν όμως και πάλι να τελούνται στους χώρους της νέας εγκατάστασης των φορέων τους συντελώντας στην σύσφιξη των σχέσεων των μελών μιας κοινότητας και στην προβολή της τοπικής ιδιαιτερότητας.
Σύγχρονες αναβιώσεις του Κλήδονα
Στη σύγχρονη Ελλάδα, ο Κλήδονας τελείται κυρίως από πολιτιστικούς συλλόγους και δημοτικούς φορείς. Η τελετουργία έχει μετατραπεί σε πολιτιστικό δρώμενο με έμφαση στη συμμετοχή και την αναπαράσταση. Ο Κλήδονας οργανώνεται από πολιτιστικούς συλλόγους, παρουσιάζεται σε φεστιβάλ και δημόσιες εκδηλώσεις και απευθύνεται σε κοινό (θεατές). Ο μαντικός του χαρακτήρας έχει περιοριστεί ή εξαφανιστεί, ενώ δίνεται έμφαση στη συλλογική συμμετοχή και τη διατήρηση της παράδοσης. Η αναβίωση αυτή δεν είναι αυθόρμητη, αλλά αποτελεί έργο συστηματικής διαχείρισης από τους συλλόγους, οι οποίοι επιδιώκουν τη σύνδεση των μελών τους με τις «πολιτιστικές ρίζες» και τη δόμηση μιας συλλογικής ταυτότητας.
Το έθιμο μετατρέπεται από συμμετοχική δράση της κοινότητας σε «παράσταση» με έντονα θεατρικά στοιχεία. Χρησιμοποιείται η έννοια της «σκηνοθετημένης αυθεντικότητας», όπου η χρήση παραδοσιακών ενδυμασιών και η τήρηση συγκεκριμένων σκηνοθετικών αρχών στοχεύουν στη δημιουργία ενός ελκυστικού θεάματος για το κοινό. Ο Κλήδονας σήμερα συγκεντρώνει τα εξής χαρακτηριστικά των αναπαριστώμενων εθίμων:
α) Μετάβαση από τη «λειτουργικότητα» στην «παράσταση». Οι πηγές αναφέρουν ότι πολλές τελετουργίες θεωρούνται πλέον μη λειτουργικές, καθώς οι ανάγκες που κάλυπταν (π.χ. η μαντεία στον Κλήδονα ή η ευκαρπία της γης στις πυρές) εξυπηρετούνται πλέον από την επιστήμη και την τεχνολογία. Έτσι, από «χρηστικά» έθιμα μετατρέπονται σε δρώμενα και θεατρικές παραστάσεις.
β) Σκηνοθετημένη αυθεντικότητα. Ο Κλήδονας, όπως αναβιώνει σήμερα, χαρακτηρίζεται από «σκηνοθετημένη αυθεντικότητα», με χρήση παραδοσιακών ενδυμασιών και αυστηρά καθορισμένη σκηνοθεσία από τα μέλη των συλλόγων. Το έθιμο δεν βιώνεται πλέον πηγαία από όλη την κοινότητα στην καθημερινότητά της, αλλά προσφέρεται ως ελκυστικό θέαμα.
γ) Καθοριστικός ρόλος των πολιτιστικών φορέων. Η αναβίωση τέτοιων εθίμων είναι έργο σχεδόν αποκλειστικά των τοπικών πολιτιστικών συλλόγων. Οι σύλλογοι αυτοί λειτουργούν ως «σκηνοθέτες», που διαχειρίζονται την άυλη πολιτιστική κληρονομιά σε δημόσιο επίπεδο.
δ) Ιδεολόγημα της «επιστροφής στις ρίζες». Η αναπαράσταση του Κλήδονα υπηρετεί την ανάγκη των σύγχρονων ανθρώπων για σύνδεση με τις «πολιτιστικές ρίζες» και την ενίσχυση της τοπικής ή συλλογικής ταυτότητας. Το έθιμο του Κλήδονα δεν αποτελεί πλέον μια αυθόρμητη εκδήλωση της κοινότητας, αλλά μια οργανωμένη δράση πολιτιστικών σωματείων. Οι σύλλογοι λειτουργούν ως οι νέοι διαχειριστές της λαϊκής λατρείας, μετατρέποντας το τελετουργικό σε πολιτιστικό γεγονός, που στοχεύει στην ενίσχυσης της τοπικής κοινότητας και της κοινωνικής συνοχής. Η αναπαράσταση του Κλήδονα από πολιτιστικούς φορείς περιλαμβάνει συχνά στοιχεία θεατρικότητας. Οι σύλλογοι οργανώνουν την πομπή του «αμίλητου νερού», το άνοιγμα του αγγείου και το κάψιμο των στεφανιών, δίνοντας έμφαση στην αισθητική και την ψυχαγωγία των μελών τους.
Η διαχείριση των παλαιότερων μορφών παράδοσης, ώστε να προκύψουν οι μορφές του σύγχρονου λαϊκού πολιτισμού, γίνεται με την αναβίωση μορφών που είχαν μεν εξαφανιστεί, για διάφορους όμως λόγους έρχονται και πάλι στο προσκήνιο, κατά κύριο λόγο όμως ως παραστάσεις, στο πλαίσιο του κινήματος του φολκλορισμού. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι οι αναβιώσεις εθίμων, που έχουν πάψει να τελούνται στο πλαίσιο σχετικών αναπαραστάσεων, καθώς συμβαίνει με τον «κλήδονα».
Συμπεράσματα
Ο Κλήδονας συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα εθίμου που μετασχηματίζεται ιστορικά και επιβιώνει μέσω της αναβίωσης. Στις ποντιακές κοινότητες λειτουργεί ως φορέας μνήμης και ταυτότητας, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική φύση της παράδοσης. Σήμερα επιβιώνει όχι ως ζωντανή πίστη, αλλά ως αναπαράσταση. Οι πολιτιστικοί φορείς καταφέρνουν να διατηρήσουν τη μορφή του εθίμου, προσαρμόζοντάς το στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας για ιστορική συνέχεια και πολιτιστική έκφραση. Η περίπτωση του Κλήδονα αναδεικνύει τη δυναμική φύση της παράδοσης και τον ρόλο της μνήμης στη συγκρότηση πολιτισμικής ταυτότητας στις ποντιακές κοινότητες.
Η αναβίωση λειτουργεί ως μηχανισμός συγκρότησης συλλογικής ταυτότητας, ιδιαίτερα στις ποντιακές κοινότητες, όπου η μνήμη του ξεριζωμού παραμένει κεντρικό στοιχείο πολιτισμικής αυτοαντίληψης. Ο Κλήδονας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εθίμου, που μετασχηματίζεται ιστορικά και κοινωνικά.
Από μαντική πρακτική μετατρέπεται σε πολιτιστική αναπαράσταση, διατηρώντας ωστόσο τον συμβολικό του πυρήνα. Η μελέτη του αναδεικνύει τη σημασία της έννοιας της «δεύτερης ζωής» των εθίμων και τη συμβολή τους στη διαμόρφωση ταυτοτήτων στον σύγχρονο ελληνικό χώρο. Αν και οι πηγές εστιάζουν στις φωτιές των Θεοφανίων και τους εκκλησιαστικούς πλειστηριασμούς της Καππαδοκίας, η θεωρία τους εφαρμόζεται πλήρως στον Κλήδονα. Το έθιμο αυτό ανήκει στις τελετουργίες που έχουν «σβήσει» ως ζωντανό βίωμα, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα από τη συλλογική διαχείριση των πολιτιστικών φορέων, αποκτώντας νόημα στη σύγχρονη κοινωνία.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Βιβλιογραφία:
Βαρβούνης Μ.Γ., Σύλλογοι και σύγχρονες λαϊκές θρησκευτικές τελετουργίες: Αναδίφηση μιας οργανικής σχέσης. Η συμβολή των συλλόγων στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, Αθήνα 2023, Εργαστήριο Κοινωνικών Επιστημών, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Σχολή Επιστημών της Αγωγής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Βαρβούνης Μ.Γ., Η «δεύτερη ζωή» των τελετουργιών: Αναβιώσεις εθίμων σε ανταλλάξιμους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς από την Καππαδοκία, Επιστημονική Επετηρίδα της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών, Αθήνα 2025, Ηρόδοτος,
Bryer A. & Winfield D., Τα βυζαντινά μνημεία και η τοπογραφία του Πόντου, Washington 1985, Dumbarton Oaks Research Library and Collection,
Καμπουρίδου Τ., Οδοιπορικό του Πόντου, Αθήνα 1980, None,
Μέγας Γ., Ελληνικαί εορταί και έθιμα, Αθήνα 1957,
Μερακλής Μ., Ελληνική λαογραφία, Αθήνα 2004, Καρδαμίτσα,
Σταμπουλίδης Λ.Α., Πόντος: Οι ρίζες μας. Μαρτυρίες γενοκτονίας, Αθήνα 2018, Ινφογνώμων.


