Μετά τον έφηβο ήρωα της Καρδερίνας της Ντόνα Ταρτ ή εκείνον της Τυχαίας συνάντησης με τον Εντ Μπέγκελς της Μαριλένας Παππά ή την παρέα από Το σπίτι μέσα μας της Μαριάννας Αβούρη –για να θυμηθώ και θυμίσω κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις από τη σύγχρονη λογοτεχνία– υπάρχουν κι αυτοί οι νεαροί χαρακτήρες που καταφέρνουν να εγγράψουν μέσα/πάνω σου το στίγμα τους, να αφήσουν ένα αποτύπωμα, να τους συμπαθήσεις, να τους συμπονέσεις, να τους συμπαρασταθείς [αν μπορούσες θα τους βοηθούσες κιόλας ένεκα το νεαρό της ηλικίας] και, τέλος, να τους συγχωρέσεις όλα τους τα λάθη, τα στραβά, τις παρασπονδίες, τις παρεκκλίσεις...
Μία τέτοια περίπτωση είναι και ο Daw του Ντίνου Γιώτη, ο ήρωας της νουβέλας του Αθήνα 2.0, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν. Πρόκειται για έναν νεαρό τύπο, από αυτούς που ζουν στον αστικό κλοιό μιας σύγχρονης μεγαλούπολης και που, προσπαθώντας να επιβιώσει, μαζεύει λεφτά για να καταφέρει να μείνει μόνος του καθώς στο πατρικό του είναι αναγκασμένος να βιώνει καθημερινά ένα τοξικό περιβάλλον. Η ανέχεια από τη μια και η ανάγκη από την άλλη, τον οδηγούν σε μονοπάτια παρανομίας και μεγάλης επικινδυνότητας.
Αν και πρόκειται για μικρό σε έκταση βιβλίο, καταφέρνει και προσφέρει ανάγλυφα τα προβλήματα της νέας γενιάς αναδεικνύοντας τα αδιέξοδά της και τα κατεστραμμένα της όνειρα. Η νουβέλα μιλά για μια γκάμα κοινωνικών θεμάτων: φτώχεια, βιοπάλη, οικογενειακή παθογένεια, προβληματικό περιβάλλον, μοναξιά... όπως μιλά και για τις λανθασμένες επιλογές ή, αν θέλετε, για την απουσία επιλογών. Αυτά τα τελευταία ταυτίζονται, τρόπον τινά, όταν ξέρεις ότι δεν έχεις διέξοδο παρά να αρπάξεις μία κακή «ευκαιρία» ως ύστατη σανίδα σωτηρίας.
Ο Daw [η εξήγηση για το όνομά του δίνεται στο πόνημα] γράφει δικές του ρίμες αλλά «πατάει» κιόλας σε στίχους άλλων, ιστορώντας σε πρώτο πρόσωπο όσα συμβαίνουν στη ζωή του και, παράλληλα –και μέσω αυτού– ο συγγραφέας φωτίζει την εποχή μας και τον ψυχισμό των νέων.
Είμαι σίγουρη ότι έχετε ακούσει ή θυμάστε το σχέδιο «Αθήνα δύο τελεία μηδέν» που αφορούσε (ή αφορά ακόμα;) την ανάπτυξη της χώρας, την είσοδό της στη νέα ψηφιακή χάι-τεκ και σούπερ ντούπερ εποχή της ευμάρειας, της ευτυχίας κ.λπ. κ.λπ... ε, όλα αυτά τα «καλούδια», που πιθανότατα δεν αφορούν τον κάθε Έλληνα, καυτηριάζονται και αποδομούνται εκ βαθέων άμα κοιτάξει κανείς από την κλειδαρότρυπα και δει τι συμβαίνει σε ένα αστικό νοικοκυριό (ή μέσα στο σπίτι του), στις πλατείες, στις δουλειές... στο πώς επιβιώνει ο μέσος πολίτης. Αναλύοντας την κατάσταση, βλέπεις μια χώρα/πόλη/κοινωνία που σου τάζει αλλά, ουσιαστικά, δεν σου προσφέρει ενώ σε εγκλωβίζει στη μιζέρια. Που σου δίνει ελάχιστα και σε καταδικάζει στην έλλειψη, στην ταλαιπωρία, στην ανέχεια και, το χειρότερο, στη βία. Που δεν σου αφήνει περιθώρια, δεν σου αφήνει οξυγόνο... Βλέπεις την αντανάκλαση της κοινωνίας σου και όσο το βλέπεις αυτό, κοιτάζεις εσένα τον ίδιο ή τον διπλανό σου.
Ζω σε μια παραλυτική λούπα.
Πρόκειται για αξιολογότατη νουβέλα ψυχο-κοινωνικού δράματος. Μια μυθοπλασία που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι πραγματική ζωή έχοντας ρεαλιστικούς χαρακτήρες και αντικατοπτριστικά ψυχογραφήματα. Η θλιβερή, ανούσια, κακοποιητική ρουτίνα ενός αγοριού και των οικείων του μετατρέπεται σε μια ιστορία δυστυχίας που αφήνει αντίκτυπο στον φιλαναγνώστη.
Πίσω από κάθε πόρτα ένα βογγητό, πίσω από κάθε βλέμμα ένα σκοτωμένο όνειρο.
Υφολογικά, μου άρεσαν οι παρενθέσεις του κειμένου που δεν ανήκουν στην αφήγηση αλλά δίνουν το στίγμα του κεντρικού χαρακτήρα, το σχόλιό του, δηλαδή συμπληρώνουν το προφίλ του. Φυσικά, μου άρεσαν και οι αναφορές στα τραγούδια όπως εμβολίζονται μέσα στη ροή· χώρια που σε κάνει να αναζητήσεις τα κομμάτια αυτά αν δεν τα ξέρεις και, τέλος, να προσθέσω ότι το πόνημα λειτουργεί και ως θεατρικός μονόλογος, δηλαδή αυτούσιο θα μπορούσε να παιχτεί σε μια σκηνή.
Είναι ένα πολύ πολύ όμορφο βιβλίο, ανθρώπινο και γεμάτο από συναίσθημα, αν και δεν είναι συναισθηματικό ή μελό, που σε συστήνει με έναν νέο τον οποίο συμπαθείς αυτοστιγμεί παρά τον πονηρό του νου και την παραβατικότητά του. Κι αυτό επειδή έχεις δει ανάγλυφα τους λόγους που τον ωθούν να κάνει ό,τι κάνει και το αδιέξοδό του.
Άραγε, υπάρχει ελπίδα; Κι αν ναι, από πού;
Ο Ντίνος Γιώτης είναι συγγραφέας. Έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: E-mail (εκδόσεις Πατάκης 2001), Η αναγνώριση του Μάξιμου Ροδομάνου (εκδόσεις Μεταίχμιο 2004), Η Γαλλίδα δασκάλα (εκδόσεις Ψυχογιός 2013), Ο Άγγελος που έχασε τον δρόμο για τον Παράδεισο (εκδόσεις Ψυχογιός 2016) και Club 23.4 (εκδόσεις Βακχικόν 2022). Έχει συμμετάσχει στη συλλογή διηγημάτων Κοκτέιλ Μολότοφ (εκδόσεις Κοχλίας 2003) και έχει γράψει το βιογραφικό βιβλίο για την ποδοσφαιρική ομάδα της Άρτας Αναγέννηση, μια ζωή (2019). Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά. Για τον κινηματογράφο έχει σκηνοθετήσει το ντοκιμαντέρ Μια ζωή (1ο Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ στο διαγωνιστικό του 12ου Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Λονδίνου). Έχει γράψει το αρχικό σενάριο της ταινίας Ελεύθερη κατάδυση (1995) και το σενάριο της ταινίας E-mail (2001), σε διασκευή του ομώνυμου βιβλίου του. Για την τηλεόραση έχει γράψει το σενάριο Ελευθέριος Βενιζέλος της σειράς Οι μεγάλοι Έλληνες. Η νουβέλα Αθήνα 2.0 είναι το έβδομο βιβλίο του.


