Διάνεμα

Αλεξίας Κατσικογιάννη Διάνεμα

Μοναδικό το βιβλίο της Αλεξίας Κατσικογιάννη, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άνω τελεία. Μοναδικό όπως ξεχωριστό αλλά και μοναδικό όπως φανταστικό και υπέροχο.

Το Διάνεμα είναι μια μικρή συλλογή που αποτελείται από τις νουβέλες Η θεία Σταφίδα, Διάνεμα και Νησί σαν πεταλούδα· όλες τους στο ίδιο, ενιαίο, ύφος δομούν τρεις ιστορίες με οικεία πρόσωπα, αναγνωρίσιμα τριγύρω ή ακόμα και πάνω μας, που τα βλέπουμε [περίεργα ακούγεται το βλέπουμε εδώ αφού εμείς ως αναγνώστες μόνο να τα γνωρίσουμε μπορούμε μέσα από τη μυθοπλάστρια] να βιώνουν μια καθημερινότητα όπως η δική μας –ή περίπου όπως η δική μας– όμως σε άγνωστο χωροχρονικό πλαίσιο· σε τόπους που δεν προσδιορίζονται ή δεν υπάρχουν ή δεν αντιστοιχούν σε κάτι γνώριμο και σε χρόνο που δεν προσδιορίζεται ή, ακόμα, θα έλεγε κανείς πως είναι διάχρονες περιπτώσεις.

Οι ήρωες, σε αυτό το πόνημα φεύγουν, αφήνουν την εν λόγω διάσταση, αποδημούν ή περνούν απέναντι, όπου και όπως είναι αυτό το «απέναντι». Σε αυτό το πόνημα, ο κόσμος των ηρώων είναι παράξενος όχι επειδή εκείνος ή εκείνοι είναι παράξενοι αλλά επειδή εμείς είμαστε ανοίκειοι με αυτόν. Σε αυτό το πόνημα η στιγμή κρατά για πάντα και το για πάντα μια στιγμή, ποτέ δεν ξέρεις αν έχει περάσει ένα λεπτό, μια μέρα ή μια αιωνιότητα... Μα αυτό που τελικά μετράει περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο σε αυτό το πόνημα είναι η εξαιρετική αφηγηματική ικανότητα της συγγραφέα που γοητεύει τόσο που σε εγκλωβίζει στις σελίδες της και σε κρατά εκεί, δέσμιο, ως το τέλος [του βιβλίου] που όταν έρθει λυπάσαι που δεν έχει περισσότερο κείμενο, κι άλλους ήρωες, νέα μέρη...

Η περιρρέουσα μελαγχολία –κοινό χαρακτηριστικό και στις τρεις νουβέλες– έχει μια ιδιαίτερη χροιά αφού, ενώ είναι διάχυτη, δεν γίνεται βάρος στον φιλαναγνώστη – χώρια που «ξεπλένεται» μέσα από μικρές, τόσο όσο, δόσεις χιούμορ. Η γραφή είναι άκρως λογοτεχνική και κάνει ακόμα και το πιο ποταπό, μικρό πράγμα να παίρνει «ύψος», μέγεθος και ειδικό βάρος. Οι χαρακτήρες κερδίζουν τη συμπάθεια του αναγνώστη με τη μία κι αυτή η διττότητα της φύσης τους –από τη μια άκρως πραγματικοί και από την άλλη, εκ παραλλήλου, φανταστικοί– δίνει μια ελευθερία ματιάς που υπόκειται στην κρίση σου το πώς θα τους δεις, πώς/πού θα τους τοποθετήσεις κ.λπ. Όλα αυτά και όλα τα προηγούμενα με όλα τα επόμενα καταλήγουν σε ένα υπέροχο στιλ συγγράμματος που έχει τα χαρακτηριστικά του μαγικού ρεαλισμού.

Η κυρία Κατσικογιάννη αποφεύγει τις «συνταγές», τα τετριμμένα και τα κοινότυπα έχοντας τις δικές της ιδέες που τις υποστηρίζει τέλεια δημιουργώντας το δικό της ύφος το οποίο εμπλουτίζει με ιδανικές παρομοιώσεις και άλλα καλολογικά σχήματα.

Αν θα μπορούσαμε να δούμε υπερρεαλιστικά στοιχεία, εικόνες, μέρη; Οπωσδήποτε. Όπως και σουρεαλισμό, εξού και είναι κάπως δύσκολο να περιγράψει κανείς αυτή τη περιγραφική δεινότητα χωρίς να προδώσει το περιεχόμενο ώστε να αφήσει την εμπειρία «ανέπαφη» για τον μελλοντικό αναγνώστη. Η οποία εμπειρία μόνο ως καταπληκτική μπορεί να περιγραφεί, τόσο όμορφη που είναι.

Άμα έχεις διαβάσει χιλιάδες βιβλία, το να αφεθείς στη ροή ενός πεζογραφήματος είναι δυσκολότερο από τον μέσο όρο κι όμως, εδώ, (ξανα-)βρήκα αυτό το χάσιμο στις σελίδες που όσο περνάει ο καιρός όλο και λιγότερο μου συμβαίνει.

Τελικά, θέλω να την ευχαριστήσω για αυτό που έκανε και που μου έμαθε πράγματα όπως ο εύγευστος σοσιαλισμός, το αθηνιάω-ώ αλλά και το διάνεμα και πολλά πολλά άλλα.

Εις το επανιδείν.