Από καιρό είχα στον νου μου να γράψω ένα βιβλίο που θα μιλούσε για τη νιότη μου, τα φοιτητικά μου χρόνια, τους πρωτογονισμούς του εκπαιδευτικού συστήματος, την έλλειψη ανέσεων που δεν τη βιώναμε ως στέρηση γιατί δεν τις είχε κανείς, τη μικροπρέπεια, το κουτσομπολιό, που αν δεν κατάφερνες να το χειριστείς σωστά, μπορούσε να σου καταστρέψει τη ζωή. Και όλα αυτά μέσα σε μια ατμόσφαιρα ευφορίας, πολιτιστικής έξαρσης, παθιασμένων ερώτων... οι μπουάτ, το Νέο Κύμα, η Αρλέτα, η Χωματά, ο Βιολάρης με το δελφινοκόριτσο και στο χέρι το βερμουτάκι.
Και η Κεφαλονιά, όμορφη, άγρια και ολοδική μας. Άγνωστη και για πολύ καιρό στους τουρίστες. Μας κατηγορούσαν ότι ήμαστε αφιλόξενοι, ότι προτιμούσαμε να πετάξουμε το μαγειρεμένο φαγητό στη θάλασσα από το να το σερβίρουμε στον αντιπαθητικό πελάτη της ταβέρνας. Λένε ότι εξακολουθούμε να είμαστε ιδιόρρυθμοι. Εγώ, όμως, δεν το νιώθω. Πιστεύω πως είμαι νορμάλ! Και ως τέτοια συνεχίζω την αναφορά μου στο βιβλίο.
Η Κιάρα, λοιπόν, που το όνομά της το είχαμε στο Αργοστόλι, είναι η κεντρική ηρωίδα, που κυριαρχεί στις σελίδες του βιβλίου από την αρχή μέχρι το τέλος μαζί με το τρίλημμα της νεότητάς της, που τη στοιχειώνει χωρίς ποτέ να μπορέσει να απαλλαγεί από αυτό, παρά τις σκληρές παρεμβάσεις της τύχης και της απελπισίας. Καταλήγει να βιώνει μια ενοχική ζωή με τη συντροφικότητα του πρώτου της έρωτα, που απεγνωσμένα προσπαθεί να τη συνεφέρει επί ματαίω. Κεφαλονίτικη ξεροκεφαλιά; Επηρεασμός από τις τραγωδίες που δίδασκε μια ζωή; Μίμηση του Οιδίποδα που αυτοτιμωρήθηκε σκληρά για κάτι που έπραξε χωρίς να φταίει;
Η Κιάρα, που είχε δημιουργήσει μια όμορφη οικογένεια, η οποία εξακολουθούσε να την αγαπά και να της συμπαραστέκεται, βασανίζεται άγρια από ενοχές για τις οποίες υπόλογος είμαι εγώ. Και να γιατί: όταν συζητούσα με μια πολύ αγαπημένη φίλη για την υπόθεση του βιβλίου, και αφού είχα «τακτοποιήσει» τους άλλους δύο του τριλήμματος και προβληματιζόμουνα τι να κάνω τον τρίτο λέω ξαφνικά: Το βρήκα. Θα τον αυτοκτονήσω. Και τον αυτοκτόνησα.
Από εκεί και ύστερα... Στρώσου να σκεφτείς... Όλα σε ένα βιβλίο δεν λειτουργούν αυτόνομα. Το καθετί είναι συνάρτηση των προηγουμένων. Δεν μπορεί ξεκάρφωτα να πετάς ιδέες. Γιατί και η γραφή είναι τέχνη. Η τέχνη του λόγου έχει τους κανόνες της. Η ασυναρτησία δεν επιτρέπεται. Και η αναθεώρηση του όλου είναι απαραίτητη προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις της ένταξης της νέας ιδέας, που θα οδηγήσουν στη συγκεκριμένη κατάληξη. Κι αυτό μου πήρε κάποιο χρόνο.
Δεν ξεκινάς πλησίστιος σαν να φτιάχνεις κέικ με όλα τα υλικά έτοιμα γύρω σου. Εσύ ψάχνεις τα υλικά και τα διαμορφώνεις ανάλογα με την ροή της ιστορίας σου. Προσωπικά, δεν περίμενα ποτέ αυτή την κατάληξη στο βιβλίο μου που το ξεκίνησα χαλαρά μέσα στην ανεμελιά της φοιτητικής ζωής, στις αποκοτιές της νιότης και στις εμπειρίες της μέσης ηλικίας. Αν η σκέψη να αυτοκτονήσω τον αδύναμο κρίκο της αφήγησης είναι σκληρή, δεν βασάνισα τον εαυτό μου να βρω άλλη λύση. Με βόλεψε αυτή.
Λένε οι γνωστοί ότι θα προτιμούσαν ένα ευχάριστο τέλος. Δεν χωράει ευχάριστο τέλος. Το τέλος που δόθηκε είναι το πιο τίμιο. Ο ένας πλήρωσε με τη ζωή του και η άλλη πληρώνει με την ψυχική της υγεία μέσω των υπερβολών που δυσκολεύεται να κατανοήσει ότι είναι υπερβολές.
Η Κιάρα σημαδεμένη από τρεις βίαιους θανάτους, του πατέρα, του συζύγου και του soupirant στέκεται αμήχανη μπροστά στον θάνατο του τελευταίου, γιατί είναι ο μόνος που τη δείχνει με το δάχτυλο μέσω των σκίτσων του: Φταίει αυτή. Και ξεκινάει το μεταφορικό γαϊτανάκι. Φταίει ή δεν φταίει; Ποιο είναι το μερίδιο ευθύνης της; Να τον στείλει στον κεφαλονίτικο διάολο και να ηρεμήσει; Δεν της πάει.
Γιατί, πολύ συχνά περνούσε από τα μάτια της η στοχαστική του μορφή σφραγισμένη από τη θλιβερή μοναξιά του και καταποντισμένη από την αυτοκαταστροφική του εμμονή για έναν αγιάτρευτο έρωτα. Έτσι, μέσα στην επηρμένη της αυτοσυνειδησία επέτρεψε στην ενοχή να γίνει μηρυκασμός και να την κρατά ισόβια φυλακισμένη σε μια παρελθοντική εμμονική περιπέτεια.
Μαρίνα Λυκούδη
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το μυθιστόρημα της Μαρίνας Λυκούδη Κιάρα ή Το τρίλημμα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν


