Θα υπάρχουν οι Rolling Stones το 2056;

Θα υπάρχουν οι Rolling Stones το 2056;

Ναι, το ξέρω, ο Mick Jagger έγινε 83 εφέτος (26/7/1943), ο Keith Richards θα τον ακολουθήσει σε λίγο (18/12/1943) και η σκέψη ενός live των Rolling Stones το 2056 μοιάζει γελοία και παράλογη, εκτός αν υπάρξει μια άμεση ιατρική ανακάλυψη πρωτοφανούς μεγέθους. Φυσικά, οι άνθρωποι πιθανότατα θα ένιωθαν το ίδιο διαβάζοντας αυτόν τον τίτλο πριν από 30 χρόνια, όταν ο Mick και ο Keith ήταν στα 50 τους, αλλά να που φτάσαμε εδώ.

«Ένα κομμάτι σου νιώθει ότι οι Stones θα υπάρχουν για πάντα», είπε ο Keith σε έναν δημοσιογράφο το 1994, «αλλά ξέρεις ότι αυτό δεν μπορεί να ισχύει». Ή μήπως μπορεί; Για να το ξεκαθαρίσω, δεν φαντάζομαι πραγματικά ένα σενάριο όπου οι ίδιοι οι Glimmer Twins θα συνεχίζουν να περιοδεύουν και να χορεύουν μέχρι τα 100 τους χρόνια. Το ερώτημα αφορά περισσότερο στο μέλλον των Rolling Stones ως επιχείρηση του πιο αναγνωρίσιμου brand rock 'n' roll στον κόσμο. Παραδοσιακά, ενώ αμέτρητα επιτυχημένα rock γκρουπ έχουν συνεχίσει να παίζουν ζωντανά πολύ μετά την αποχώρηση –ή τον θάνατο– των περισσότερων αρχικών μελών τους, είναι πιο σπάνιο για ένα γκρουπ να «αναγεννηθεί» πλήρως, τύπου Doctor Who, χωρίς καμία απολύτως σύνδεση με την αρχική ή την πιο διάσημη σύνθεσή της. Κατά έναν περίεργο τρόπο, οι αφοσιωμένοι fans συνήθως χρειάζονται κάποιον «τελευταίο επιζώντα». Έναν ρυτιδιασμένο, γκριζομάλλη (τα βάφει) τύπο από τα παλιά που να επικυρώνει την αυθεντικότητα των υπόλοιπων αγνώστων που παίζουν τα αγαπημένα τους τραγούδια.

Η κατάσταση είναι λίγο διαφορετική στον χώρο της soul και του R&B, όπου διάσημα συγκροτήματα των δεκαετιών του '50 και '60, όπως οι Platters, οι Four Tops και οι Spinners, συνεχίζουν μέχρι σήμερα, αποτελούμενα κυρίως από τραγουδιστές που δεν είχαν καν γεννηθεί στην ακμή των συγκροτημάτων τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είτε οι αρχικοί καλλιτέχνες είτε οι μάνατζέρ τους είχαν τη διορατικότητα να προστατεύσουν νομικά τα brands. Ένα παράδειγμα είναι η εταιρεία Four Tops LLC, που δημιουργήθηκε ακριβώς για να ελέγχει την κληρονομιά του θρυλικού συγκροτήματος της Motown και να αποτρέπει την άδικη χρήση της ταυτότητάς του από tribute μπάντες ή απομιμήσεις. Αυτές οι εταιρείες συνήθως δεν έχουν νομική ισχύ πάνω στα τραγούδια, αφού αυτά ανήκουν στις δισκογραφικές, οπότε το ζήτημα είναι καθαρά η ταυτότητα: το όνομα και το brand. Και στο κύκλωμα των oldies αυτό φαίνεται να μετράει περισσότερο από την παρουσία συγκεκριμένων μουσικών ή τραγουδιστών.

Το τοπίο είναι πιο «βραχώδες» –χωρίς λογοπαίγνιο– στον κόσμο του rock 'n' roll, όπου οι προσωπικότητες των μελών ενός γκρουπ ήταν πάντα το πιο ουσιαστικό κομμάτι της σχέσης των fans με αυτό. Μερικές φορές, ακόμα κι αν λείψει η πιο σημαντική προσωπικότητα, το γκρουπ μπορεί να συνεχίσει με επιτυχία, όπως οι Queen με τον Paul Rodgers ή οι AC/DC με τον Brian Johnson. Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, όπως η σημερινή εκδοχή των Lynyrd Skynyrd, η αρχή του «τελευταίου επιζώντα» ισχύει οριακά, αφού ο Rickey Medlocke –που έπαιξε μόνο έναν χρόνο στο αρχικό γκρουπ– είναι πλέον ο μοναδικός σύνδεσμος με την εποχή των Van Zant. Αυτό που αναπόφευκτα θα γίνει όλο και πιο συνηθισμένο στο μέλλον, ειδικά καθώς τα επιτυχημένα γκρουπ γερνούν και απειλούνται από tribute acts, πολλά ίσως επιλέξουν να προλάβουν το τέλος τους, στρατολογώντας νεότερους μουσικούς για να συνεχίσουν το έργο τους.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια εκδοχή των Rolling Stones με έναν 90χρονο Mick Jagger και τέσσερις νεαρούς μουσικούς να τον πλαισιώνουν. Ίσως ο Mick να έχει ήδη έναν «αντικαταστάτη» που τραγουδά κάποια κομμάτια που ο ίδιος δεν μπορεί πια, και μετά από λίγο καιρό, οι Rolling Stones να περιοδεύουν χωρίς τον Mick. Μπορούμε βέβαια να φιλοσοφούμε για το αν το «πλοίο» που λέγεται Rolling Stones παραμένει το ίδιο όταν έχουν αλλάξει όλα του τα μέλη, αλλά σε ένα καπιταλιστικό σύστημα η φιλοσοφία έχει μικρότερη σημασία από τα κατοχυρωμένα εμπορικά σήματα. Είτε το μελλοντικό γκρουπ περιλαμβάνει AI μουσικούς, ολογράμματα, κλώνους, ρομπότ ή ανθρώπους, το μόνο που θα μετρά είναι αν πάνω από τη σκηνή υπάρχει εκείνο το διάσημο λογότυπο με τη γλώσσα και αν στο merch stand υπάρχουν επίσημα μπλουζάκια. Ίσως φαίνεται γελοίο να δίνουμε τόση σημασία στο όνομα και το brand ενός γκρουπ –τα τραγούδια είναι αυτά που μετράνε– είπε κάποιος, αλλά η ιστορία δείχνει το αντίθετο. Πριν από τη μεγάλη επανένωση των Oasis πέρσι, οι fans μπορούσαν ήδη να ακούσουν τα τραγούδια τους παντού: από tribute bands μέχρι τους ίδιους τους Liam και Noel σε ξεχωριστές περιοδείες. Κι όμως, τίποτα από αυτά δεν γέμιζε τα στάδια ούτε δημιουργούσε τον ίδιο θόρυβο. Ο κόσμος ήθελε να δει «τους ίδιους τους Oasis», με το όνομα, το λογότυπο και όλο το συναίσθημα που κουβαλά.

«Ο κόσμος στα στάδια δεν είναι χαρούμενος με το καινούργιο και το άγνωστο», είχε πει ο Mick Jagger το 1997. «Απλώς κοιτάνε κι αυτό είναι απαίσιο».

Αν σκεφτεί κανείς ότι οι fans έχουν ήδη αποδεχτεί για χρόνια «επίσημες» εκδοχές συγκροτημάτων χωρίς τα αρχικά μέλη, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι αυτό δεν θα γίνει ο κανόνας μέχρι τη δεκαετία του 2030. Η αγορά της ζωντανής μουσικής είναι ήδη γεμάτη νοσταλγία, και όσοι διαχειρίζονται τις περιουσίες αυτών των καλλιτεχνών δεν θα αφήσουν την αξία τους να διασκορπιστεί σε απλές tribute bands. Ίσως μια ενδιαφέρουσα λύση να εμφανίζεται ήδη, μέσα από projects όπως αυτό του Michael Shannon με τη μουσική των REM: tribute που δεν είναι απλώς μίμηση, αλλά φόρος τιμής με ουσία και που τελικά κερδίζει την αποδοχή των ίδιων των δημιουργών. Ίσως στο μέλλον, τέτοια σχήματα να εξελιχθούν σε «επίσημες» νέες εκδοχές των συγκροτημάτων.

Οι άνθρωποι που θα δουν τους Rolling Stones το 2056 μπορεί να μην νιώθουν άμεση σύνδεση με την ιστορία, αλλά μέχρι τότε, το blues rock των 60's θα είναι όπως το ragtime σήμερα: κάτι που απλώς αναπαράγεται, όχι κάτι που βιώνεται αυθεντικά και ο μύθος μπορεί να συνεχιστεί, μαζί με το brand και ίσως οι μελλοντικοί Stones να γράφουν ακόμα και νέα τραγούδια.

«Είμαι φιλόδοξος, θέλω τα πάντα να προχωρούν», είχε πει ο Mick Jagger πριν από 30 χρόνια. «Μισώ τη νοσταλγία».

Κάποια στιγμή, οι άνθρωποι φεύγουν, αλλά τα τραγούδια μένουν και κάπου στην πορεία, το όνομα γίνεται πιο δυνατό κι από εκείνους που το δημιούργησαν. Οι Rolling Stones δεν είναι πια απλώς μια μπάντα. Είναι ιδέα, είναι προϊόν, είναι μύθος. Μπορεί ο Mick και ο Keith να μην είναι εκεί, αλλά τα φώτα θα ανάψουν, η κιθάρα θα ουρλιάξει και κάπου στη σκηνή θα υπάρχει εκείνη η γνώριμη γλώσσα. Και τότε, για λίγες ώρες, οι Rolling Stones θα ζουν ξανά. Ίσως όχι όπως τους θυμόμαστε. Ίσως χωρίς τίποτα αυθεντικό πια, χωρίς φωνές, χωρίς πρόσωπα, χωρίς μνήμες. Μόνο ένα όνομα, κατοχυρωμένο και αθάνατο.

Και θυμάμαι και μια φίλη της αδελφής μου που –επειδή μου άρεσε– θεώρησα πως είναι έξυπνος ο τρόπος να την προσεγγίσω μέσω της μουσικής και τη ρώτησα: «Σου αρέσουν οι Rolling Stones;» για να εισπράξω την απάντηση που με έστειλε στον άλλο κόσμο: «Ποιοι είναι αυτοί;».

Αυτό για μένα, ήταν ένα πολιτισμικό σοκ, γιατί η μουσική, λειτουργούσε για μας ως κώδικας. Όταν σε γνώριζα, το πρώτο πράγμα που σε ρωτούσα ήταν «τι μουσική ακούς;» ή «σου αρέσουν π.χ. οι Beatles;» επειδή ήθελα να μου δώσεις ένα στίγμα για να δω πού βρίσκεσαι, αν ταιριάζουμε, αν «κολλάμε», αν μπορούμε να κάνουμε παρέα κ.λπ. Αν μου έλεγες ότι ακούς Γαβαλά, Περπινιάδη, Ζαγοραίο κ.λπ., απλώς, δεν σε ξανάβλεπα γιατί δεν γίνεται εσύ να θέλεις Ζαγοραίο και εγώ Neil Young και να κάνουμε παρέα. Ε, δεν γίνεται, πώς θα το κάνουμε; Τελεία και παύλα. Θεωρώντας, λοιπόν, ότι πατάω σε «σίγουρο έδαφος» και ότι κάνω την «απόλυτα επιτυχημένη» προσέγγιση, έπεσα απ' τα σύννεφα, διότι ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι αυτό που για μένα ήταν αυτονόητο, για κάποιον άλλον δεν υπήρχε καν στον χάρτη. Πήγα να κάνω rock προσέγγιση και να τη γνωρίσω μέσω ενός μύθου, που τον θεωρούσα παγκόσμιο, κι εκείνη με μία φράση μου έδειξε ότι οι μύθοι δεν είναι ίδιοι για όλους. Και κάπως έτσι, αντί να ανοίξει κουβέντα για μουσική, άνοιξε μια χαραμάδα για το πόσο διαφορετικά μεγαλώνουμε, ακούμε και συνδεόμαστε.

Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρχουν οι Rolling Stones το 2056, αλλά αν ο κόσμος θα είναι έτοιμος να δεχτεί τους Rolling Stones του 2056 και πάντως... πάντως, αν «τότε» με προσεγγίσει κάποια –λέμε τώρα– και με ρωτήσει: «Σου αρέσουν οι Rolling Stones;» –εννοώντας φυσικά τους Rolling Stones του 2056– θα έχω απόλυτο δίκιο να της απαντήσω: «Ποιοι είναι αυτοί;».



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η συνοδευτική εικόνα ανήκει στον συντάκτη.