Πέτρου Βαζακόπουλου
Τον έπιασε από το γιακά και τον πέταξε στον βρόμικο τοίχο του συνεργείου. Μερικά εργαλεία ταρακουνήθηκαν και έφυγαν από τη θέση τους κάνοντας εκείνο τον βαρύ μεταλλικό θόρυβο, ώσπου έπεσαν τελικά στο πάτωμα.
Ήταν δυο αχώριστοι φίλοι, αλλά αυτή τη φορά πιανόντουσαν στα χέρια. Μόνο ο ένας ήξερε τον πραγματικό λόγο και ήταν τυφλωμένος από ζήλια και τώρα κόντευε να σπάσει το κεφάλι του καλύτερού του φίλου απλά επειδή ξεστόμισε εκείνες τις λέξεις.
«Καλά ρε φίλε τρελάθηκες; Τι έπαθες ξαφνικά;»
«Μη το ξαναπείς αυτό άκουσες; Μην τολμήσεις να την πεις έτσι».
«Τι είπα ρε φίλε; Μπορείς να μου εξηγήσεις τι είπα; Δεν σε καταλαβαίνω».
«Την επόμενη φορά που θα πεις κάτι αντίστοιχο θα σε φυτέψω κάτω από το έδαφος, με άκουσες;»
Έσφιγγε κι άλλο τα χέρια στο τζάκετ του φίλου του τόσο που τα χέρια του άρχισαν να μουδιάζουν. Αυτό μαζί με την τρομάρα που είχε πάρει στα μάτια ο κολλητός του, τελείωσε τον τσακωμό και χαλάρωσε το σφίξιμο της λαβής του αφήνοντάς τον να ανασάνει.