Τιμής ένεκεν
Στο ιστορικό Μικρό Χωριό της Ευρυτανίας, στον τόπο από όπου καταγόταν και έζησε τα τελευταία χρόνια ο σημαντικός Διονύσης Χαριτόπουλος, είχα την τύχη να τον γνωρίσω από κοντά. Είναι ξεχωριστή στιγμή για έναν αναγνώστη να συνδεθεί και με την φυσική παρουσία με τον συγγραφέα που τον προβλημάτισε, τον ταξίδεψε, τον δίδαξε, τον έκανε να ονειρεύεται.
Το πρόσφατο φευγιό του (8 Οκτωβρίου 2026) μας στεναχώρησε ιδιαίτερα.
Είναι η στιγμή που ξέρεις ότι αυτή η ανεξάντλητη πηγή που λέγεται γραφή, φτάνει στο τέλος. Βέβαια μένει εγγράφως και ζωντανό το έργο του συγγραφέα και με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται μια κάποια υποτιθέμενη αθανασία.
Ο Διονύσης Χαριτόπουλος ανέδειξε σημαντικά και εν πολλοίς ιστορικά γεγονότα και στοιχεία που ήταν ηθελημένα ή μη στην αφάνεια. Ας θυμηθούμε το εμβληματικό έργο ζωής του για τον τελευταίο μεγάλο ήρωα του 20ού αιώνα, τον Άρη Βελουχιώτη. Όταν εκδόθηκε κάπου στο 1997, τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα. Σε μια εποχή που ακόμα η υστεροφημία του ήταν αμφιλεγόμενη και ο ίδιος εν μέρει αφορισμένος. Μαζί του περπατήσαμε στα χνάρια της Εθνικής Αντίστασης, μυρίσαμε βουνά, γίδια, το χώμα, την ύπαιθρο, θάνατο. Νιώσαμε περήφανοι Έλληνες. Συνδεθήκαμε με το παρελθόν μας κι ελπίζαμε και για το μέλλον. Όπως αυτοί, έτσι κι εμείς. Κάπου, κάπως, κάποτε.
Δεν έμεινε όμως μόνο σε ιστορικές καταγραφές και γεγονότα. Μίλησε και για τον Έλληνα, τον Νεοέλληνα, την τραγελαφική ράτσα μας. Στο εμβληματικό Εγχειρίδιο βλακείας ήρθαμε αντιμέτωποι όχι μόνο με την απερίγραπτη ελληνική πραγματικότητα αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Ναι, ένας καθρέφτης που όσο κι αν αποφεύγαμε να τον αντικρίσουμε, αυτός μας έκλεινε το μάτι. Γιατί λιγότερο ή περισσότερο κάπου βρήκαμε κι εμάς μέσα.
Έγραψε για σχέσεις. Ανθρώπινες, παθιασμένες, ερωτικές, αθάνατες, υγρές.
Έγραψε για τον Πειραιά. Τον παλιό γοητευτικό Πειραιά. Τον σκοτεινό, υπόγειο, βαθύ. Με πουτάνες, μαχαιροβγάλτες, μεροκαματιάρηδες κι εργάτες. Νιώσαμε την αλμύρα, τον ιδρώτα, το αίμα.
Έγραψε πολλά. Ετερόκλητα. Έζησε πολλά. Όσα έγραψε τα είδε. Κι αν δεν τα είδε, είναι σαν να τα είδε. Και μαζί του τα βλέπεις κι εσύ. Κι αυτό το τελευταίο αποτυπώνει το ταλέντο της γραφής του. Είναι παραστατική, είναι ζωντανή, είναι επίκαιρη, διαχρονική. Όταν τον διαβάζεις, δεν λειτουργεί μόνο η όραση και η σκέψη. Ακούς, μυρίζεις, γεύεσαι, πιάνεις, πατάς.
Είναι ρεαλιστική. Δεν είναι συμβολική. Δεν ψάχνεις τα βαθύτερα νοήματα. Τα σύμβολα στα δίνει στο πιάτο, σερβιρισμένα. Στο χέρι σου, αν θα φας, πώς θα το φας, αν θα το μασήσεις ή θα πνιγείς.
Τα κείμενά του κυλάνε σαν νερό, ανεμπόδιστα. Θέλεις να τρέξεις, να πας στην επόμενη σελίδα, στο επόμενο κεφάλαιο. Ο πραγματικός χρόνος σταματά. Ο πραγματικός χώρος σταματά. Είσαι εκεί, απορροφημένος, συνεπαρμένος. Και τι σπουδαιότερο τελικά για έναν αναγνώστη κι εντέλει για έναν συγγραφέα!
Και το κυριότερο. Ο Χαριτόπουλος είναι Έλληνας. Μιλάει ελληνικά. Σκέφτεται ελληνικά. Γράφει ελληνικά. Κι αυτό παρουσιάζεται ως προσόν. Δεν έχει αυτή την ακατάσχετη ξενομανία. Αλλά ταυτόχρονα είναι και διεθνής.
Διονύση Χαριτόπουλε, ευχαριστούμε για όσα μας έδωσες!
Κι αν κάποια βιβλία σου τα διαβάσαμε ως παιδιά, με τα ώριμα μάτια μας τώρα ανακαλύπτουμε άλλους κόσμους. Κι έτσι η συνδεσιμότητά μας παραμένει ζωντανή.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου


