5
Σαμιαμίδι με συναντά
γύρω απ' το μηδέν να τραυλίζω,
ρουφά τη στάχτη
του καμένου μυαλού μου
γλύφει τα σάλια απ' τα χείλη του
και στη θηλιά του ταλαντεύεται
σκυλεύοντας ελπίδα στο κενό
για να φυτέψει προσμονές
στη γη.
Παιδάκι της πόλης, στο χωριό να παρατηρώ ένα ζωάκι που ο πατέρας μου του επέτρεπε να κυκλοφορεί ελεύθερο στο χωριατόσπιτο και το χαρακτήριζε γουρλίδικο. Η μάνα μου από την άλλη, η ξυπόλυτη κοντέσα του Κορυδαλλού, το άφηνε στην ησυχία του και δεν το κυνηγούσε γιατί μου έλεγε πως τρώει μύγες. Σαμιαμίδι να μπαινοβγαίνει στις τρύπες του τοίχου και να παίζει κρυφτό με τον εαυτό του. Αυτό το πλάσμα πίνει το καμένο μου μυαλό στις στιγμές των μεγάλων πτώσεων, αυτό το πλάσμα θυσιάζεται διαρκώς για μένα και καθώς ξεψυχά στην αγχόνη του βεβηλώνει την κάθε μηδαμινή ελπίδα γιατί ξέρει πως στο κενό όλα επιτρέπονται κι όλα αφήνονται, αυτό το πλάσμα που παίζει το παιχνίδι με τη ζωή και τον θάνατο τρέχοντας από την μία τρύπα στην άλλη είναι η δύναμή μου για να ζω. Είναι το φυλαχτό μου.