ΣΗΜΕΙΩΣΤΕ: Προσφορά με κάθε εισιτήριο άλλο ένα δώρο για τους αναγνώστες του koukidaki για την παράσταση Οι ψευτοσπουδαίες *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks όπως: Ασκητική, Ν. Καζαντζάκη * Το ξύλινο παλτό, Κ. Γώγου κ.ά ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται!
Το koukidaki σάς πηγαίνει ΘΕΑΤΡΟ με διπλές προσκλήσεις! Επιλέξτε από τις ακόλουθες παραστάσεις και αφήστε το όνομά σας μαζί με την επιθυμητή ημέρα: Μακιαβέλλι *** ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Επίγειος άγγελος * Αιώνια σφραγίδα * Δύο νύχτες στην Αίγυπτο * Στον Όλυμπο της Ζανζιβάρης * Το λίκνο της ζωής * Hippie * Φιλήμων, ο ερευνητής του μεταφυσικού * Οδυσσέας Ντεσάντ, η ερωμένη του σπαθιού και του ρόδου * Οι Άγιοι τόποι του Σεμπάστιαν Λιαργκόβα * Το άρωμα της γυναίκας με τα μαύρα * Ουμπούντου ** Νουβέλα: Σκόνη στο πρόσωπο ** Θεατρικό: Άκουσε τα κύματα * Σκουριασμένη αυτοκτονία * Ωτακουστής και Το μπλουζ της Κυριακής ** Διηγήματα: Τα χρονικά της Ταμπου-Ρίας * Κόκκινη κλωστή δεμένη * Ανεξίτηλες στιγμές * Οι σκέψεις έστησαν χορό ** Παιδικά: Εδώ κουμπιά, εκεί κουμπιά... Μα πού πήγαν τα κουμπιά! * Βιβλία από τις εκδόσεις Ελληνοεκδοτική * Εκείνο το ταξίδι * Μάθε τον φόβο να νικάς! ** Ποίηση: Σύμφωνα συμβίωσης Ουρανού και Κόλασης * Με το βλέμμα του Ομήρου * Κλειδιά στο τραπέζι * PASSA TEMPO * Λοβοτομές τελευταίας τεχνολογίας * Φαντάσματα * Ο τελευταίος χτύπος * Το βλέμμα του χάους * Η ζωή μου, μια εκκρεμότητα * Φωτόστιχα ** Μαρτυρία: Η φωνή μέσα μου

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

Αμυγδαλιά νύφη

Γράφει η Μαριέλλη Σφακιανάκη
Ήταν μέρες ηλιόλουστες, δώρο του Γενάρη στην αλκυόνα, για να μπορέσει τ’ αυγά της να γεννήσει στις όχθες τις αμμουδερές των ποταμιών. Είδαν το χρυσαφένιο ήλιο τα δέντρα και τάνιζαν τα κορμιά τους μουδιασμένα. Ακούγονταν φλυαρητά πουλιών καθώς ζέσταιναν το φτέρωμά τους ευτυχισμένα.
Λίγο πιο πέρα, μια μυγδαλίτσα όμορφη, μικρομεγαλωμένη, κοιτούσε γύρω ανυπόμονα κι έδειχνε κάποιον να περιμένει. Όταν ακόμη από την αγκαλιά της μάνας της σαν μύγδαλο χάμω στην γη βρέθηκε, τις ρίζες των γύρω δέντρων είχε ακούσει ψιθυριστά να λένε για κάποιο νιο λαμπρό, κατάξανθο, πού ‘χε ένα όνομα βυζαντινό, Απρίλιο τον έλεγαν, και θα ‘ταν όλες τυχερές όσες μαζί του θα παντρεύονταν. Όμορφα στολισμένες, στ’ άρμα του νυφούλες θ’ ανεβαίναν. Σήμερα πάλι κρυφάκουε μέσα από τη γη να σιγοκουβεντιάζουν οι βιόλες κι οι πασχαλιές, να λεν για κείνον:
«Σαν θα ‘ρθει ο Απρίλης, με μιας σχεδόν όλα τα δέντρα θα στολιστούν, πολύχρωμες γιρλάντες κι αναμμένα μικρά φαναράκια στα χέρια τους όλα θα κρατάνε. Ζουζούνια, πεταλούδες, μέλισσες ξετρελαμένες δε θα ξέρουν ποιαν απ’ όλες μας να πρωτοεπισκεφτούν… Ατέλειωτο πανηγύρι, μυστικό, ερωτικό, μας περιμένει…»
Στέναξε με λαχτάρα η μυγδαλιά: «Αχ, αυτός ο γλυκός Απρίλης, θέλω κι εμένα νά ‘ρθει να με πάρει. Στον ήλιο του να πρωτοστολιστώ, πάνω στ’ άρμα του να μ’ ανεβάσει, μαζί με τις βιόλες και τις πασχαλιές νύφη κι εγώ… Μα πού ‘ναι τος; Πότε θε να ‘ρθει;»
Δίπλα της, μια γριά σταχτόκορμη συκιά, γάλα πικρό και τσουχτερό της το ‘χε φτιάξει φθόνος αιώνων μέσα της αργά αργά καθώς είχε σταλάξει ότι αυτήν ποτέ τους, όπως τ’ άλλα καρποφόρα, τ’ ανάλαφρα και τρυφερά μελίσσια δεν την χαϊδολόγησαν, μόνο κάτι βρομόμαυρα ζουζούνια πλησίαζαν να την καρπίσουν. Μαράζι τόχενες κι ότι ποτέ κανείς στον ίσκιο της δε ‘ρχόταν ν’ αποκοιμηθεί. Άκουγε συχνά τους χωριανούς να λεν γι αυτήν: «O σβέρκος ανάποδα θα του γυρίσει, όποιου μια νύχτα τολμήσει κάτω απ’ τη σκέπη της ν’ αναπαυθεί.» Και τα παιδιά, καθώς στις κλάρες της παίζοντας κρεμιόνταν, γρουσούζα και καταραμένη την ονόμαζαν, κι ας έκοβαν όλο αχαριστία τους καρπούς της.
Αυτή η γριά, η κακοπικραμένη, με ζήλια κοίταξε τη μικρούλα μυγδαλιά, καθώς με το ποδάρι της κάτω απ’ τις ρίζες της ψηλάφισε ανθάκια ροζ, μικρά, να τα ‘χει πλέξει στεφανάκι, να τα στολίσει στα μαλλιά. Σκέφτηκε τότε με κακία να την ξεγελάσει.
«Μωρ’ συ, τώρα να πας!», της λέει ξαφνικά. «Ντύσου, στολίσου! Τώρα να στολιστείς! Έφτασ’ ο Απρίλης, σε περιμένει!»
Την πίστεψ’ η μικρούλα μυγδαλιά κι άρχισε να φοράει τα ροζ ανθάκια στα μαλλιά της κι όλα τα ολόλευκα να βάζει νυφικά της. Κι ύστερα μέσα στο κρύο στάθηκε στολισμένη, τον ξανθό Απρίλιο ν’ αναζητάει να τον δει να φθάνει, ηλιόλουστος επάνω στ’ άρμα του να τη ζεστάνει.
«Σιγά που θα ‘ρχόταν ο Απρίλης να σε πάρει. Παντρέψου τώρα τον κουτσό Φλεβάρη!» της φώναξε χαιρέκακα η συκιά, κι άρχισε με τα γύρω δέντρα να την κοροϊδεύει. Κι η κοντοστούπα η τσιτόνια, πιο δυνατά από όλους, χαχάνιζε και ξεφώνιζε:
«Kοιτάτε πως ντύθηκε μες στο καταχείμωνο η τρελή! Στολίστηκε, καλέ, για χάρη του κουτσού Φλεβάρη!!!»
Θύμωσε ακούγοντάς τηνε ο γερο-Φλέβαρος. Το χέρι του σηκώνει για να την κάνει να πάψει, και τη χτυπάει, μα πάνω στ’ αγκάθια της τα δάχτυλά του τα τρυπάει και ματώνει. Με στάλες αίμα κόκκινο της γεμίζει τα κλαδιά. Όλα τα δέντρα βλέπουνε τώρα απορημένα δίπλα στην αμυγδαλιά με τα νυφικά την τσιτόνια στα κόκκινα ντυμένη.
Ο γέρο-Φλέβαρος κοιτώντας την όμορφη αμυγδαλιά σάστισε. Να φυσάει σταμάτησε.
Την πλησίασε δειλά δειλά με το κουτσό ποδάρι του, χαμογελώντας λίγο ντροπαλά.
Τέτοια ωραία κοπελιά ποτέ του δε φαντάστηκε πως θ’ άνθιζε για χάρη του. Γύρεψ’ απ’ τον ήλιο να βγει, λίγο να τη ζεστάνει. Κι από το βοριά να μη φυσήξει ολότελα και τηνε ξεγδύσει. Μόνο με το χιονιά δεν τα καλοσυμφώνησε.
«Εγώ», του ειπ’ αυτός «άλλο λευκό απ’ το δικό μου το ολόλευκο δε γνωρίζω κι ούτε το δέχομαι. Το καίω και το καταστρέφομαι. Να μη βιαζόταν να σου στολιστεί. Στ’ ολόασπρο παλτό μου μπορούσε ν’ αρκεστεί…»
Ο Φλέβαρος τον άκουε, αλλά δε συμφωνούσε. Καλά, λέγε ό,τι θες, μουρμούριζε και πίσω από τα πυκνά μουστάκια του κρυφογελούσε.
Την όμορφη νια και γυναίκα του θέλοντας να προστατέψει, με τον ήλιο να τα συμφώνησε δυο αχτίδες παραπάνω ζέστη για κείνη να ξοδέψει. Λίγες ηλιόλουστες ακόμη ημέρες να της δώσει, κάτι απ’ τους καρπούς της, αν χιονίσει, να περισώσει.
Και τα κατάφερε σαν τον καλό γερο-χειμώνα, που ‘καμε δώρο στην αλκυόνα δυο τρεις ημέρες λιόλουστες, ζεστές, στου Γενάρη τις άγριες παγωνιές. Κι η μικροπαντρεμένη αμυγδαλιά την καλοσύνη του γέρο-άντρα της μ’ αγάπη αναγνωρίζει. Και από τότε, μοναχά γι αυτόν, μέσα στη βαρυχειμωνιά ολόκληρη ανθίζει…

🌱

Copyright © Μαριέλλη Σφακιανάκη All rights reserved
Το διήγημα περιλαμβάνεται στις «Ιστορίες από χώμα κι ασημόσκονη».
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα του 1890 του Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Περισσότερα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Οδυσσέας Ντεσάντ, Φώτης ΚατσιμπούρηςΤο μπλουζ της Κυριακής, Νατάσσα ΚαραμανλήΤο λίκνο της ζωής, Νίκος ΣυράκηςΟ πόνος της επιστροφής, Άγγελος ΜανουσόπουλοςΕκείνο το ταξίδι, Ανδρονίκη ΔακορούΣκόνη στο πρόσωπο, Νίκος ΙατρούHippie, P. Coelho
Ουμπούντου, Μάνθος ΣκαργιώτηςΟ τελευταίος χτύπος, Αλέξανδρος ΠετρόχειλοςΣύμφωνα Συμβίωσης Ουρανού και ΚόλασηςΗ φωνή μέσα μου, Κων. ΙωακειμίδηςΦιλήμων ο ερευνητής του μεταφυσικού, Ευάγγελος ΙωσηφίδηςΚλειδιά στο τραπέζι, Χ. ΜαστοροδήμουΤο βλέμμα του χάους, Μαγδαληνή Τσακάλωφ
Μάθε τον φόβο να νικάς, Βούλα ΠαπατσιφλικιώτηΦωτόστιχα, Νίκος ΒαρδάκαςΗ ζωή μου, μια εκκρεμότητα, Άντρη ΙωάννουΟι σκέψεις έστησαν χορό, Τζωρτζίνα ΚουριαντάκηΣτον Όλυμπο της Ζανζιβάρης, Δημήτρης Βαγενάς
Κόκκινη κλωστή δεμένη, Ζωρζ ΣαρήΜε το βλέμμα του Ομήρου, Ε.Α. Σαλβάρης
Το άρωμα της γυναίκας με τα μαύρα, Gaston LerouxΤα χρονικά της Ταμπου-Ρίας, Χρυσούλα ΔιπλάρηΑνεξίτηλες στιγμές, Καλλιόπη ΠαπουτσήPASSA TEMPO, Σύλβα ΓάλβαΦαντάσματα, Φώτης ΣκουρλέτηςΛοβοτομές τελευταίας τεχνολογίας, Ζωή ΓκαϊδατζήΟι Άγιοι τόποι του Σεμπάστιαν Λιαργκόβα