Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Το διαγωνιστικό κομμάτι έχει ολοκληρωθεί και έχουν ανακοινωθεί οι νικητές. Έρχονται νεότερα για την έκδοση! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Γλυκιά μου Τίνα * Ένας ανεκτίμητος θησαυρός * Σουπάι: Η καρδιά του δαίμονα * Όλα γίνονται για κάποιο λόγο * Αντίο κύριε εισαγγελέα... * Μακροβίπερα * Ο ήχος των ορίων * Μην ξεχάσεις να αγαπάς * Προσπέρνα και ζήσε * Λύκοι στην πόλη * Όρκος στις φλόγες * Ο κατηραμένος όφις * Ο άντρας που κατάλαβε τις γυναίκες * Η φωτεινή πλευρά ενός γκρι ουρανού * Χρυσό αίμα * Κλεψύδρα εκδίκησης ** Νουβέλες: Ο Σπινέλλι στον Κάμπο * Δυο νουβέλες: Το μαρμάρινο τραπέζι και Ο Μάικ ανακαλύπτει την Αμερική ** Ποίηση: Μετάβαση * Ηχώ του όχι: Μες στον λαβύρινθο * Νότες Νοσταλγίας * Lacrimosa * Είναι αυτά τα τελευταία ποιήματα που γράφω για σήμερα * Πώς αγαπάν ένα χρυσόψαρο * Η γάτα του Σρέντινγκερ * Δρομείς χρωμάτων * Σκιαγραφήματα ** Άλλα: Τέσσερα βιβλία των εκδόσεων Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος * Ο Κεκλημένος ** Διηγήματα: Πουλιά κι Ανεμώνες * Το τραγούδι των Ινουίτ * Όταν κλείνω τα μάτια ** Παιδικά: Το μαγικό δάσος * Η μάγισσα Πολύχρωμη και ο μικρός ζωγράφος * Γήινοι και εξωγήινοι και το σβηστό φεγγάρι ** Βιογραφία και Τέχνη: Ο Δάσκαλος Σταύρος Μεταλληνός: Θα επικρατήσει το φως και Η τέχνη της προσωπογραφίας

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

Αμυγδαλιά νύφη

Γράφει η Μαριέλλη Σφακιανάκη
Ήταν μέρες ηλιόλουστες, δώρο του Γενάρη στην αλκυόνα, για να μπορέσει τ’ αυγά της να γεννήσει στις όχθες τις αμμουδερές των ποταμιών. Είδαν το χρυσαφένιο ήλιο τα δέντρα και τάνιζαν τα κορμιά τους μουδιασμένα. Ακούγονταν φλυαρητά πουλιών καθώς ζέσταιναν το φτέρωμά τους ευτυχισμένα.
Λίγο πιο πέρα, μια μυγδαλίτσα όμορφη, μικρομεγαλωμένη, κοιτούσε γύρω ανυπόμονα κι έδειχνε κάποιον να περιμένει. Όταν ακόμη από την αγκαλιά της μάνας της σαν μύγδαλο χάμω στην γη βρέθηκε, τις ρίζες των γύρω δέντρων είχε ακούσει ψιθυριστά να λένε για κάποιο νιο λαμπρό, κατάξανθο, πού ‘χε ένα όνομα βυζαντινό, Απρίλιο τον έλεγαν, και θα ‘ταν όλες τυχερές όσες μαζί του θα παντρεύονταν. Όμορφα στολισμένες, στ’ άρμα του νυφούλες θ’ ανεβαίναν. Σήμερα πάλι κρυφάκουε μέσα από τη γη να σιγοκουβεντιάζουν οι βιόλες κι οι πασχαλιές, να λεν για κείνον:
«Σαν θα ‘ρθει ο Απρίλης, με μιας σχεδόν όλα τα δέντρα θα στολιστούν, πολύχρωμες γιρλάντες κι αναμμένα μικρά φαναράκια στα χέρια τους όλα θα κρατάνε. Ζουζούνια, πεταλούδες, μέλισσες ξετρελαμένες δε θα ξέρουν ποιαν απ’ όλες μας να πρωτοεπισκεφτούν… Ατέλειωτο πανηγύρι, μυστικό, ερωτικό, μας περιμένει…»
Στέναξε με λαχτάρα η μυγδαλιά: «Αχ, αυτός ο γλυκός Απρίλης, θέλω κι εμένα νά ‘ρθει να με πάρει. Στον ήλιο του να πρωτοστολιστώ, πάνω στ’ άρμα του να μ’ ανεβάσει, μαζί με τις βιόλες και τις πασχαλιές νύφη κι εγώ… Μα πού ‘ναι τος; Πότε θε να ‘ρθει;»
Δίπλα της, μια γριά σταχτόκορμη συκιά, γάλα πικρό και τσουχτερό της το ‘χε φτιάξει φθόνος αιώνων μέσα της αργά αργά καθώς είχε σταλάξει ότι αυτήν ποτέ τους, όπως τ’ άλλα καρποφόρα, τ’ ανάλαφρα και τρυφερά μελίσσια δεν την χαϊδολόγησαν, μόνο κάτι βρομόμαυρα ζουζούνια πλησίαζαν να την καρπίσουν. Μαράζι τόχενες κι ότι ποτέ κανείς στον ίσκιο της δε ‘ρχόταν ν’ αποκοιμηθεί. Άκουγε συχνά τους χωριανούς να λεν γι αυτήν: «O σβέρκος ανάποδα θα του γυρίσει, όποιου μια νύχτα τολμήσει κάτω απ’ τη σκέπη της ν’ αναπαυθεί.» Και τα παιδιά, καθώς στις κλάρες της παίζοντας κρεμιόνταν, γρουσούζα και καταραμένη την ονόμαζαν, κι ας έκοβαν όλο αχαριστία τους καρπούς της.
Αυτή η γριά, η κακοπικραμένη, με ζήλια κοίταξε τη μικρούλα μυγδαλιά, καθώς με το ποδάρι της κάτω απ’ τις ρίζες της ψηλάφισε ανθάκια ροζ, μικρά, να τα ‘χει πλέξει στεφανάκι, να τα στολίσει στα μαλλιά. Σκέφτηκε τότε με κακία να την ξεγελάσει.
«Μωρ’ συ, τώρα να πας!», της λέει ξαφνικά. «Ντύσου, στολίσου! Τώρα να στολιστείς! Έφτασ’ ο Απρίλης, σε περιμένει!»
Την πίστεψ’ η μικρούλα μυγδαλιά κι άρχισε να φοράει τα ροζ ανθάκια στα μαλλιά της κι όλα τα ολόλευκα να βάζει νυφικά της. Κι ύστερα μέσα στο κρύο στάθηκε στολισμένη, τον ξανθό Απρίλιο ν’ αναζητάει να τον δει να φθάνει, ηλιόλουστος επάνω στ’ άρμα του να τη ζεστάνει.
«Σιγά που θα ‘ρχόταν ο Απρίλης να σε πάρει. Παντρέψου τώρα τον κουτσό Φλεβάρη!» της φώναξε χαιρέκακα η συκιά, κι άρχισε με τα γύρω δέντρα να την κοροϊδεύει. Κι η κοντοστούπα η τσιτόνια, πιο δυνατά από όλους, χαχάνιζε και ξεφώνιζε:
«Kοιτάτε πως ντύθηκε μες στο καταχείμωνο η τρελή! Στολίστηκε, καλέ, για χάρη του κουτσού Φλεβάρη!!!»
Θύμωσε ακούγοντάς τηνε ο γερο-Φλέβαρος. Το χέρι του σηκώνει για να την κάνει να πάψει, και τη χτυπάει, μα πάνω στ’ αγκάθια της τα δάχτυλά του τα τρυπάει και ματώνει. Με στάλες αίμα κόκκινο της γεμίζει τα κλαδιά. Όλα τα δέντρα βλέπουνε τώρα απορημένα δίπλα στην αμυγδαλιά με τα νυφικά την τσιτόνια στα κόκκινα ντυμένη.
Ο γέρο-Φλέβαρος κοιτώντας την όμορφη αμυγδαλιά σάστισε. Να φυσάει σταμάτησε.
Την πλησίασε δειλά δειλά με το κουτσό ποδάρι του, χαμογελώντας λίγο ντροπαλά.
Τέτοια ωραία κοπελιά ποτέ του δε φαντάστηκε πως θ’ άνθιζε για χάρη του. Γύρεψ’ απ’ τον ήλιο να βγει, λίγο να τη ζεστάνει. Κι από το βοριά να μη φυσήξει ολότελα και τηνε ξεγδύσει. Μόνο με το χιονιά δεν τα καλοσυμφώνησε.
«Εγώ», του ειπ’ αυτός «άλλο λευκό απ’ το δικό μου το ολόλευκο δε γνωρίζω κι ούτε το δέχομαι. Το καίω και το καταστρέφομαι. Να μη βιαζόταν να σου στολιστεί. Στ’ ολόασπρο παλτό μου μπορούσε ν’ αρκεστεί…»
Ο Φλέβαρος τον άκουε, αλλά δε συμφωνούσε. Καλά, λέγε ό,τι θες, μουρμούριζε και πίσω από τα πυκνά μουστάκια του κρυφογελούσε.
Την όμορφη νια και γυναίκα του θέλοντας να προστατέψει, με τον ήλιο να τα συμφώνησε δυο αχτίδες παραπάνω ζέστη για κείνη να ξοδέψει. Λίγες ηλιόλουστες ακόμη ημέρες να της δώσει, κάτι απ’ τους καρπούς της, αν χιονίσει, να περισώσει.
Και τα κατάφερε σαν τον καλό γερο-χειμώνα, που ‘καμε δώρο στην αλκυόνα δυο τρεις ημέρες λιόλουστες, ζεστές, στου Γενάρη τις άγριες παγωνιές. Κι η μικροπαντρεμένη αμυγδαλιά την καλοσύνη του γέρο-άντρα της μ’ αγάπη αναγνωρίζει. Και από τότε, μοναχά γι αυτόν, μέσα στη βαρυχειμωνιά ολόκληρη ανθίζει…

🌱

Copyright © Μαριέλλη Σφακιανάκη All rights reserved
Το διήγημα περιλαμβάνεται στις «Ιστορίες από χώμα κι ασημόσκονη».
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα του 1890 του Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Περισσότερα:

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Όρκος στις φλόγες, Μαρίνα ΧρόνηΗ γάτα του Σρέντινγκερ, Τζωρτζίνα ΚουριαντάκηΛύκοι στην πόλη, Άννα ΜικροπούλουΔυο νουβέλες, Χρυσούλας Πατρώνου-ΠαπατέρπουΟ Σπινέλλι στον Κάμπο, Πάνος ΠαντελούκαςΣκιαγραφήματα, Ευγενίας Β. ΣιδέρηΟ ήχος των ορίων, Χρήστος Θ. Παπαδημητρίου
Πώς αγαπάν ένα χρυσόψαρο, Θάνος ΚαπλάνηςΕίναι αυτά τα τελευταία ποιήματα που γράφω για σήμερα, Θ. ΟρφανίδηςΚαραϊσκάκης: Ο παρεξηγημένος ήρωας, Γιάννης ΚωσταράςΠροσπέρνα και ζήσε, Φίλη ΝτόγκαΗ φωτεινή πλευρά ενός γκρι ουρανού, Νίκου ΑντωνίουΔρομείς χρωμάτων, Αναστασίας ΔούσηΜην ξεχάσεις να αγαπάς, Χαρά Ανδρέου
Γήινοι και εξωγήινοι και το σβηστό φεγγάρι, Ευαγγελίας ΤσαπατώραΧρυσό αίμα, Θεόφιλου Γιαννόπουλου
Ο άντρας που κατάλαβε τις γυναίκες, Στέργου ΚαλλιγάΟ κατηραμένος όφις, Πέτρος ΕυαγγελόπουλοςΟ Κεκλημένος, Ελένη ΣέννοιαΌταν κλείνω τα μάτια, Γιώργου ΜεσολογγίτηΚλεψύδρα εκδίκησης, Λευτέρη Σοφία