1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ο Μπίλλυ και η Αμαλία στο νησί * Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2019

Μια βραδιά μόνο ή η ιδρωμένη φανέλα

Άννης Παπαθεοδώρου
Τα μαλλιά του ήταν πλούσια, ίσια και ασπρόμαυρα, με το άσπρο να υπερτερεί, δίνοντας μια ασημένια απόχρωση στο κεφάλι του. Τα μάτια του ήταν καστανά και ο ίδιος αρκετά σκουρόχρωμος, μάλλον θα τον χαρακτήριζες μελαχρινό. Το πρόσωπό του ήταν ολόφρεσκο και ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το ασημένιο περίβλημα του κεφαλιού του. Ήταν ψηλός, λεπτός, με γυμνασμένο σώμα, χωρίς όμως κάτι φανταχτερό ή ιδιαίτερα εντυπωσιακό. Ήταν καλοβαλμένος.
Ήταν σαφώς νεότερος από εκείνη. Αυτό ήταν το πρώτο που σκέφτηκε.
Εκείνη σίγουρα δεν έδειχνε την ηλικία της. Στα νιάτα της ήταν μια πολύ ωραία κοπέλα. Και αργότερα ήταν μια πολύ ωραία γυναίκα. Και σήμερα, παρά τα 50κάτι της χρόνια, μέτραγε ακόμα θαυμαστές και κατακτήσεις.
Ψηλή, λεπτή, με ξανθό -του βορρά- μαλλί, μακρύ και ατημέλητο παρά την ηλικία της, με νεανικό σώμα και πανέμορφα -κατά κοινή ομολογία- πόδια, εξακολουθούσε να είναι θηλυκό. Και μάλιστα ποθητό θηλυκό.
Είχε καταλήξει πως ο χρόνος -αδυσώπητος και αδηφάγος- το πρώτο που στερεί από μια γυναίκα είναι η θηλυκότητά της. Όσο γι’ αυτό δεν είχε παράπονο. Ο χρόνος, σ’ αυτό τουλάχιστον το κομμάτι, είχε φανεί στοργικός μαζί της.
Τον κρυφοκοίταξε ξανά. Πόσο νεότερός της ήταν άραγε; αναρωτήθηκε. Απροσδιόριστο… σκέφτηκε.
Ποτέ δεν τα πήγαινε ιδιαίτερα καλά με τα χρόνια. Ποτέ δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ηλικία κάποιου. Στο μυαλό της υπήρχαν παιδιά, νέοι, μεγάλοι και γέροι. Έτσι κατέτασσε τους ανθρώπους. Κάποια στιγμή πρόσθεσε τους έφηβους και αυτό ήταν όλο. Πέντε μόνο κατηγορίες ηλικιών. Αυτό υπήρχε γι’ αυτήν. Τον εαυτό της τον είχε ήδη κατατάξει στους μεγάλους. Εδώ και χρόνια. Και κάθε φορά που για κάποιο λόγο το ανέσυρε από την μνήμη της σκεφτόταν: «Δεν γέρασα ακόμα, γιατί όταν γεράσω δεν θα βάφω πια τα μαλλιά μου.» Τώρα έπρεπε να κατατάξει εκείνον. Βρέθηκε σε δίλημμα. Νέος ή μεγάλος; Που αρχίζει η νιότη ήξερε. Που τελειώνει όμως;
Σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε μία ακόμα φορά. Τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του, που ήδη - ποιος ξέρει από πότε- ήταν καρφωμένα πάνω της. Εκείνος της χαμογέλασε. Το ίδιο έκανε κι εκείνη. Ευχήθηκε να του είχε χαρίσει ένα ωραίο χαμόγελο και όχι απλά μια γκριμάτσα αμηχανίας. Ευχήθηκε οι ρυτίδες γύρω από τα χείλια της να μην είχαν φανεί έντονες και να μην είχαν στιγματίσει το πρόσωπό της.
Τον ξανακοίταξε. Εκείνος την κοιτούσε ακόμα. Ακόμα ή πάλι, δεν ήξερε. Ήταν σοβαρός και το ύφος του ήταν απόλυτα διερευνητικό και προβληματισμένο. Έτσι της φάνηκε τουλάχιστον. Στη θέα των ματιών της, αλάφρυνε. Της χαμογέλασε πάλι.
Αισθάνθηκε το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό της. Ήξερε πως δεν κοκκίνιζε ποτέ. Όμως η αίσθηση του αίματος, να κυκλοφορεί τόσο βίαια μέσα της, ανέβασε τους παλμούς της. Κι έπειτα, το ίδιο αίμα, μονομιάς, βρέθηκε να κυλάει στα άκρα της. Οι παλάμες της και τα πέλματά της ένοιωσε να ιδρώνουν.
Η διάλεξη κόντευε να τελειώσει. Κάθισε αναπαυτικά στη θέση της και αποφάσισε να προσηλωθεί σ’ αυτήν. Δεν μπορούσε. «Κι αν μου μιλήσει;» Σκέφτηκε. Αυτό όμως ήταν το καλό σενάριο. «Κι αν δεν μου μιλήσει;» Αυτή ήταν η πραγματική ερώτηση που έπρεπε να απαντηθεί.
«Σύνελθε!» είπε επιτακτικά στον εαυτό της. «Τόσοι άντρες εδώ. Τι σ’ έπιασε και κόλλησες σε έναν; Και μάλιστα εμφανώς νεότερο;» νευρίασε. Και τότε συνέβη κάτι. Κάτι εντελώς απροσδόκητο. Κάτι που είχε, απ’ όσο θυμόταν, πολλά χρόνια να συμβεί. Το αίμα άλλαξε κατεύθυνση και το αισθάνθηκε όλο στο υπογάστριό της. Ένας ελαφρύς πόνος την ταρακούνησε. Κι ύστερα μια ζεστασιά. Μια υγρή ζεστασιά κάπου ανάμεσα στα πόδια της. Το στομάχι της σφίχτηκε και η ανάσα της δυσκόλεψε ξαφνικά. Τα μάτια της θόλωσαν και δύο δάχτυλα έσφιξαν τα μηνίγγια της. Κι ύστερα, έτσι ξαφνικά όπως είχαν έρθει, όλα χάθηκαν.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε κουβέντα ανάμεσά τους. Μπορεί εκείνος να την είχε πλησιάσει και να την είχε ρωτήσει διάφορα πράγματα, όπως το «πως της φάνηκε η διάλεξη» ή «αν συνηθίζει να παρακολουθεί τέτοιου είδους θέματα» και εκείνη αντίστοιχα να είχε απαντήσει «καλή αλλά κουραστική» και «ναι την ενδιαφέρει το θέμα και ασχολείται», δεν θυμόταν. Στην πραγματικότητα καμία κουβέντα δεν έγινε ανάμεσά τους. Πάντως δεν έγινε με ειπωμένα λόγια. Έγινε όμως με την ευγλωττία των ματιών τους και την ευγλωττία των σωμάτων τους.
Εκείνος βύθιζε τα μάτια του στα δικά της κι εκείνη με τα δικά της που πέταγαν αμέτρητες σπιθίτσες, τα αγκάλιαζε και τα έκλεινε σφιχτά για να τα κρατήσει για πάντα, λες. Εκείνος ακουμπούσε το χέρι της -τάχα για να της δείξει κάτι- στέλνοντας γρήγορους παλμούς και ηλεκτρικές εκκενώσεις στο κορμί της, που έρχονταν και ενώνονταν με τους δικούς του παλμούς και δημιουργούσαν ένα υπέρογκα φορτισμένο ηλεκτρικά πεδίο.
Η πεταλούδα που φτερούγιζε μέσα της της ψιθύριζε μυστικά: «Έχει κι αυτός μέσα του μια πεταλούδα;» Υπέθετε πως ναι. Τα μάτια του αυτό έδειχναν. Δεν μπορούσε να επικεντρωθεί πουθενά, παρά μόνο στα μάτια του. Τα αυτιά της δεν υπάκουαν και οι λέξεις φάνταζαν φτωχές και ανούσιες. Δεν την ένοιαζαν οι ερωτήσεις του. Μόνο η ματιά του την ένοιαζε. Κι αυτός δεν φαινόταν να νοιάζεται για τις απαντήσεις της. Μόνο η αόρατη κλωστή που άρχιζε να τους τυλίγει φαινόταν να έχει σημασία. Η αόρατη κλωστή και το αόρατο πέπλο που άρχισε σιγά σιγά να τους καλύπτει και να τους κρύβει όλη την υπόλοιπη τριγύρω τους πραγματικότητα.
Την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στην έξοδο. Ύστερα την έπιασε αγκαζέ και κατέβηκαν μαζί τα σκαλιά. Το δεντράκι στην είσοδο φιλοξένησε το πρώτο τους φιλί. Δεν κατάλαβε πως έγινε. Ούτε πως, ούτε πότε, ούτε γιατί. Δεν υπήρχε πως, δεν υπήρχε πότε, δεν υπήρχε γιατί. Ήταν έτσι, ήταν πάντα, ήταν γι’ αυτό. Δεν χρειαζόταν καν να μιλήσουν. Δεν υπήρχε εξήγηση. Μα ούτε έψαχναν γι’ αυτήν. Δεν υπήρχε νόημα. Δεν υπήρχε σημασία. Δεν υπήρχε σκοπός. Ήταν έτσι. Ήταν αυτό. Ήταν όλο.
Αγκαλιασμένοι και χωρίς να μιλούν, έφυγαν.

Ήταν εκείνη η συνάντησή τους που θυμόταν τώρα. Την ανακαλούσε στη μνήμη της ξανά και ξανά.
Κι όμως… Υπήρχαν τόσα κενά… Τόσα πράγματα που δεν μπορούσε να επαναφέρει. Το μόνο που θυμόταν καλά, ήταν το φτερούγισμα. Το φτερούγισμα στο στομάχι, τα αδύναμα πόδια που δεν την στήριζαν κανονικά και την έκαναν να στηρίζεται πάνω του και την υγρή ζέστη στο κάτω μέρος του κορμιού της.
Εκείνος της πρότεινε να την συνοδεύσει. Εκείνη τον είχε οδηγήσει στο σπίτι της. Μετά, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, χωρίς περίσκεψη, χωρίς ντροπή, είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά του. Είχε παραδοθεί άνευ όρων στα χάδια του. Ένα έγιναν τότε. Ένα αισθανόταν μαζί του. Κι ο ύπνος ήρθε σωτήριος και τους λύτρωσε και τους δυο. Ύπνος ανέφελος, χωρίς όνειρα, χωρίς ελπίδες, χωρίς εφιάλτες. Ύπνος του δικαίου και της ανακούφισης.

Ξύπνησε αφού η μέρα είχε προχωρήσει ήδη πολύ. Κοίταξε έξω την λιακάδα. Έπειτα κοίταξε την αδειανή θέση δίπλα της στο κρεβάτι. Εκείνος έλειπε. Δεν ήξερε καν που ήταν. Δεν ήξερε καν αν υπήρχε. Δεν ήξερε καν αν είχε υπάρξει ποτέ. Η νύχτα όμως, αδιάψευστος μάρτυρας, είχε αφήσει σημάδια πάνω της. Κι εκείνος το ίδιο. Αυτό ήταν το μόνο που πρόδιδε πως η παρουσία του δίπλα της τη νύχτα ήταν πραγματική. Μα εκείνος έλειπε. Είχε φύγει από ώρα; Εκείνη δεν αντιλήφθηκε την αναχώρησή του. Και τώρα δεν την ένοιαζε καν.
Πήρε βαθιά εισπνοή. Και μετά έβγαλε με δύναμη τον αέρα από μέσα της. Τεντώθηκε να ξεμουδιάσει το κορμί της. Αναστέναξε. Αναστέναξε με ανακούφιση. Ανακούφιση ένοιωσε στην απουσία του. Χάιδεψε απαλά το πρόσωπό της, ψαχουλεύοντας τα απομεινάρια του χθεσινοβραδινού μακιγιάζ. Έπειτα έψαξε πάνω της για σημάδια της νύχτας που πέρασε και χαμογέλασε όταν τα βρήκε. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε ψηλά τον γαλανό ουρανό. Κι έπειτα σκέφτηκε εκείνον.

Μια μόνο βραδιά αρκεί. Μια μόνο βραδιά μπορεί και να φτάνει. Αρκεί να είναι ζωντανή. Αρκεί να είναι γεμάτη. Αρκεί να είναι αληθινή. Αρκεί να είναι γεμάτη έρωτα. Κι η προηγούμενη βραδιά ήταν αυτό ακριβώς γι’ αυτήν. Ήταν αληθινή. Δεν χρειαζόταν διάρκεια. Δεν χρειαζόταν περισσότερο χρόνο. Αρκούσε για να την γεμίσει για τον υπόλοιπο χρόνο που της έμενε. Όσος κι αν ήταν αυτός. Πόσες και πόσες σχέσεις είχε περάσει στη ζωή της… Πόσες αγάπες και πόσοι έρωτες που είχαν διαρκέσει πολύ… Που είχαν κρατήσει παραπάνω… Παραπάνω απ’ όσο έπρεπε… Παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν… Τόσο παραπάνω, όσο έπρεπε για να λιμνάσουν, όσο έπρεπε για να φθαρούν, όσο έπρεπε για να πεταχτούν σε κάποιο απόμερο ντουλαπάκι της μνήμης. Ίσα ίσα για να υπάρχουν καταγεγραμμένοι.
Όμως όχι αυτός! Όχι αυτή η σχέση! Αν μπορούσες να την πεις σχέση… Η σχέση της μιας βραδιάς... Η σχέση που τόσο έχει κατηγορηθεί από την λογοτεχνία, από την ποίηση, από τα τραγούδια. Η σχέση που έχει θεωρηθεί μιαρή και βρώμικη. Ανούσια και περιστασιακή. Χωρίς αίσθημα και αγάπη. Η σχέση που ταιριάζει στους απελπισμένους, στους μόνους, στους προδομένους, στους άπιστους, στους αχόρταγους και στους λάγνους.
Έστρεψε τα μάτια της στο κρεβάτι. Τα σεντόνια ιδρωμένα και ανάκατα, μάρτυρες της βραδιάς, την κοίταξαν κι αυτά. Κι ύστερα, το μάτι της έπεσε στην φανέλα του. Αυτήν την φανέλα που εκείνος ξέχασε, προφανώς, να πάρει. Σηκώθηκε και την άγγιξε. Ήταν ιδρωμένη κι αυτή. Έπειτα την ακούμπησε τρυφερά στο μάγουλό της. Την μύρισε. Αυτό θα ήταν το τρόπαιό της. Την φίλησε τρυφερά. Ήταν αυτό το τρυφερό φιλί που δεν του έδωσε. Ήταν αυτό το φιλί που θα του έδινε τώρα. Ήταν το φιλί που θα του χρωστούσε σ΄ όλη την υπόλοιπη ζωή της. Θα τον θυμόταν. Η φανέλα του θα ξεκουραζόταν δίπλα της. Κι εκείνη θα έμενε για πάντα ερωτευμένη μαζί του...

🌹

Άννη Παπαθεοδώρου

Το έργο συμμετέχει στον 1ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό koukidaki.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας