Γιώργος Παπαδόπουλος: Η σκιά της Ιστορίας και το φως της αφήγησης!

Ο Γιώργος Παπαδόπουλος μιλά για την έμπνευση, την εξουσία, τον έρωτα και τη λογοτεχνία πίσω από Το τέλος των Πεφωτισμένων


Γιώργου Παπαδόπουλου Το τέλος των Πεφωτισμένων και φωτογραφία του ίδιου

Σε μια εποχή όπου η ιστορία συχνά αντιμετωπίζεται ως παρελθόν χωρίς παρόν, ο Γιώργος Παπαδόπουλος επιλέγει να τη μετατρέψει σε ζωντανό αφηγηματικό πεδίο. Με αφετηρία την περίοδο του Όθωνα και με φόντο τις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις του 19ου αιώνα, το βιβλίο του Το τέλος των Πεφωτισμένων δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά μια βαθιά εξερεύνηση της εξουσίας, της ανθρώπινης φύσης και της αλήθειας. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο συγγραφέας μιλά με ειλικρίνεια για τη δημιουργική του διαδρομή, τις επιρροές του και τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ιστορική ακρίβεια και τη λογοτεχνική ελευθερία.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για Το τέλος των πεφωτισμένων; Υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο ερέθισμα;
Γιώργος Παπαδόπουλος: Καταρχάς θα ήθελα να σ' ευχαριστήσω για τη συνέντευξη αυτή στην πολύ όμορφη σελίδα, στο koukidaki. Ξέρεις, η ανάγκη συγγραφής προκύπτει από την ανάγκη εξωτερίκευσης συναισθημάτων με έναν εκλεπτυσμένο τρόπο ο οποίος δημιουργεί πολιτισμό. Άρα η ανάγκη συγγραφής δεν αφορά μόνο τον συγγραφέα αλλά και το σύνολο της κοινωνίας η οποία επηρεάζεται από ελάχιστα έως πολύ από καθετί που γράφεται και εκδίδεται, είτε μιλάμε για ένα έργο λογοτεχνίας είτε για ένα τραγούδι. Εγώ την ανάγκη αυτή την έχω ανακαλύψει από μικρός και πάντα είχα στο μυαλό μου να αποτυπώσω τις σκέψεις μου, όμως δεν είχα την απαραίτητη ωριμότητα και το αισθανόμουν, γι' αυτό το άφηνα για παρακάτω. Όταν ήρθε ο κατάλληλος καιρός τον οποίο δεν μπορώ να προσδιορίσω χρονικά γιατί είναι ζήτημα εσωτερικό που γεννάται αργά και βρίσκει «το γεγονός» που κινητοποιεί, κάθισα και ξεκίνησα. Κι επειδή είμαι ιστορικός, με συγκινεί ιδιαίτερα ο 19ος αιώνας, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει καλύτερο ερέθισμα από την επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, την οποία θεωρώ εξαιρετικά σημαντική, όχι μόνο για μας αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο.

Τι σε τράβηξε στην περίοδο του Όθωνα και ειδικά στην περίοδο μετά το Σύνταγμα του 1844;
Γ.Π.: Η αλήθεια είναι –και πιάνομαι από την προηγούμενη απάντηση– ότι ενώ στα αρχικά σχέδιά μου ήταν να απευθυνθώ στη δεκαετία της Επανάστασης, μια άγνωστη δύναμη με κίνησε λίγα χρόνια πιο πέρα, στην περίοδο του Όθωνα. Είναι αυτό που λέω συχνά, όποιο στιγμιαίο ερέθισμα και να έχεις, στο τέλος θα οδηγηθείς εκεί που οδηγεί «η μνήμη». Κι η μνήμη κυρίως διαμορφώνεται στα παιδικά και εφηβικά χρόνια, εκεί που γνωρίζουμε τον κόσμο. Κι εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ μια σχολική εκδρομή στην 6η δημοτικού, στα σοκάκια της Αθήνας με μια καταπληκτική δασκάλα, στην κυρία Έφη, η οποία μας ξενάγησε στα παλιά καφενεία και μας έδειχνε εικόνες από την εποχή του Όθωνα. Είδαμε την πρώτη σελίδα του πρώτου Συντάγματος του 1844 κι εγώ που αγαπούσα πολύ την ιστορία, εκστασιάστηκα. Και ήθελα τόσο πολύ να μάθω για εκείνη την περίοδο αλλά η ηλικία και τα μέσα δεν με βοηθούσαν να ανακαλύψω εκείνη την Ελλάδα τότε. Αυτό φαίνεται ότι κρύφτηκε κάπου βαθιά μέσα στο υποσυνείδητό μου για δεκαετίες και βγήκε την κατάλληλη ώρα.

Ο Λέων Βρανάς είναι ένας ιδιαίτερα σύνθετος χαρακτήρας. Πόσο από σένα υπάρχει μέσα του;
Γ.Π.: Φυσικά υπάρχουν πτυχές του μέσα μου, κυρίως αναφορικά με την επιπολαιότητα που αντιμετωπίζει κάποια πράγματα. (γέλια) Είναι ένας χαρακτήρας πράγματι σύνθετος ο οποίος έχει βαθιά ριζωμένη μέσα του τη γενιά του, όμως, του λείπει το σχέδιο το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με τις συνθήκες. Εκεί ίσως έγκειται η επιπολαιότητά του που είπα πριν. Κρατάει μυστικά και εκεί τελειώνουν οι ομοιότητες με μένα. Έχει όμως «κλέψει» πολλά κι από χαρακτήρες που αγάπησα διαβάζοντας, όπως π.χ. τον «δόκτωρ Ζιβάγκο».

Καθώς έγραφες, ένιωθες ότι οδηγείς εσύ την ιστορία ή ότι σε οδηγούσαν οι χαρακτήρες;
Γ.Π.: Το «σχέδιο», ας το κατονομάσω έτσι, αυτό δηλαδή που είχα στο μυαλό μου εξαρχής, τελικά πιστεύω ότι έχει ελάχιστη σχέση με το αποτέλεσμα. Ήθελα ένα διήγημα «πλούσιο», στο οποίο δεν θα υπάρχουν τέσσερις χαρακτήρες που θα πηγαινοέρχονται χωρίς λόγο, σαν ελληνική ταινία κακής παραγωγής, αλλά θα υπάρχουν πολλά πρόσωπα που θα συνθέτουν ένα πολύπλοκο περιβάλλον το οποίο θα «εγκλωβίσει» με την καλή έννοια τον αναγνώστη. Όταν όμως κάνεις αυτή την επιλογή πρέπει να είσαι έτοιμος για τη συνέπεια η οποία δεν είναι άλλη από το ότι διαμορφώνεται ένα περιβάλλον αυτόνομο και αυτάρκες από μόνο του. Δηλαδή, από ένα σημείο και μετά οι ήρωες «δεν με είχαν ανάγκη», προχωρούσαν μόνοι τους την ιστορία και εγώ λειτουργούσα περισσότερο σαν περιηγητής των γεγονότων παρά ως δημιουργός. Αν δεν υπήρχαν οι αναδρομές που μου άφηναν χώρο να περάσω αυτά που είχα στο μυαλό μου με κάποιο τρόπο, ίσως δεν θα έψαχνες μόνος σου τον συγγραφέα αλλά θα τον ψάχναμε μαζί. (γέλια)

Το βιβλίο ακουμπά έντονα το θέμα της εξουσίας. Πιστεύεις τελικά ότι ελέγχουμε τη μοίρα μας ή είμαστε μέρος ενός μεγαλύτερου «παιχνιδιού»;
Γ.Π.: Το δεύτερο. Θεωρώ πως οι ανθρώπινες κοινωνίες χτίζονται πάνω στα εκάστοτε συμφέροντα της εξουσίας. Η εξουσία –με την ευρύτερη έννοια που συμπεριλαμβάνει την πολιτική φυσικά αλλά και την οικονομική– έχει τους μηχανισμούς και τη δύναμη να επιβάλλεται. Επεκτείνουν την επιβολή τους όσο νομίζουν και οι κοινωνίες αμύνονται όσο μπορούν. Θα με ρωτήσεις τώρα, αν ισχύει αυτό, τότε πώς εξελισσόμαστε; θα έπρεπε τότε να ζούμε ακόμα στο 800 π.Χ.!, θα σου απαντούσα ως εξής: Δεν υπάρχει τίποτα στη φύση αδιαπέραστο και το ίδιο ισχύει και για την εξουσία. Η εξουσία δεν είναι ενιαία και ενίοτε μέσα της εκδηλώνονται αντιπαραθέσεις. Από την άλλη πλευρά πολλές επαναστάσεις φτωχών εξελίσσονται και πάνε στον βρόντο. Κάποιες στιγμές της ιστορίας, ένα τμήμα της εξουσίας ριζοσπαστικοποιείται για να χτυπήσει ένα άλλο κομμάτι της. Ενδεχομένως να ενώσει τις δυνάμεις της με κάποια εξέγερση που εξελίσσεται –ή, πολλές φορές, η ίδια τη δημιουργεί– ως μία ενός τύπου αναταραχή με θετικό αποτέλεσμα πολλές φορές γιατί σε μια επανάσταση, δυστυχώς, δεν φτάνει το αίμα των ανθρώπων, θέλει χρήματα και πολιτική στήριξη. Έτσι προχωρούν τα πράγματα, ανανεώνεται η εξουσία μέχρι να ξαναθυμίσει την παλιά, όμως, στο μεταίχμιο αυτής της μετάλλαξης κερδίζονται περαιτέρω πολιτικές ελευθερίες για τις κοινωνίες και εξελίσσονται. Συν ότι η εξουσία πολλές φορές, για να διαιωνίσει την κυριαρχία της, επενδύει στην τεχνολογία που θα την κάνει ατρόμητη. Αυτή η τεχνολογία γίνεται αργότερα κτήμα των μαζών κι έτσι εξελισσόμαστε και οικονομικά.

Οι δολοφονίες λειτουργούν ως μοχλός της πλοκής. Ήταν από την αρχή στο σχέδιό σου ή προέκυψαν στην πορεία;
Γ.Π.: Θα έλεγα ναι, γιατί θεωρώ τη δολοφονία ενός ανθρώπου –για οποιονδήποτε λόγο– τη μεγαλύτερη τρομοκρατική πράξη που κρύβει τη δειλία του θύτη ο οποίος προβαίνει σ' αυτό το εγχείρημα γιατί δεν μπορεί να αντιμετωπίσει διαφορετικά το θύμα. Μέσω των δολοφονιών δολοφονείται η αλήθεια και την κάνει ακόμα πιο ακριβή καθώς συσκοτίζεται περαιτέρω το τοπίο. Στην πραγματικότητα, μια δολοφονία αποτελεί τραγωδία, στη λογοτεχνία όμως εξαιρετικό έναυσμα για δράση και για αγωνία.

Ο έρωτας στο βιβλίο φαίνεται να έχει και πολιτική διάσταση. Για σένα ο έρωτας είναι πράξη ελευθερίας ή μπορεί να γίνει και εργαλείο εξουσίας;
Γ.Π.: Ο έρωτας είναι ένα ολοκληρωτικό συναίσθημα γι' αυτό και μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο σε πολλά μέτωπα. Ο έρωτας στον άνθρωπο θα έλεγα λειτουργεί διττά. Αρχικά αφορά το ένστικτο, αισθάνεσαι την καρδιά να σφίγγεται από την επιθυμία. Παράλληλα λειτουργεί, θα έλεγα, και «πολιτικά» με μια άλλη έννοια από την παραδοσιακή. Ερωτευόμαστε εκείνη ή εκείνον o οποίος μπορεί να μας «οραματίσει», δηλαδή αυτήν ή αυτόν που νομίζουμε ότι μπορεί να εξυψώσει το «εγώ» μας και να ενδυναμώσουμε μέσω αυτού τον κοινωνικό μας ρόλο επεκτείνοντας την επίδρασή μας. Δηλαδή, να το πω σχηματικά, προσπαθούμε σαν τον Προμηθέα να κλέψουμε τη φωτιά από κάπου, να την κάνουμε δική μας για να τη μεταδώσουμε στους ανθρώπους. Κι επειδή ο έρωτας έχει αυτόν τον «θείο» προορισμό, γι' αυτό συχνά γίνεται εμμονή και πιο συχνά δεν φτάνει ως το τέλος. Ο έρωτας λοιπόν είναι καθαρά ένα εργαλείο εξουσίας που πολλές φορές αποτυγχάνει, λίγες φορές νικά και αποθεώνεται.

Πόσο απαιτητική ήταν η ιστορική έρευνα για το βιβλίο σου; Ανακάλυψες κάτι που σε εξέπληξε ιδιαίτερα;
Γ.Π.: Η αλήθεια είναι ότι ο στόχος μου δεν ήταν να χτίσω ένα ιστορικό βιβλίο αλλά να κάνω λογοτεχνία. Οπότε, θα έλεγα ότι προσπάθησα να μην εμβαθύνω πάρα πολύ σε γεγονότα και λεπτομέρειες γιατί μ' ενδιέφερε το ευρύτερο κοινό. Αυτός που θα το διαβάσει, στο τέλος, θα διαβάσει μια όμορφη ιστορία που θα την έχει κατανοήσει συνολικά. Βέβαια υπάρχουν λεπτομέρειες, π.χ. για την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, αλλά να σου πω την αλήθεια τις ήξερα, οπότε, δεν έκανα καμιά ιδιαίτερη έρευνα και έμεινα σ' αυτές γιατί δεν ήθελα το βιβλίο να χάσει τη γλαφυρότητά του, ήθελα δηλαδή οι λεπτομέρειες να προβάλλονται με έναν τρόπο βοηθητικό στον αναγνώστη και όχι κουραστικό που στο τέλος του κεφαλαίου δεν θα ξέρει από πού του ήρθε. Κοίταξα να ισορροπήσω ανάμεσα στην ακρίβεια των γεγονότων από τη μία και στη δημιουργικότητα της λογοτεχνίας. Προσπάθησα να το πετύχω, δεν ξέρω αν τα κατάφερα.
Η έρευνα, που ήταν αρκετά δύσκολη, δεν ήταν τόσο τα γεγονότα αλλά η περιγραφή των πόλεων όπου ταξιδεύει το βιβλίο, όχι στην τωρινή τους μορφή αλλά σ' εκείνη του 19ου αιώνα και μάλιστα του πρώτου μισού του αιώνα. Αυτό μπορώ να πω μου ξόδεψε πάρα πολύ χρόνο, ειδικά η Οδησσός για την οποία οι περισσότερες πληροφορίες είναι στα ρωσικά, πράγμα που με δυσκόλεψε πολύ στην κατανόηση και στην περιγραφή.

Υπήρξε κάποια στιγμή στη συγγραφή που σε δυσκόλεψε πραγματικά;
Γ.Π.: Πολλές στιγμές. Δε θυμάμαι πόσες. Το πρόβλημα το δικό μου δεν έγκειται στην πλοκή, αυτή ουσιαστικά πήγαινε με αυτόματο πιλότο, αν και αυτόματος πιλότος δεν είναι άλλος από βιβλία που έχω διαβάσει, ταινίες που έχω δει, όλο αυτό το υπόβαθρο δηλαδή που με βοηθούσε να ξετυλίγω την ιστορία αβίαστα καθώς οι ιδέες ερχόντουσαν, δεν έχω παράπονο σ' αυτό. Αυτό που με δυσκόλεψε είναι αυτό που θαυμάζω εγώ σ' ένα συγγραφέα, η ποιότητα του λόγου. Είμαι υπέρ της άποψης ότι σε κάθε σελίδα πρέπει να αφήνεις κάτι που να «γραπώσει» ο αναγνώστης. Υπάρχουν λογιών λογιών αναγνώστες. Εγώ είμαι από κείνους που θέλω σε κάθε σελίδα να παίρνω κάτι βάζοντας την πλοκή σε δεύτερη μοίρα. Αυτό μου το «δίδαξε» ο Όσκαρ Ουάιλντ στο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι». Κάθε σελίδα του διηγήματος αυτού είναι και μια ανάμνηση, ένα δίδαγμα, μια ιδέα για τον κόσμο. Δε με ένοιαζε σ' αυτό το βιβλίο τι θα γίνει στο τέλος, απολάμβανα απλά την αφήγηση, αυτό θεωρώ είναι η αποθέωση του λογοτεχνικού έργου. Φυσικά δεν βάζω τον εαυτό μου δίπλα στον Ουάιλντ, θα γέλαγαν και τα κοτσύφια, αλλά προσπάθησα όσο μπορούσα να δώσω αυτή την ποιότητα έστω και στην παραμικρή σκέψη του όποιου ήρωα κι αυτό ήταν το πιο δύσκολο σημείο που δεν ήταν στιγμιαίο αλλά υπήρχε συνεχώς γι' αυτό μου πήρε και πολύ καιρό να το τελειώσω.

Αν έπρεπε να περιγράψεις το βιβλίο σου με τρεις λέξεις, ποιες θα διάλεγες;
Γ.Π.: Ανάλαφρο, ανθρώπινο, διεισδυτικό.

Πώς θα ήθελες να νιώθει ο αναγνώστης όταν κλείνει και την τελευταία σελίδα;
Γ.Π.: Δε μου αρέσουν τα υπερβολικά συναισθήματα γιατί δε μένουν στο χρόνο. Θα ήθελα ο αναγνώστης να γυρίσει με χαμόγελο την τελευταία σελίδα του βιβλίου, να το αφήσει προσεχτικά κάπου και να γείρει την πλάτη του για μισό λεπτό στην πολυθρόνα ή στο κρεβάτι του με την ικανοποίηση στα μάτια ότι αυτό το ταξίδι άξιζε τον κόπο, πέτυχε, ήταν ωραία τελικά.

Πιστεύεις ότι η ελληνική ιστορία προσφέρεται για τέτοιου είδους «πολιτικά θρίλερ»;
Γ.Π.: Κάποτε είχα πάει στο σινεμά και είχα δει τον Κώδικα Da Vinci. «Έπαθα ζημιά» να το πω λαϊκά, με τον τρόπο που ο καταπληκτικός συγγραφέας Νταν Μπράουν συνδέει μια σειρά από γεγονότα και γρίφους για να φτάσει στο αποτέλεσμα. Επίσης, το ίδιο περίπου είδα στην πολύ ωραία ταινία του Νίκολας Κέιτζ «Στα ίχνη του χαμένου θησαυρού». Από τότε –μιλάμε για 2004-2006 περίπου– μου ήρθε η ιδέα στο μυαλό: Οι Αμερικάνοι φτιάχνουν τόσο ωραίες ταινίες από ένα σύμβολο και μόνο που έχουν, τη Διακήρυξη της ανεξαρτησίας. Εμείς, που η ιστορία μας είναι γεμάτη από σύμβολα και ερμηνείες, από κείμενα κι αντικείμενα σπάνιας ομορφιάς και αξίας, θα μπορούσαμε να φτιάξουμε το ιδανικότερο πολιτικό θρίλερ! Θα μπορούσε να ξεκινά από τα μικρά ειδώλια των Κυκλαδικού πολιτισμού το 2000 π.Χ. και πιο πριν και να φτάνει ως το σήμερα. Όποιος ασχολείται και του αρέσουν αυτά βγάζει ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα πέρα από φανατισμούς και μόνο κοιτώντας την πραγματικότητα. Η Ελλάδα έχει τόση ιστορία και σύμβολα ίσως και περισσότερα από όλον τον υπόλοιπο πλανήτη μαζί. Και μιλώ απολύτως αντικειμενικά. Οπότε, νομίζω ότι αν ένας δημιουργός «βουτήξει» σ' αυτόν τον ωκεανό, μπορεί αν φτιάξει, όχι λογοτεχνικά διηγήματα σαν το δικό μου, αλλά ολόκληρες Οδύσσειες.

Αν μπορούσες να συνομιλήσεις με έναν από τους ήρωές σου, ποιον θα διάλεγες και τι θα τον ρωτούσες;
Γ.Π.: Θα διάλεγα ένα πραγματικό πρόσωπο και δε θα ήταν άλλο από τον Αθανάσιο Τσακάλωφ. Θα ήθελα πραγματικά να τον ρωτήσω με ποια λογική, πόση τρέλα κουβαλούσε να συμμετάσχει ως ιδρυτής στη Φιλική Εταιρεία, η οποία τελικά απελευθέρωσε την Ελλάδα. Αυτή η επιλογή με βάση τα δεδομένα της εποχής ήταν σίγουρος θάνατος! Τι σκέψεις έκανε, πώς ξεπέρασε φόβους, τι είχε ζήσει μικρός στα Ιωάννινα που τον οδήγησε σ' αυτό το εγχείρημα και αν πραγματικά πίστευε ότι αυτό που έκανε πραγματικά θα πετύχαινε ή θα πήγαινε κι αυτό στα «αδιάβαστα» της ιστορίας. Συγκλονιστική προσωπικότητα και ελάχιστα προβεβλημένη που πραγματικά θα ήταν τιμή μου να πιω έναν καφέ και να συνομιλήσω μ' αυτόν τον άνθρωπο.

Ποιος είναι ο ρόλος της αλήθειας σε έναν κόσμο όπου όλοι φαίνεται να τη διαστρεβλώνουν;
Γ.Π.: Ο ρόλος της αλήθειας είναι σπουδαίος γιατί στο τέλος μόνο αυτή επιβιώνει. Συνήθως όμως χωρίς τους εκφραστές της. Η αλήθεια είναι ωμή, δεν είναι όμορφη και κινείται πάνω από τα συναισθήματα. Οι άνθρωποι όμως κινητοποιούνται από τη γοητεία των πραγμάτων, έμψυχων και άψυχων. Μέχρι να φτάσουν εκεί πρέπει να ταξιδεύσουν τη δική τους «Οδύσσεια» περνώντας διεξοδικά και από τα «επτά θανάσιμα αμαρτήματα», της υπερηφάνειας, του φθόνου, της οργής, της οκνηρίας, της υπεροψίας, της λαιμαργίας και της λαγνείας. Όταν όλα αυτά αποδειχτούν απάτη, τότε είναι έτοιμοι να ακούσουν και την πραγματικότητα. Όχι από ανάγκη όμως, αλλά επειδή έχουν χορτάσει από όλα τα υπόλοιπα. Θέλουν να το ζήσουν κι αυτό και όταν ικανοποιηθούν και την αποκαταστήσουν, είναι έτοιμοι να ξαναπέσουν στο υπέροχο αλλά θανάσιμο πέλαγος των αμαρτημάτων. Γι' αυτό όσοι λένε την αλήθεια διώκονται, δεν αμφισβητεί κανείς τις προθέσεις τους, όμως δεν έχουν έρθει στο σωστό timing. Γιατί ακόμα και οι πιο σοφοί του κόσμου θα έπρεπε να ξέρουν ότι το σωστό timing έχει την ίδια βαρύτητα με την ίδια τους την κουβέντα. Αν κάποιος π.χ. στην τελετή του γάμου δει μέσα στους καλεσμένους τη γυναίκα της ζωής του, μάλλον δεν θα έχει μέλλον αυτή η σχέση και το συναίσθημα θα πεθάνει αμέσως με το που θα γεννηθεί, έτσι είναι και η αλήθεια σ' έναν κόσμο ψέματος. Αν δεν έρθει στην ώρα της, θα πεθάνει επί τόπου και οι άνθρωποι πρέπει να πάθουν για να μάθουν, αυτό είναι προπατορικό και δεν πρόκειται να αλλάξει. Αλλά το ταξίδι μέχρι την ανακάλυψη της αλήθειας δεν παύει να είναι μαγικό.

Το βιβλίο έχει και μια «σκοτεινή» ατμόσφαιρα. Σε ελκύει γενικά αυτή η πλευρά της αφήγησης;
Γ.Π.: Οι άνθρωποι είναι τέκνα του πόνου και της θλίψης. Αυτή τους η μελαγχολία, που πηγάζει από την άμετρη απληστία τους, είναι και το κλειδί της εξέλιξής τους. Και η σύγχρονη τέχνη, σε όλες της τις εκφάνσεις, αντιμετωπίζει τον άνθρωπο όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι με πρωταγωνιστή τη ροκ μουσική. Οι στιγμές χαράς και ξενοιασιάς είναι φυσικά αρκετές, κρατούν λίγο όμως και γι' αυτό μένουν για πάντα χαραγμένες στη μνήμη μας. Το βιβλίο, λοιπόν, έρχεται ως συνέχεια της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Ατμόσφαιρα σκοτεινή μεν, με «χαραμάδες» ομορφιάς και ψυχικής αγαλλίασης όπως οι εικόνες της Αθήνας τις Κυριακές, η εικόνα της Βενετίας, οι στιγμές χαράς στην Οδησσό… είναι λίγες, αλλά αυτές καθορίζουν την εξέλιξη, όπως οι όμορφες στιγμές τελικά καθορίζουν τη ζωή μας.

Υπάρχει κάποια σκηνή που αγαπάς περισσότερο από τις άλλες;
Γ.Π.: Θα ξεχώριζα τη σκηνή της κορύφωσης του έργου, που εκεί, θυμάμαι, την έγραφα και ήμουν τεταμένος. Σαν να βίωνα εγώ όλο αυτό, όμως δεν έπρεπε να με παρασύρει το συναίσθημα, έπρεπε να αποδώσω την εξέλιξη με υπομονή και ρεαλισμό. Ήθελε τέχνη αυτό το σημείο, πραγματικά δεν ξέρω αν τα κατάφερα ή όχι. Κι ό,τι μας κινητοποιεί συναισθηματικά στο τέλος το αγαπάμε, οπότε αυτή τη στιγμή αγαπώ.

Τι θα έλεγες σε κάποιον που δεν διαβάζει ιστορικά μυθιστορήματα για να τον πείσεις να διαβάσει το δικό σου;
Γ.Π.: Δεν θα ήθελα πραγματικά να πείσω κανέναν να το διαβάσει, ούτε μ' αρέσει ο ρόλος του «παιδαγωγού» στους ανθρώπους. Ο κάθε άνθρωπος ξέρει καλύτερα από τον καθένα τις ανάγκες του και κυρίως πώς τον ικανοποιεί να ξοδεύει τον ελεύθερό του χρόνο. Το βιβλίο έχει κάτι όμως, που δεν έχει καμιά ταινία ή κανένα «story» στα κινητά τηλέφωνα. Στο βιβλίο γίνεσαι συμπρωταγωνιστής. Παίζεις κι εσύ μαζί με τους ήρωες γιατί δεν στα δίνει όλα, εσύ πρέπει να φτιάξεις το περιβάλλον στο μυαλό σου, να εντάξεις τους ήρωες μέσα σ' αυτό και να πλάσεις τις σκηνές. Αυτό είναι φανταστικό! Αυτή την ασχολία θα την πρότεινα και την προτείνω, ειδικά στους μαθητές μου και ας ξεκινήσουν με όποιο βιβλίο τούς αρέσει. Αν αυτό είναι το δικό μου, είναι διπλή χαρά!

Σε επηρέασαν άλλοι συγγραφείς ή έργα κατά τη συγγραφή;
Γ.Π.: Από πού να πρωτοξεκινήσω! Αυτό το είπα και στην παρουσίαση του βιβλίου προ ημερών, ότι γράφοντας το βιβλίο νόμιζα ότι αποτυπώνω κάτι «δικό μου» κάτι «μοναδικό», όμως τελειώνοντάς το και αποτιμώντας το, πραγματικά εξεπλάγην από τις επιρροές που διέκρινα τόσο από λογοτεχνικά έργα όσο και από ταινίες του κινηματογράφου. Καταρχάς, όπως προείπα άλλωστε, ο κεντρικός ήρωας έχει πολλά στοιχεία του δόκτωρ Ζιβάγκο του Μπορίς Παστερνάκ. Ταυτόχρονα βλέπω και κάποια στοιχεία του Οδυσσέα του Ομήρου, αλλά θα μου πεις υπάρχει κάτι από ταινία και από βιβλίο που να μην έχει κλέψει κάτι από την Οδύσσεια; Πολλοί που το διάβασαν μου είπαν ότι το βιβλίο πάει σε ρυθμό ταινίας και νιώθουν σαν να είδαν ένα κινηματογραφικό φιλμ. Εγώ θα έλεγα ότι ως αναγνώστης το έζησα αυτό στο ιστορικό μυθιστόρημα «Ο τύραννος των Συρακουσών» του Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι κι επειδή είναι ίσως ένα από τα δύο αγαπημένα μου μυθιστορήματα αυτού του είδους, υποσυνείδητα επηρεάστηκα. Στις γυναικείες παρουσίες μάλλον έχω επηρεαστεί από τους «Άθλιους» του Βίκτορ Ουγκώ, στον τρόπο που τις προσέγγιζε και τις αγαπούσε. Όσον αφορά τον πυρήνα του έργου, «το μυστικό», σίγουρα μου είχε κάνει εντύπωση η ταινία του Νίκολας Κέιτζ «Στα ίχνη του θησαυρού», ενώ οι σκοτεινές προσωπικότητες σίγουρα έχουν κομμάτια των σκοτεινών προσωπικοτήτων της ταινίας «Vidocq» με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ. Αυτά και ίσως μένω μόνο στα βασικά αλλά όπως προείπα, όχι μόνο ένα λογοτεχνικό έργο, αλλά και απλώς ένα γραπτό κείμενο, επειδή ακριβώς είναι μια απολύτως εσωτερική διεργασία με ελάχιστες εξωτερικές επιρροές, ανασύρει σαν ποτάμι μέσα του, όλες μας τις μνήμες, όλα όσα αγαπήσαμε και θαυμάσαμε προγενέστερα.

Θα ήθελες να δεις το βιβλίο σου σε μορφή σειράς ή ταινίας;
Γ.Π.: Ποιος δε θα ήθελε; Όχι όμως σε μορφή σειράς, τις θεωρώ θνησιγενείς. Σε μορφή ταινίας φυσικά. Αν και σαν εφιάλτης θα ήταν στο μυαλό μου μια παραγωγή με τρεις τέσσερις ηθοποιούς σ' ένα δωμάτιο που αλλάζουν απλώς σκηνικά από πίσω τους, σαν το παλιό θέατρο της Δευτέρας για όποιον θυμάται (καταπληκτικό εγχείρημα ήταν, αλλά ως θεατρική παράσταση –έχω δει τα περισσότερα– όχι όμως για ταινία). Θα μου άρεσε μόνο αν το δω σε ταινία με επίπεδο παραγωγής σαν την «Πολίτικη κουζίνα». Σ' αυτό θα δάκρυζα από συγκίνηση. (γέλια)

Και τέλος… τι ετοιμάζεις τώρα; Να περιμένουμε κάτι στο ίδιο ύφος ή κάτι τελείως διαφορετικό;
Γ.Π.: Χμμμ.. αυτή, Γιώργο, είναι η πιο δύσκολη ερώτηση. Έχω δυο τρία πράγματα στο μυαλό μου, ένα τελείως διαφορετικό πράγμα από τη μία, μια κωμωδία θα ήθελα πολύ να γράψω, εξάλλου έχω σχετική εμπειρία σ' αυτό. Απ' την άλλη έχω μια πολύ όμορφη ιδέα αλλά στο ίδιο μοτίβο, του ιστορικού διηγήματος. Η απάντηση είναι «θα δούμε», ό,τι έχει ανάγκη η ψυχή μου, αυτή θα διατάξει…

Η συζήτηση με τον Γιώργο Παπαδόπουλο αποκαλύπτει έναν δημιουργό που δεν γράφει απλώς για να αφηγηθεί μια ιστορία, αλλά για να αναμετρηθεί με έννοιες όπως η αλήθεια, η εξουσία και η ανθρώπινη επιθυμία. Με λόγο στοχαστικό και ταυτόχρονα άμεσο, μας υπενθυμίζει πως η λογοτεχνία δεν είναι μόνο καταφύγιο, αλλά και καθρέφτης. Είτε επιλέξει στο μέλλον μια κωμωδία είτε παραμείνει στον χώρο του ιστορικού αφηγήματος, ένα είναι βέβαιο: η ανάγκη του να αφηγείται ιστορίες που «γραπώνουν» τον αναγνώστη θα συνεχίσει να οδηγεί το έργο του και να μας προσκαλεί σε νέα ταξίδια.

Γιώργο, σε ευχαριστώ για τον χρόνο σου. Καλοσωρίζοντάς σε στον χώρο της συγγραφής, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σου και να έχεις επιτυχίες σε ό,τι κάνεις.
Γ.Π.: Σ΄ ευχαριστώ πολύ, είναι τιμή για μένα η πρώτη μου συνέντευξη να είναι μ' έναν άνθρωπο ο οποίος έχει γράψει τη δική του ξεχωριστή ιστορία στο χώρο του βιβλίου, της μουσικής αλλά και της υποκριτικής.

Στα μάτια όσων σε γνωρίζουμε από τα έργα σου, διακρίνουμε καθαρά έναν πραγματικό καλλιτέχνη και είμαι πολύ χαρούμενος και ευγνώμων γι' αυτή μας τη συζήτηση.



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Ο Γιώργος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1980. Τελείωσε το 12ο Λύκειο Πειραιά και σπούδασε Ιστορία στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Ταυτόχρονα έγραφε πολιτικά άρθρα σε εφημερίδες της Κέρκυρας ενώ ασχολήθηκε κάποια χρόνια και με τον φοιτητικό συνδικαλισμό. Δούλεψε ως καθηγητής Νεοελληνικής γλώσσας και Ιστορίας στον Πειραιά και στον Αποκόρωνα Χανίων, ενώ σήμερα δουλεύει στην Αθήνα. Ταυτόχρονα έχει ασχοληθεί με τη μουσική ερασιτεχνικά, έχει γράψει το σενάριο δύο κινηματογραφικών ταινιών ενώ από το 2006 λειτούργησε και ως blogger στη σελίδα musicheaven.gr.