Η μύτη, Patari Project, θέατρο Πόρτα. Η εξέγερση της μύτης, ΚΘΒΕ. Η μύτη, Εθνικό Θέατρο, ΚΕΘΕΑ και 18 ΑΝΩ. Gogol: Η αβάσταχτη ελαφρότητα μιας μύτης, θέατρο Τόπος Αλλού. Η μύτη, θεατρικό αναλόγιο του ΚΠΙΣΝ. Η μύτη το 'σκασε, ομάδα Αίθουσα 10. Η μύτη, Ομάδα Εφήβων, θέατρο Πήγασος. Και, φέτος, Η μύτη σε διασκευή Λεωνίδα Μικρόπουλου, Έλενας Ραουζαίου στο θέατρο Libr'o.
Τα τελευταία 10 χρόνια η χαρισματική νουβέλα του Γκόγκολ Η μύτη έχει παρουσιαστεί στη χώρα μας σε επτά διαφορετικές σκηνικές προσεγγίσεις (εκτός τη φετινή). Πέντε θεατρικές παραγωγές και δύο θεατρικά αναλόγια· χωρίς να αναφερθούμε στις μαθητικές ή εφηβικές παραστάσεις και στις συρραφές έργων.
Τι είναι εκείνο που κάνει τόσο «ερωτεύσιμη», στους δημιουργούς, τη Μύτη; Μία εξήγηση θα ήταν πως, ακριβώς, επειδή δεν είναι ένα αμιγώς θεατρικό έργο δεν δεσμεύεται από περιοριστικά πρότυπα: προσφέρει άπειρες ελευθερίες στη δραματουργική προσαρμογή και στη σκηνική φαντασία.
Όμως, τι αλλόκοτη ιστορία είναι αυτή; Ένας ήρωας, ο Κοβαλιόφ, καταρρέει επειδή έχασε τη μύτη του. Είναι αυτός λόγος να υποφέρει; Όχι, ο λόγος δεν είναι αυτός καθαυτός. Είναι η συνεπαγόμενη απογύμνωση από την κοινωνική του ταυτότητα, τη θέση, τις γνωριμίες και την κοινωνική του αξία. Γίνεται ο κανένας. Κι η μύτη, ως το πιο αναγνωρίσιμο και εμφανές στοιχείο του προσώπου αυτονομείται, αποκτά ανώτερο αξίωμα και αρνείται να αναγνωρίσει τον άνθρωπο, στον οποίο ανήκει. Πρόκειται για ένα αιχμηρό σχόλιο πάνω στην επικράτηση του φαίνεσθαι έναντι του είναι, όπου το κοινωνικό προσωπείο αποκτά μεγαλύτερη ισχύ από το ίδιο το υποκείμενο.
Ίσως πάλι, επειδή η ιστορία είναι... «βρόμικη», όπως την είχαν αποκαλέσει οι εκδότες του Γκόγκολ, αρνούμενοι να την τυπώσουν. Κι εκείνος αναρωτιόταν: «Η τέχνη δεν μπορεί, ποτέ, να είναι ανήθικη. Αναγκαστικά επιδιώκει το καλό, είτε με θετικά είτε με αρνητικά μέσα: μας δείχνει την ομορφιά, ό,τι καλύτερο υπάρχει στον άνθρωπο ή γελοιοποιεί το χειρότερο. Αν εκθέσεις όλη τη βρομιά στους ανθρώπους, έτσι, ώστε να βιώνουν απόλυτη αποστροφή δεν είναι αυτό από μόνο του έπαινος για το καλό;». Ίσως, λοιπόν, ασπαζόμαστε αυτό το σκεπτικό, επειδή μας αρέσει να εκθέτουμε τη βρομιά.
Άλλη εξήγηση μπορεί να πηγάζει από την επιλογή του σε «γκροτέσκα» κωμικά θέματα που στην κατά μέτωπο αντιμετώπιση, μας φοβίζουν: τη μοναξιά, τον θάνατο, την αποτυχία, την αβεβαιότητα. Ανατρέποντας τους κανόνες της λογικής, ανοίγει έναν κόσμο όπου όλα μπορούν να συμβούν. Άρα παραμένουμε σε εγρήγορση. Καλούμαστε να καλύψουμε τα κενά όχι με πρόχειρες ή εύκολες λύσεις, αλλά με μια δική μας, απρόβλεπτη και παράδοξη λογική.
Αλλά επειδή όλα αυτά είναι εικασίες θα ρωτήσω τον δημιουργό της φετινής Μύτης να μας πει τη δική του ανάγκη να «συνομιλήσει» με το συγκεκριμένο έργο. Ο Λεωνίδας Μικρόπουλος –που μαζί με την Έλενα Ραουζαίου έχουν κάνει τη διασκευή– σκηνοθετεί και παίζει στην παράσταση.
Λεωνίδα, ευχαριστούμε που μοιράζεσαι μαζί μας τη ματιά σου πάνω στο έργο και τη διαδρομή μέχρι το ανέβασμά του στη σκηνή. Να θυμηθούμε πως είσαι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής Ιάκωβου Καμπανέλλη, έχεις παίξει σε σπουδαία έργα όπως στο Υπόγειο, στο Πρόβατο και στη Αντιγόνη, έχεις ανεβάσει μια δύσκολη παράσταση με επιτυχία, τον Ξένο του Καμύ και συνεχίζεις με μια συναρπαστικά περίεργη παράσταση, τη Μύτη του Γκόγκολ. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να την επιλέξεις;
Λεωνίδας Μικρόπουλος: Ο φίλος μου, ο Κώστας, πριν από τρία χρόνια σε μια συζήτηση που είχαμε μου είπε ότι είχε καταπιαστεί στην δραματική σχολή του, με αυτό το έργο του Γκόγκολ και του άρεσε πολύ και θα ήθελε να το ανεβάσουμε στο θέατρο. Δεν ήξερα το έργο, αλλά μου άρεσε η ιδέα και όταν το διάβασα μου άρεσε πάρα πολύ και το ίδιο το έργο και έτσι κατέληξα να το διαβάζω ακατάπαυστα, ανακαλύπτοντας συνέχεια νέα πράγματα για με αποτέλεσμα να ξεκινήσουμε διαδικασίες για να το κάνουμε παράσταση.
Καθώς προχωρούσαμε, η σύντροφος του Κώστα έμεινε έγκυος και έτσι, δυστυχώς, αφήσαμε το εγχείρημα μετέωρο. Μετά από λίγους μήνες με κάλεσαν να διδάξω θέατρο σε μια ομάδα. Επειδή είχα πρόσφατα μελετημένο το έργο του Γκόγκολ καταπιαστήκαμε με αυτό και επί ένα χρόνο το δουλεύαμε. Στα μαθήματα αυτά γνώρισα και τον φίλο μου, τον Ορέστη.
Μετά από έναν χρόνο, έμαθα πως ο Ορέστης είναι ο ιδιοκτήτης του θεάτρου Libr'o στην Κυψέλη. Ανάμεσά μας είχε δημιουργηθεί μια σχέση αγάπης και εμπιστοσύνης, κι έτσι μου πρότεινε να αναλάβω τη σκηνοθεσία κάποιων παραστάσεων στο θέατρό του. Μετά από συζήτηση καταλήξαμε πως οι συνθήκες ήταν, επιτέλους, ευνοϊκές για να κάνω τη «Μύτη», που είχαμε δουλέψει και μαζί (στην ομάδα) και κάπως έτσι από τις αρχές του 2026 ξεκινήσαμε και πάλι τις πρόβες για το έργο αυτό. Το αστείο είναι πως και μια άλλη μου ηθοποιός, που δουλεύαμε μαζί τέσσερις μήνες, έμεινε έγκυος, αλλά, ευτυχώς, η θέληση ήταν τόσο μεγάλη που αμέσως βρέθηκαν άλλα παιδιά για να υλοποιήσουμε μαζί αυτό το δύσκολο εγχείρημα. Και κάπως έτσι, μέσα από δυσκολίες και ευχάριστες εγκυμοσύνες, πλησιάζουμε επιτέλους στην πρεμιέρα της παράστασης της «Μύτης» του Γκόγκολ.
Τι αναγνώρισες στη Μύτη που σε έκανε να αισθανθείς ότι αυτό το έργο του 1836, ανεβαίνει και σήμερα κι ίσως και πάντα;
Λ.Μ.: Σίγουρα ανεβαίνει πάντα και πολύ πιο σίγουρα ανεβαίνει σήμερα, γιατί κατά κάποιο τρόπο είναι τρομερά επίκαιρο. Η γραφειοκρατία που σατιρίζει ο Γκόγκολ, σήμερα, που η τεχνολογία κάνει θαύματα και το ΑΙ αντιμετωπίζει ολόκληρα προβλήματα με το πάτημα, μόνο, μερικών κουμπιών, έχει γίνει ακόμα πιο τρομαχτική. Σχεδόν καθημερινά αντιμετωπίζω ή ακούω για αδιανόητα γραφειοκρατικά προβλήματα-ζητήματα που ξεπερνούν την ταλαιπωρία και φτάνουν να απειλούν την ανθρώπινη ακεραιότητα και τη ζωή.
Η κοινωνική ταυτότητα μέσα από τα social media είναι ζήτημα που αφορά όλους, ανεξαιρέτως, τους ανθρώπους ηλικίας 10 μέχρι 80 χρονών. Την ίδια στιγμή, αναδύεται το φαινόμενο της καταχρηστικής συμπεριφοράς από θεσμικούς φορείς και σώματα ασφαλείας, που επικαλούνται την εξουσία και τη θέση τους για να επιβληθούν.
Σήμερα, με την εξάπλωση του διαδικτύου, ερχόμαστε πολλές φορές μέσα στη μέρα αντιμέτωποι με φήμες και παράλογες ειδήσεις. Την ίδια στιγμή, εξαιτίας της έντονης προβολής, βλέπουμε ασήμαντους ανθρώπους να προβάλλονται ως σπουδαίοι για λόγους αστείους. Γι' αυτούς –αλλά και για πολλούς ακόμα λόγους– πιστεύω πως το έργο αυτό θα παίζεται ασταμάτητα και θα παραμένει πάντα επίκαιρο.
Ποιο στοιχείο –η σάτιρα, το παράλογο ή ο φόβος της κοινωνικής απαξίωσης– είναι εκείνο που σου προκάλεσε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για να σταθείς, περισσότερο, σκηνοθετικά από τα άλλα στοιχεία που έχει το έργο;
Λ.Μ.: Πότε δεν καταπιάνομαι σκηνοθετικά με έργα για κάτι συγκεκριμένο που μου κίνησε το ενδιαφέρον. Καταπιάνομαι με έργα γιατί με αφορούν ολοκληρωτικά. Δεν μπορείς να πεις πως εγώ κάνω το τάδε έργο γιατί η σάτιρα που εμπεριέχει με προβλημάτισε περισσότερο. Άμα το πεις αυτό, τότε, κακώς ασχολείσαι με την σκηνοθεσία και γενικά με το θέατρο.
Πρέπει το έργο που χτίζεις –που σμιλεύεις ουσιαστικά– να σε αφορά ολόκληρο και να μην το αντιμετωπίζεις μονόπλευρα ή μονοδιάστατα, γιατί χάνεις την ουσία. Το έργο είναι αυτό που είναι, κάτω από τις συνθήκες που δίνει ο σκηνοθέτης, μέσα από την αντίληψη των ηθοποιών. Ο κάθε θεατής εισπράττει αβίαστα και ελεύθερα αυτό που του μεταδίδεται από τη σκηνή.
Αν εμένα, ως σκηνοθέτη, με έχει κεντρίσει περισσότερο ο φόβος της κοινωνικής απαξίωσης, για παράδειγμα, και επικεντρωθώ σε αυτό και πω ότι η παράστασή μου μιλάει περισσότερο για τον φόβο της κοινωνικής απαξίωσης, αμέσως έχω φορέσει παρωπίδες στο κοινό, αποτρέποντάς το, να αντιληφθεί το έργο οργανικά όπως το φαντάζεται μέσα από τα σώματα και τις φωνές των ηθοποιών.
Οπότε δεν μου προκάλεσε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί ακόμα και σήμερα, μετά από τρία χρόνια ενασχόλησής μου με το έργο, ανακαλύπτω νέα πράγματα που μου κεντρίζουν το ενδιαφέρον.
Έχεις μελετήσει πώς καταφέρνει ο Γκόγκολ να χρησιμοποιεί το παράλογο και το κωμικό για να αποκαλύπτει βαθύτερες και ίσως κάποιες σκοτεινές πλευρές του ανθρώπου;
Λ.Μ.: Αυτό είναι συγκλονιστικά σπουδαίο, αλλά ταυτόχρονα και απόλυτα λογικό. Οι σκοτεινές πλευρές του ανθρώπου πηγάζουν από το παράλογο και το κωμικό. Επειδή όμως δεν μπορούν όλοι να τις αποδεχτούν, τους δίνουν μια αίσθηση σοβαροφάνειας. Το αποτέλεσμα είναι πολλές παραστάσεις –όπως και πολλοί άνθρωποι– να προσπαθούν να «καμωθούν» το παράλογο, καταλήγοντας σε μια επιφανειακή μίμηση που προδίδει την ίδια την ουσία του. Οπότε, ο Γκόγκολ πιστεύω πως ισορροπεί μεταξύ παράλογου και λογικού, κωμικού και σοβαρού για να φανερώσει όλες τις πτυχές του ανθρώπου, βαθύτερες, σκοτεινότερες αλλά και περισσότερο υπαρξιακές. Πράγμα που τον καθιστά σπουδαίο.
Εν κατακλείδι, δεν έχω μελετήσει θεωρητικά το πώς ο Γκόγκολ χρησιμοποιεί το παράλογο και το κωμικό για να φανερώσει τις βαθύτερες και ίσως κάποιες σκοτεινές πλευρές ανθρώπου. Αυτό που μελετώ καθημερινά τα τελευταία τρία χρόνια είναι η ίδια η ουσία του έργου του: πώς καταφέρνει να τα βγάζει όλα αυτά στην επιφάνεια χωρίς περίπλοκες θεωρίες αλλά με μια αφοπλιστική απλότητα και εντελώς αβίαστα.
Τι είναι αυτό που κάνει τον τρόπο γραφής του Γκόγκολ τόσο ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο ακόμη και σήμερα;
Λ.Μ.: Ο Γκόγκολ, όπως και όλοι οι τεράστιοι συγγραφείς, ήταν, είναι και θα είναι διαχρονικός και επίκαιρος γιατί τα έργα με τα οποία καταπιάνεται καταφέρνουν να προβληματίζουν και να θίγουν ζητήματα ανεξαρτήτως περιόδου, χρονολογίας ή κοινωνικού πλαισίου. Τα θέματα που άγγιζαν αυτοί οι συγγραφείς υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν, απλά λίγο διαφορετικά διατυπωμένα. Έτσι, καταφέρνουν να γεννούν συναισθήματα και να συνομιλούν με τους αναγνώστες του παρελθόντος, του παρόντος, αλλά, πιστεύω, και του μέλλοντος. Θέλω να πω ότι ο τρόπος γραφής του Γκόγκολ είναι τόσο ιδιαίτερα καυστικός και ταυτοχρόνως απλός, που θίγοντας ζητήματα της εποχής του 1830, προβληματίζει ανθρώπους του 2030, χωρίς καν να φαίνεται ότι προσπαθεί να το πετύχει.
Σ' ευχαριστώ πολύ για την όμορφη προσέγγιση στον ιδιαίτερο κόσμο του Γκόγκολ και της Μύτης. Καλή επιτυχία!
Λ.Μ.: Εγώ ευχαριστώ για την όμορφη συζήτηση που είχαμε!
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου




