Η Ελπίδα, η Άννα, η Χρυσάνθη και η Μαρίνα, είναι τέσσερις γυναίκες, πρώην σύζυγοι πια, μιας παρέας φίλων και παλιών συμμαθητών. Πλέον είναι κολλητές και ουδεμία σχέση έχουν με τους συζύγους τους. Η σχέση τους στην αρχή ήταν τυπική και η παρέα τους περιστασιακή, μα όταν έμειναν μόνες, κούμπωσαν μεταξύ τους και, πια, η καθεμιά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της άλλης. Μεταξύ τους υπάρχει μία αστυνομικός, μία ευσυνείδητη φιλόλογος, μία ταξιδιωτική πράκτορας και μία αναλύτρια μοριακής βιολογίας.
Αποφάσισα να μην συνδέσω τα πρόσωπα με το επάγγελμά τους και δη τα χαρακτηριστικά τους. Θα μοιραστώ μαζί σας πολλά από στοιχεία τους, μα ασύνδετα με τα πρόσωπά τους, για να κεντρίσω περισσότερο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Ένα μέλος της τετράδας είναι ανυπόμονο, αγχωτικό και κλειστός χαρακτήρας. Ένα άλλο διακατέχεται από βαθιές ρίζες ρεαλισμού. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένα ευαίσθητο και δοτικό μέλος και τέλος, τον κύκλο της τετράδας, κλείνει μια ρομαντική, αθλητική και συνάμα κυκλοθυμική κυρία. Πολυσχιδής παρέα που με τις περιπέτειές της θα κρατήσει στο ζενίθ την αγωνία μας και το ταξίδι μας στη Θεσσαλονίκη, τον τόπο διαμονής όλων τους, θα διανθιστεί με ποικίλα συναισθήματα.
Η συγγραφέας μοιράζεται μαζί μας κομμάτια από τις ζωές τους, αναμνήσεις από το παρελθόν τους και κάτω από κατάλληλες προϋποθέσεις το παρόν τους θα υφάνει ένα κουκούλι από μεταξωτή κλωστή για να φιλοξενήσει το μέλλον τους.
Βιώνεις τον χειμώνα σου, θα έρθει όμως η άνοιξη.
Η αυλαία ανοίγει με μια εκδρομή σε ένα χωριό της Καστοριάς όπου θα υποδεχτεί τις πρώην ένα επιβλητικό πέτρινο σπίτι με απόκοσμη θέα, με την επίπληξη μιας κόρης προς τη μητέρα της, αλλά και με δύο 80χρονους καλοσυνάτους παππούδες που απολαμβάνουν την παρέα των τεσσάρων γυναικών σε ένα παραδοσιακό καφενείο.
Στο πλάνο εισβάλλει ένας γοητευτικός και χωρισμένος αρχιτέκτονας ικανός να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά, τα κρυμμένα κλειδιά κάτω από έναν πάτο παπουτσιού, μια επίσκεψη σε νεκροταφείο, ένα γεύμα με σπεσιαλιτέ καρμπονάρα, αλλά και ένα εργαστηριακό λάθος που θα αποβεί μοιραίο ή και όχι.
Η καθημερινότητα των γυναικών εμπλουτίζεται. Έρωτες, γονεϊκές ανησυχίες, επαγγελματικές αναποδιές, μοναξιά που πολλές φορές χτυπάει κόκκινο και στοχευμένες συναντήσεις που ισοδυναμούν με ανάσες ζωής.
Μια γυναίκα θέλει να γνωρίζει τα βήματα των παιδιών της. Μία ακόμη, ερωτεύεται μα αδυνατεί να αφεθεί στον έρωτα που τόσο λαχταρά. Κάποια από τις τέσσερις έρχεται αντιμέτωπη με ενδοοικογενειακή βία και δεν μπορεί να σφαλίσει τα μάτια της και η τελευταία της τετράδας, στην προσπάθειά της να ανέλθει επαγγελματικά, γκρεμίζεται άτσαλα και κλείνεται ερμητικά στα σκοτάδια της ντροπής της.
Ο άνθρωπος δεν αντέχει πολλή πραγματικότητα.
Θα διαβάσουμε για ένα ταξίδι στη Βιέννη όχι για λόγους αναψυχής, για μια ιστορία ζωής που γίνεται βορά στα μάτια της Ελπίδας ενόσω ο αφηγητής της έχει λειάνει τις γωνίες της, για ένα ζευγάρι βραχιόλια σε χέρια που ίσως και να τα περιμένουν, αλλά και για ένα κορίτσι φοβισμένο και ψυχικά μετέωρο το οποίο αναζητά σανίδα σωτηρίας για την ίδια μα και για την πολυαγαπημένη της μητέρα.
Πολλά διαδραματίζονται στις σελίδες του βιβλίου. Πολλά και συνταρακτικά. Ιστορίες από το παρελθόν ανασύρονται από τα δύσβατά τους και βλέπουν το φως του παρόντος.
Κρυμμένα μυστικά σοκάρουν. Ψυχές ζητούν λύτρωση και οι τέσσερις γυναίκες, στέκουν στη μέση του κύκλου και απλώνουν τα χέρια προσφέροντας όσο περισσότερα μπορούν.
Ξέρω, πολλά από όσα ανέφερα, σας φαίνονται ασύνδετα στοιχεία μεταξύ τους. Όχι, δεν είναι σκόρπιες φράσεις. Μια αόρατη κλωστή τα ενώνει όλα. Μια αόρατη, μα δυνατή, κλωστή έχει μπλεχτεί αναμεσά τους. Δεν ζητά διέξοδο. Δεν ζητά να σπάσει. Αυτό που επιθυμεί είναι να οδηγήσει τις τέσσερις γυναίκες στον βωμό της αλήθειας, στον βωμό του έρωτα, στον βωμό της νηνεμίας εκείνων των ψυχών που ακόμη υποφέρουν και αναμένουν τον φόρο τιμής που τους αναλογεί.
Από τα βιβλία που διαβάζω επιλέγω μια φράση που μου κίνησε το ενδιαφέρον για να την μοιραστώ μαζί σας. Από το βιβλίο της Κωνσταντίας Κοζανίτου, ένα σύντομο βιογραφικό της οποίας θα βρείτε στο τέλος του άρθρου, επέλεξα την παρακάτω:
Μερικές φορές οι άνθρωποι λένε περισσότερα με τη σιωπή κι ας καλύπτουν την αλήθεια.
Λίγο πριν πέσει η αυλαία, αφού ταραχτούμε με το διεστραμμένο βίντεο που κυκλοφορεί στα social, θα γλεντήσουμε σε έναν παραδοσιακό γάμο, θα σεργιανίσουμε ξένοιαστα στα σοκάκια ενός γραφικού χωριού, θα ζηλέψουμε την αγάπη των ζευγαριών που αναδύονται από την ιστορία, θα σκύψουμε το κεφάλι από σεβασμό στα πάνδεινα των αθώων παιδιών με τις τραυματισμένες για πάντα ψυχές, θα θυμώσουμε με τις ασελγείς πράξεις κάποιου που δεν θα έπρεπε να λέγεται πα-ΤΕΡΑΣ και θα κλείσουμε το βιβλίο με ανάμεικτα συναισθήματα.
Ο συρφετός των κακώς κειμένων δύσκολα καταλαγιάζει, μα βλέποντας τους ήρωες να αφήνουν πίσω τους τη προβιά του και να ξαναγεννιούνται μέσα από τις στάχτες τους, ακολουθούμε κι εμείς το παράδειγμά τους και επιτρέπουμε ένα δειλό και αχνό χαμόγελο να ανθίσει στο πρόσωπό μας.
Κλείνοντας να πω πως, πλάι στις τέσσερις γυναίκες, δραστηριοποιούνται ήρωες κομβικής επίσης σημασίας, μα δεν ήθελα να αναφέρω τα ονόματά τους. Επιθυμώ να τους ανακαλύψετε μοναχοί σας, να τους χρωματίσετε με τα δικά σας πινέλα και να τους δώσετε πνοή μέσα από τις δικές σας σκέψεις και εικόνες.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρει:
Στη μετά Covid-19 εποχή, η ανακάλυψη της σορού ενός άγνωστου άντρα συγκλονίζει τις ζωές τεσσάρων γυναικών που θα συνδεθούν μεταξύ τους με μια δυνατή φιλία. Αν και η καθεμία κουβαλάει τον δικό της σταυρό, η Ελπίδα, η Άννα, η Χρυσάνθη και η Μαρίνα, συμμαχούν σε έναν κοινό αγώνα για να μάθουν την αλήθεια και να ανακαλύψουν την ταυτότητα του νεκρού. Οι τέσσερις ηρωίδες βιώνουν απρόσμενες καταστάσεις και προσπαθούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, την ώρα που αλλάζουν και επαναπροσδιορίζονται οι στόχοι, οι απόψεις και οι σχέσεις τους.
Και οι τέσσερις αποφάσισαν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τη λέξη «πρώην». Σαν συνθηματικό μεταξύ τους, για να θυμούνται πώς ξεκίνησε η φιλία τους, για να μην παρεκτρέπονται, για να αποδέχονται και να συγχωρούν μυστικά και ψέματα, αν υπήρχε ανάγκη ή λόγοι ασφαλείας.
Η Κωνσταντία Κοζανίτου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Εργάστηκε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως καθηγήτρια και διευθύντρια λυκείου. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα Μια ανάσα η ζωή, Οι φωνές της Πολυνίκης και Οι πρώην, καθώς και ποιήματα και διηγήματα που έχουν εκδοθεί σε συλλογικά έργα. Έχει τιμηθεί με διακρίσεις σε ελληνικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς διηγήματος.



