Τι συμβαίνει όταν οι αναμνήσεις σου ανήκουν πια σε ολόκληρο τον κόσμο;
Οποιοσδήποτε άνθρωπος έχει αρχίσει να βρίσκει άσπρες τρίχες στη μύτη του και στα αφτιά του και να νιώθει πόνους στους γοφούς θα εκτιμήσει το πώς ο σχεδόν 84χρονος Paul McCartney εξακολουθεί να χωράει όλη τη νοσταλγία του μέσα στις μικρές χαραμάδες ενός στίχου. Είναι εκείνος ο αξιοπρεπής ηλικιωμένος που θα ήθελες να γίνεις κι εσύ κάποτε – ο τύπος που σου λέει η αυλή μου είναι ανοιχτή για σένα, παραμένει στην κορυφή των δυνατοτήτων του και δεν ξεχνά ποτέ από πού ξεκίνησε. Μπορεί να έχει τίτλους, χρήματα και μια θέση στο πάνθεον της μουσικής ιστορίας, αλλά βαθιά μέσα του παραμένει ο μικρός Scouser από το Dungeon Lane, ή τουλάχιστον αυτή είναι η βασική ιδέα πίσω από το Boys of Dungeon Lane, τον 20ό solo δίσκο του και πρώτο μετά από έξι χρόνια. Αν το δεις αλλιώς, όμως, πρόκειται για ένα πολύ λιγότερο «καθολικό» concept album. Δεν αφορά απλώς τη νοσταλγία για τα ανέμελα παιδικά χρόνια, αλλά την επιθυμία ενός υπερβολικά διάσημου ανθρώπου να νιώσει ξανά άγνωστος έστω και για λίγο. Να υπάρξει έξω από τη βαρυτική έλξη της τεράστιας μαύρης τρύπας που λέγεται Beatleverse. Είναι βέβαια μια υπέροχη ζωή, όμως υπάρχει λόγος που η συμμετοχή του Ringo Starr στον δίσκο περιλαμβάνει ένα ντουέτο για τη φτώχεια στο Λίβερπουλ της δεκαετίας του '50. Υπάρχει μια βαθιά ανάγκη επιστροφής σε εκείνη την απλή, καθημερινή ζωή, στους φθαρμένους δρόμους της εργατικής τάξης. Σε έναν κόσμο εμμονικό με τη φήμη και την επιτυχία, ένας άνθρωπος που τα απέκτησε όλα αναρωτιέται αν οι καλύτερες μέρες της ζωής του ήταν τελικά τότε που ήταν ο κανένας.
Το Boys of Dungeon Lane ηχογραφήθηκε μέσα σε πέντε χρόνια με παραγωγό τον Andrew Watt, γνωστό από συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως ο Justin Bieber και ο Post Malone, αλλά και από τη νέα του συνήθεια να δουλεύει με θρύλους της παλιάς σχολής. Ο Macca ακολουθεί έτσι τους Ozzy Osbourne, Iggy Pop, Rolling Stones και Elton John στη λίστα Watt και το αποτέλεσμα είναι γυαλισμένο, ζωντανό και απροσδόκητα νεανικό.
Στο εναρκτήριο As You Lie There, η εύθραυστη spoken-word εισαγωγή μετατρέπεται ξαφνικά σε μια κλασική κραυγή τύπου Wings. Μπορεί να υπάρχουν studio tricks από πίσω, αλλά δεν ακούγεται ψεύτικο. Οι πιο ήσυχες στιγμές είναι ίσως οι πιο δυνατές: ένας άνθρωπος που είναι πολύ πιθανό να βρεθεί κάποτε πάνω σε βρετανικό νόμισμα εξακολουθεί να ρωτά με αμφιβολία: Do you think of me? Do I ever cross your mind?
Υπάρχουν βέβαια και αντιφάσεις. Το Lost Horizon, για παράδειγμα, προτρέπει τον ακροατή να ζήσει τη στιγμή –You gotta live for now, make every moment count– μόνο και μόνο για να ακολουθήσει το βαθιά νοσταλγικό Days We Left Behind, όπου ο Macca βουτάει ολοκληρωτικά στο παρελθόν. Το single ξεκινά μάλιστα με τον στίχο Looking back at white and black / Reminders of my past. Δεν προσπαθεί καν να κρύψει ότι ξεφυλλίζει το προσωπικό του φωτογραφικό άλμπουμ.
Ευτυχώς όμως, το Dungeon Lane δεν είναι απλώς μια ατελείωτη σειρά από θολά Super 8 πλάνα γεμάτα αναστεναγμούς και χαμόγελα. Όπως και ο πρόσφατος solo δίσκος του Ringo, περιέχει στιγμές χαλαρής χαράς και μουσικής ελευθερίας, όπου η νοσταλγία εκφράζεται περισσότερο μέσα από τις ενορχηστρώσεις και τις μελωδίες παρά από τους ίδιους τους στίχους. Οι πιο συγκινητικές στιγμές πάντως είναι και οι πιο Beatles. Το ακουστικό Down South θυμάται ένα εφηβικό ταξίδι στην Ουαλία με τον George Harrison, ενώ το ντουέτο με τον Ringo, Home To Us, βρίσκει τους δύο τελευταίους επιζώντες Beatles να τραγουδούν με περηφάνια για τη μεταπολεμική εργατική τους καταγωγή στο βομβαρδισμένο Λίβερπουλ και ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία του δίσκου. Παρά τη λατρεία και την αποθέωση έξι δεκαετιών, παραμένει μέσα τους μια αντίσταση – εκείνη των φτωχών παιδιών από μια πόλη όπου κανείς δεν περίμενε να γεννηθούν αστέρες.
Το καλύτερο τραγούδι του δίσκου ίσως είναι το Salesman Saint. Ένα κομμάτι που παντρεύει κιθάρες τύπου Masters of War με jazz πνευστά εποχής πολέμου, τιμώντας τους γονείς του, Mary και James McCartney. Δεν ήταν διάσημοι, ούτε πλούσιοι. Ήταν απλώς άνθρωποι που έμαθαν στον γιο τους να αγαπάει τα απλά πράγματα: το πιάνο, το ραδιόφωνο, το ζεστό τσάι, τα τσιγάρα... They couldn't take any more, but they had to carry on.
Και τελικά, ίσως αυτό να είναι το πιο συγκινητικό στοιχείο του δίσκου: όχι η νοσταλγία για τους Beatles, αλλά η νοσταλγία για ανθρώπους που συνέχισαν να προχωρούν, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω τους κατέρρεε. Το Boys of Dungeon Lane μπορεί να μην είναι αριστούργημα, και μπορεί να είναι απλώς ένας πολύ καλός δίσκος από έναν 83χρονο μουσικό. Αλλά ίσως αυτό ακριβώς να τον κάνει τόσο ξεχωριστό. Γιατί ο Paul δεν προσπαθεί πια να αποδείξει τίποτα. Απλώς κοιτάζει πίσω, όχι για να μείνει εκεί, αλλά για να θυμηθεί ποιος ήταν πριν γίνει θρύλος.
Η αλήθεια είναι πως έχω υπάρξει πολύ σκληρός μαζί του, λόγω της υπεροπτικής του συμπεριφοράς προς τον αγαπημένο μου George Harrison. Ναι, έχω υπάρξει πολύ σκληρός. Τόσο σκληρός, ώστε από τη διάλυση των Beatles και μετά, σχεδόν να τον αγνοώ αντιμετωπίζοντας τα albums του με αδιαφορία. Θέλω όμως να το αναλύσω περισσότερο αυτό, γιατί έχω την αίσθηση ότι ο Paul έχει μετανιώσει για αυτή του τη συμπεριφορά. Για δεκαετίες παρουσιαζόταν σχεδόν σαν ο «καλός Beatle», ο μελωδικός, ο χαμογελαστός και ο αιώνια επαγγελματίας.
Όμως, όσο περνούσαν τα χρόνια και άνοιγαν οι παλιές πληγές των Beatles, φαινόταν όλο και πιο καθαρά πως μπορούσε να γίνει ασφυκτικός, τελειομανής, ελεγκτικός και πολλές φορές υπεροπτικός απέναντι στον George και για όσους αγαπούν πραγματικά τον George –όπως ο γράφων– αυτό δύσκολα συγχωρείται, γιατί ο Harrison ήταν πάντα κάτι διαφορετικό μέσα στους Beatles. Ήταν ο πιο πνευματικός, ο πιο εσωστρεφής και ήταν ο άνθρωπος που έπρεπε να παλέψει για χώρο ανάμεσα σε δύο μουσικούς γίγαντες όπως ο McCartney και ο Lennon. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις πιο πικρές στιγμές του Get Back δείχνουν έναν George κουρασμένο από το να του λένε συνεχώς τι να παίξει και πώς να το παίξει, πότε να μιλήσει και πότε να σωπάσει. Και η πίεση αυτή είχε πάντα το πρόσωπο του Paul που από το Sgt. Pepper’s και μετά, πήρε –χωρίς καμιά αμφιβολία– «κεφάλι» μέσα στο γκρουπ και είχα πάντα την απορία πώς δεν αντέδρασε ο John. Αλλά ο Paul είχε την εύνοια του George Martin.
Πέρα όμως απ' αυτό, εδώ υπάρχει και μια άλλη ανάγνωση, πιο σκληρή και πιο ώριμη. Ο Paul δεν ήταν αλαζόνας επειδή δεν αγαπούσε τον George, αλλά επειδή φοβόταν την αποσύνθεση των Beatles. Όσο περισσότερο όλα κατέρρεαν γύρω του, τόσο πιο πολύ προσπαθούσε να κρατήσει τον έλεγχο. Και ο έλεγχος, όταν γεννιέται από φόβο, μοιάζει πάντα με υπεροψία σε αυτούς που τον δέχονται. Το τραγικό, βέβαια, είναι πως ο George τελικά δικαιώθηκε καλλιτεχνικά. Το All Things Must Pass δεν ήταν απλώς ένας εξαιρετικός solo δίσκος, αλλά ήταν η απόδειξη ότι μέσα στους Beatles υπήρχε ένας τρίτος συνθέτης που ασφυκτιούσε για χρόνια και ο Paul το κατάλαβε αυτό αργά. Πολύ αργά. Γι' αυτό και σήμερα, όταν τον ακούς να μιλάει για τον George, υπάρχει συχνά μια σκιά ενοχής πίσω από τη νοσταλγία. Όχι απαραίτητα μεταμέλεια με τη δραματική έννοια της λέξης, αλλά η ήσυχη επίγνωση ότι κάποτε δεν έδωσε αρκετό χώρο σε έναν άνθρωπο που τον άξιζε.
Η ηλικία κάνει κάτι περίεργο στους ανθρώπους: αφαιρεί τον εγωισμό όχι επειδή τους αλλάζει χαρακτήρα, αλλά επειδή τους φέρνει αντιμέτωπους με όσα δεν μπορούν πια να διορθώσουν. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο συγκινητικό πράγμα στον 83χρονο Paul. Όχι ότι προσπαθεί να ξαναγράψει την ιστορία, αλλά ότι μοιάζει να κουβαλάει ακόμα το βάρος της, γιατί όταν σβήσουν τα φώτα της μεγαλύτερης μπάντας όλων των εποχών, δεν μένουν οι πωλήσεις, οι τίτλοι ή οι θρύλοι. Μένουν μόνο τέσσερις άνθρωποι που αγαπήθηκαν, πληγώθηκαν, ανταγωνίστηκαν και τελικά έχασαν ο ένας τον άλλον πριν προλάβουν να πουν όλα όσα είχαν και ήθελαν να πουν.
Επιστρέφοντας λοιπόν, στο Boys of Dungeon Lane και κλείνοντας αυτό το άρθρο, πρέπει να πούμε πως, ναι, δεν είναι αριστούργημα, δεν αλλάζει τη μουσική ιστορία όπως έκαναν κάποτε οι Beatles, ούτε μοιάζει με έργο ανθρώπου που θέλει να αποδείξει ότι παραμένει relevant. Είναι απλώς ένας καλός δίσκος και ίσως όμως αυτό όχι μόνο να αρκεί, αλλά να είναι και πιο γενναίο έτσι.
Γιατί, τι ακριβώς περιμένουμε πλέον από τον Paul McCartney; Να ξεπεράσει ξανά το Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band ή να ξαναγράψει το Abbey Road; Οι περισσότεροι άνθρωποι στα 83 τους προσπαθούν απλώς να κρατήσουν ζωντανές τις αναμνήσεις τους, ενώ εκείνος εξακολουθεί να τις μετατρέπει σε τραγούδια. Ίσως λοιπόν, αυτό να είναι το πραγματικό θέμα του δίσκου: όχι η νοσταλγία, αλλά η συμφιλίωση.
Ο McCartney μοιάζει πλέον να έχει αποδεχτεί ότι, όσο σπουδαία κι αν υπήρξε η υπόλοιπη καριέρα του, ο κόσμος πάντα θα τον βλέπει πρώτα ως Beatle. Για δεκαετίες έμοιαζε να το πολεμά αυτό. Έμοιαζε να θέλει να αποδείξει πως είναι κάτι περισσότερο από το παρελθόν του. Τώρα όμως φαίνεται απλώς να το αγκαλιάζει και υπάρχει κάτι βαθιά συγκινητικό στο ότι ένας άνθρωπος που άλλαξε με το γκρουπ του τη μουσική, εξακολουθεί να επιστρέφει νοερά σε φτωχούς δρόμους του Liverpool, σε παιδικούς φίλους, σε λεωφορεία, σε φθηνά τσιγάρα και σε κουζίνες γεμάτες ραδιόφωνα και μυρωδιά από τσάι, σαν να προσπαθεί να θυμηθεί ποιος ήταν πριν γίνει μύθος. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το τραγικό βάρος των Beatles: κανείς τους δεν μπόρεσε ποτέ να ξεφύγει πραγματικά από εκείνη τη σκιά, ούτε καν οι ίδιοι. Ο John την πολέμησε, ο George απομακρύνθηκε από αυτήν, ο Ringo τη μετέτρεψε σε χαμόγελο και ο Paul έμεινε μέσα της περισσότερο απ' όλους, ίσως επειδή κατά βάθος δεν ήθελε ποτέ να φύγει.
Και κάπως έτσι, ακούγοντας έναν 83χρονο να τραγουδάει για δρόμους που δεν υπάρχουν πια και φίλους/συνοδοιπόρους που χάθηκαν εδώ και δεκαετίες, συνειδητοποιείς κάτι παράξενο: η νοσταλγία δεν αφορά το παρελθόν. Αφορά την ανάγκη να κρατήσεις ζωντανό ένα κομμάτι του εαυτού σου πριν ο χρόνος το παρασύρει οριστικά μακριά.
Με συγκίνησες Poli και δεν σου το 'χα. Οφείλω να το ομολογήσω!
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου


