Το θέμα της διδασκαλίας των μαθηματικών με απασχολούσε πολλά χρόνια. Μέσα από την ιδιότητά μου, ως καθηγήτρια και αργότερα ως συμβούλου μαθηματικών, έζησα από κοντά τις ελπίδες, τις προσπάθειες, τις προσδοκίες και τις απογοητεύσεις από την πλευρά του διδάσκοντα.
Από το άλλο μέρος, οι μεταπτυχιακές μου σπουδές στη διδακτική των μαθηματικών με βοήθησαν να αποκτήσω μια βαθύτερη αντίληψη σε θέματα που αφορούν στις δυσκολίες κατανόησης και μάθησης, σε μεθόδους διδασκαλίας κ.λπ., θέματα που απαιτούν ένα επαρκώς επιμορφωμένο διδακτικό προσωπικό, και που δυστυχώς πολλές φορές αγνοούνται μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας.
Οι προσωπικοί μου προβληματισμοί και η επαφή μου με συναδέλφους, με γονείς και φυσικά με τα παιδιά, μου δημιούργησαν την επιθυμία να καταγράψω την εμπειρία του να διδάσκει κάποιος μαθηματικά. Ουσιαστικά θέλησα να ανοίξω την αυλαία της κλειστής σχολικής αίθουσας και να φανερώσω τη μυσταγωγία που συντελείται εκεί μέσα.
Βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν είχα πρόθεση να γράψω μια πραγματεία με θέμα τη διδασκαλία των μαθηματικών ή τη διδασκαλία γενικότερα. Γνωρίζοντας, λοιπόν, πως το θέμα δεν προσφέρεται ιδιαίτερα από λογοτεχνικής πλευράς, επέλεξα την Κλειώ και της ανέθεσα να αφηγηθεί, όπως η συνονόματή της μούσα, σε γλώσσα απλή και φυσική, τις περιπέτειες μιας νεοδιοριζόμενης μαθηματικού σε μια μικρή επαρχία.
Η Κλειώ ανέλαβε να δώσει φωνή στις καθηγήτριες και τους καθηγητές που διδάσκουν αυτά τα... «ανα-θεματικά», αλλά χωρίς να το επιδιώξει έδωσε φωνή και στους εκπαιδευτικούς όλων των ειδικοτήτων, και ίσως γενικότερα σε κάθε νέο ή νέα που αφήνει μια μεγαλούπολη για να εργαστεί σε ένα ορεινό χωριό ή ένα νησί.
Ωστόσο, όπως συμβαίνει συχνά με τους ήρωες των βιβλίων, οι περιπέτειες της Κλειώς, απέκτησαν ένα γενικότερο χαρακτήρα και το ταξίδι της στην επαρχία έγινε τελικά ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία και την ωρίμανση. Μια πορεία που δεν στηρίχθηκε σε βεβαιότητες και στεγανά, αλλά διαμορφώθηκε μέσα από δυσκολίες, εσωτερικές ανατροπές, αποδοχή της διαφορετικότητας.
Η Κλειώ έπρεπε να είναι εντελώς απροετοίμαστη για τον ρόλο της, ώστε να αναδειχθούν οι δυσκολίες, τα εμπόδια και οι προκλήσεις που θα συναντήσει σε όλο τους το μεγαλείο.
Με την αυτοπεποίθηση της μέχρι τότε πετυχημένης γυναίκας ως ανερχόμενο στέλεχος μιας πολυεθνικής, αποφασίζει να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή της. Φεύγει από τη Θεσσαλονίκη και ταξιδεύει σε μια μικρή επαρχία για να διδάξει μαθηματικά, πιστεύοντας πως θα κατακτήσει το σχολικό σύμπαν. Με μόνο εφόδιο ένα πτυχίο μαθηματικών, χωρίς διδακτική εμπειρία και, φυσικά, χωρίς γνώσεις διδακτικής ή παιδαγωγικών. (Η ιστορία διαδραματίζεται στα μέσα του '80, όταν η έρευνα και η πληροφόρηση για τέτοια θέματα στον χώρο της μαθηματικής εκπαίδευσης βρίσκονται στα σπάργανα.)
Η Κλειώ συνθλίβεται σχεδόν από την πρώτη στιγμή. Μέσα στο κλειστοφοβικό περιβάλλον της επαρχίας όπου θα βρεθεί, έρχεται αντιμέτωπη με νόρμες κοινωνικής συμπεριφοράς και αξίες που σε μεγάλο βαθμό της ήταν άγνωστες.
Αντιμετωπίζει την υπεροψία της νοικοκυράς της:
— Θα χρησιμοποιείς το ένα φύλλο της ντουλάπας. Στην υπόλοιπη έχουμε δικά μας ρούχα, δήλωσε κοφτά η νοικοκυρά.Νέα ψυχρολουσία.— Όπως είδες το διαμέρισμα έχει όλες τις ηλεκτρικές συσκευές και τα κουζινικά. Και το σημαντικότερο, έχει τηλέφωνο, συμπλήρωσε δείχνοντας τη μαύρη συσκευή πάνω σε ένα ετοιμόρροπο τραπεζάκι. Να ξέρεις πως σε κανένα ενοικιαζόμενο δεν υπάρχουν τέτοια «κομφόρ», πέταξε το γαλλικό της η αρχόντισσα του σπιτιού.Έκανε μια χειρονομία ανυπομονησίας, μάλλον περίμενε να αρχίσει η καινούργια νοικάρισσα τα θαυμαστικά: «Καλέ πόσο τυχερή είμαι, τι κελεπούρι είν' τούτο», και τα λοιπά.
Την επιφυλακτικότητα απέναντι στην ξένη, τη Θεσσαλονικιά:
«Λένε πως εσείς οι Θεσσαλονικιές είστε καπάτσες. Όπου πάτε παίρνετε τους άντρες».
Τα στεγανά του φαίνεσθαι ακόμα και μεταξύ των μορφωμένων συναδέλφων της:
Φορούσε το πλεκτό σκουφάκι και ήταν τυλιγμένη με το κασκόλ της μητέρας της. Την κοίταξαν περίεργα οι άλλες δύο.— Τι κοιτάτε καλέ;— Μ' αυτό θα πας στο σχολείο;— Από τα χεράκια της μαμάς, είναι και πολύ ζεστό. Στη Θεσσαλονίκη δεν το χρησιμοποίησα.— Καλύτερα να το βγάλεις πριν φτάσουμε, μη σε δουν έτσι τα παιδιά.— Για ποιο λόγο Βάσω μου;— Επειδή εδώ είμαστε συντηρητικούρες. Σκουφάκια Κλειώ, μόνο όταν πηγαίνουμε στα χιόνια για σκι.— Α, δεν μ' ενδιαφέρει. Εγώ κρυώνω.— Μην τολμήσεις να μπεις στην αυλή με αυτό το πράγμα στο κεφάλι σου, θα φας κράξιμο. Και δεν το θέλουμε αυτό. Έτσι Κλειώ; βρυχήθηκε η Δωροθέα.
Τη φιλία που πατά πάνω σε λεπτές ισορροπίες και στηρίζεται σε αμοιβαίες εξομολογήσεις. Τον έρωτα που πληγώνει και καταρρακώνει. Τον φθόνο της άλλης γυναίκας:
— Αλήθεια, Κλειώ, πόσο χρονών είσαι;Η Στέλλα έφτυσε τις λέξεις, μικρές γλιστερές σφαίρες, και όσο πιο πολύ αργούσε να τις προφέρει, τόσο γέμιζε με την άγρια χαρά του κυνηγού που βλέπει το θήραμα να σπαρταράει στα πόδια του. Οι κουβέντες και τα γέλια κόπηκαν με το μαχαίρι.
Την αδυναμία να επιβληθεί στην τάξη και την αμφισβήτηση εκ μέρους των παιδιών για τις ικανότητές της ως γυναίκα μαθηματικός.
Η εβδομάδα έκλεισε με την απαξιωτική στάση του απουσιολόγου της δέσμης. Η Κλειώ καθυστέρησε να δώσει άμεση απάντηση σε μια ερώτησή του. Στην πραγματικότητα σκεφτόταν δυνατά, κάτι που έκανε ο φροντιστής της για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Ανυπόμονος ο μαθητής, συνηθισμένος να παίρνει άμεσα απαντήσεις, κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του.— Ε! Να ήταν εδώ ο μαθηματικός μας..., μουρμούρισε δυνατά, ώστε να τον ακούσουν όλοι.— Τι θέλεις να πεις; Πως δεν έχω εμπειρία; σήκωσε το γάντι η Κλειώ.— Ε ναι! συνέχισε τον τσαμπουκά ο άριστος.
Και τότε το εν δυνάμει στέλεχος της εταιρείας γίνεται «σπουργιτάκι» που μαθαίνει τη ζωή από την αρχή. Συνειδητοποιεί πως η τάξη δεν είναι πλάνο επί χάρτου, αλλά μια ζωντανή μεταβαλλόμενη κοινότητα, μοναδική κάθε φορά. Τότε θα βάλει στην άκρη το εγώ και θα αφουγκραστεί τα παιδιά.
Στο αυτοκίνητο της επιστροφής έμεινε να συλλογίζεται. Δέντρα, βράχια, γκρεμοί και ποτάμια περνούσαν μπρος της. Πάνω τους έβλεπε τα πρόσωπα των μικρών της τάξης της. Ντράπηκε που ένας ξένος έδειξε αισθήματα για αυτά. Ντράπηκε που δεν μπήκε στον κόπο να τα πλησιάσει. Ντράπηκε που κάλυπτε τις δικές της αδυναμίες πίσω από το αυστηρό της ύφος.
Θα συνειδητοποιήσει πως η διδασκαλία δεν είναι μια διεκπεραιωτική διαδικασία και με οδηγό το ένστικτο και την αγάπη της για τα παιδιά, θα αρχίσει να πειραματίζεται εμπλέκοντάς τα στη διαδικασία ανακάλυψης, κατανόησης και μάθησης.
Κάπως έτσι άρχισαν να κινούνται τα λιμνάζοντα νερά και γέμιζε αισιοδοξία η Κλειώ. Διστακτικά αλλά σταθερά, τα παιδιά, μικρά και μεγάλα, σήκωναν χέρι για να πουν τη γνώμη τους, να προτείνουν άλλες μεθόδους, να μιλήσουν για τα δύσκολα και σκοτεινά σημεία. Έβλεπε τα μάτια τους να φωτίζονται από τη χαρά της εξερεύνησης και μαζί τους χαιρόταν και η Κλειώ. Λες και τραβιόταν η κουρτίνα που σκέπαζε παλιά πράγματα, παλιά διαβάσματα, παλιές αντιλήψεις.
Το ταξίδι της Κλειώς δεν ήταν, δεν έπρεπε να είναι περίπατος. Τίποτε δεν θα της χαριστεί. Δοκιμάζεται μέσα στην μικρή κοινότητα και μέσα στην τάξη. Πατώντας στα συντρίμμια του εγωισμού της και των στερεοτυπικών αντιλήψεων, θα κτίσει μέσα από την αναζωογόνο εμπειρία με τους μαθητές και τις μαθήτριές της, στο γόνιμο περιβάλλον της επαρχίας, μια νέα αντίληψη για τη ζωή και για τον εαυτό της. Μόνο τότε το «σπουργιτάκι» γίνεται αετός.
Άκουγε τον εαυτό της και ήταν σαν να τον παρατηρούσε για πρώτη φορά... Ήταν που επιτέλους ένιωθε πως μεγάλωσε και ωρίμασε. Είχε προλάβει μέσα σε λίγους μήνες να ζήσει την χαμένη της εφηβεία, έκανε τα λάθη που δικαιούνταν να κάνει, έπεσε και χτυπήθηκε, πάλεψε, διεκδίκησε, έζησε τα πιο δυνατά συναισθήματα που μπορούσε να νιώσει. Και, να, που, επί τέλους, τα χέρια της βαστούσαν γερά τα χαλινάρια και η ζωή, άλογο αδάμαστο, ημέρευε. Ψήλωσε η Κλειώ μέσα στο μικρό δωμάτιο και η παρουσία της δέσποσε εκεί μέσα. Ύστερα έγινε αετός και έκλεισε με τις φτερούγες της τα μικρά της.
Η Κλειώ θα μπορούσε να είναι ένας ύμνος στην εκπαιδευτική διαδικασία, ωστόσο η διαδρομή της είναι στην ουσία ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Μέσα από την ιστορία της θα ήθελα να στείλω ένα αισιόδοξο μήνυμα σε όσες και όσους κάποια στιγμή τολμούν να αλλάξουν κάτι στη ζωή τους και να ζήσουν το δικό τους ταξίδι.
Λένα Χ. Δημητριάδου
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το μυθιστόρημα της Λένας Χ. Δημητριάδου Κλειώ κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν



