1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι * Εν αμφιβολία ποιητές ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Έξι τίτλους των εκδόσεων Ελκυστής

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019

Η μοδίστρα

Λένας Μαυρουδή-Μούλιου
(Κάποιες δεκαετίες πριν…)

«Καλημέρα κ. Διομήδη. Μού είπε η μάνα να σου πω να μου δώσεις: μια μεγάλη μπομπίνα, με κλωστή τρυπώματος, ένα μασούρι κλωστή λευκή και ένα με μαύρη για την ραπτομηχανή μας την σίνγκερ (όνομα και πράμα. Αφ’ ης στιγμής αρχίσει το γάζωμα δεν σταματάει το τραγούδι της, πριμαντόνα την λέει η γιαγιά μου).
»Περίμενε δεν τελείωσα ακόμα.
»Ένα ψαλιδάκι των νυχιών, σίνγκερ και αυτό, βελόνες ραψίματος μεσαίου μεγέθους και τέλος ένα κουτάκι από τα μεγάλα σου, καρφίτσες».
«Συγγνώμη βρε Αμαλίτσα που ρωτώ, μα τι τις κάνετε τις τόσες καρφίτσες; Πριν καναδυό βδομάδες δεν ήταν που πήρατε δύο κουτιά;»

«Θα έρθει αύριο σπίτι μας να ράψει η κυρά ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ και όλα τούτα που σού είπα είναι δικιά της παραγγελιά-διαταγή και τα σκυλιά δεμένα!»
«Και τι τις θέλει τις τόσες καρφίτσες η γνωστή ιέρεια της haute couture βρε Αμαλίτσα μου; Αυτό σε ρώτησα».
«Παραξενιά. Μία από τις πολλές της κυρ Διομήδη μου. Να πούμε λοιπόν ότι καρφιτσώνει φυσιολογικά το ρούχο που θέλει ε; Όταν έρθει η στιγμή του ξεκαρφιτσώματος αντί να τις αποθέσει, (τις καρφίτσες, γι’ αυτές μιλάμε έτσι;) σε ένα μέρος όπως κάνει όλος ο κόσμος, είτε είναι της haute couture είτε της παρακατιανής ραπτικής, αυτή τις πετάει πάνω από τον ώμο της σε ρυθμό πολυβόλου όπλου και αλίμονο σε όποιον διανοηθεί να σκύψει και να μαζέψει από το πάτωμα που γεμίζει καρφιτσομάνι, μερικές. Είναι ικανή να αφήσει το ράψιμο στη μέση και να την κάνει. Οπότε και μεις για να μη μας βγάλει από τα τεφτέρια της (το fb θα αργούσε να εφευρεθεί ακόμη για να μας μπλοκάρει δια παντός) αναγκαζόμαστε να συμμορφωθούμε στις επιταγές της».

Μα μια ημέρα που δεν θα την ξεχάσω όσο ζω, η μεγαλομοδίστρα μας, που όσο μπόι τής έλειπε τόσο μεγάλο ταλέντο ραπτικής ήταν, πηγαίνοντας να πάρει τον καφέ που της σέρβιρα με τελετουργικό τρόπο, με τα μουστοκουλουράκια της και ένα ποτηράκι κονιάκ -ούτε σε μνημόσυνο να ‘μαστε, μακριά από μάς θεέ μου- γλιστράει πάνω στο παχύ στρώμα από καρφίτσες και όλος ο ζεματιστός καφές με τα συνοδευτικά του χύνεται πάνω στο έξοχο ταγιέρ που φορούσε, γιατί θα πήγαινε μετά από μας σε ένα meeting (να δεις πώς το έλεγαν τότε;) και γίνεται το ρούχο της για 40 ειδικούς που μιλούν για το skip! Είχαμε μεν δράματα, διακόπηκε η ραπτική, μα το τι το φχαριστήθηκα δεν λέγεται. Θαρρείς και οι χιλιάδες καρφίτσες πήραν το… αίμα τους πίσω για την γενοκτονία τους και σε μια εποχή βέβαια οικονομικής κρίσης που επακολούθησε τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο και τον Εμφύλιο.
Το θυμάμαι και με πιάνουν τα γέλια να ‘ναι καλά η κ Χαρίκλεια όπου και αν βρίσκεται τόσο αυτή όσο και η ψυχοκόρη της βοηθός της, με τα ωραιότερα χείλια που είχα δει σε κορίτσι.

Ειρήσθω εν παρόδω, ότι την εποχή εκείνη την όχι και τόσο πια μακρινή, η μοδίστρα κατ’ οίκον ήταν κάτι σαν τον οικογενειακό μας γιατρό, απολύτως απαραίτητη. Ρούχα πρετ α πορτέ δεν υπήρχαν και περιοδικά μόδας σαν το ΜΠΟΥΡΝΤΑ και άλλα του είδους, ήταν απαραίτητα σε κάθε σπίτι. Όταν τα πρετ α πορτέ έκαναν την εμφάνισή τους, η οικιακή μοδίστρα σιγά σιγά άρχισε να παίρνει την κατιούσα, μέχρι που εξαφανίστηκε όπως τόσα και τόσα άλλα επαγγέλματα.
Ερχόταν λοιπόν η μοδίστρα στο σπίτι, πιάνοντας δουλειά πρωί πρωί και μαζί με αυτήν όποιο μέλος της οικογένειας έπιαναν που λένε τα χέρια του και αυτό ήταν προς όφελος του πελάτη, γιατί και η δουλειά φτουρούσε και η μοδίστρα έκανε πιο εποικοδομητική δουλειά αποφεύγοντας την λάντζα και το χάσιμο του πληρωμένου χρόνου της…
Ένα τέτοιο μέλος ήταν η αδερφούλα μου που μας έφυγε νωρίς, και που αν και μικρό παιδί οι μοδίστρες υπολόγιζαν πολύ την προσφορά της, χρυσοχέρα την αποκαλούσαν και ήταν. Ελόγου μου, έκανα κανένα καρίκωμα και κανένα στρίφωμα στην καλύτερη περίπτωση!
Η κυρία Χαρίκλεια το λοιπόν μπορεί σαν μοδίστρα να ήταν άψογη και άριστη μα έτσι και σ’ έπιανε η γλώσσα της καλύτερο το ’χες να έτρωγες από τα χεράκια της κόκκινη καυτερή πιπεριά, από κείνες τις μικρές που στόλιζαν τις γλάστρες της αυλής μας. Τόσο αυτή, όσο και άλλη μια στο χωριό μας συναγωνίζονταν ποια θα βγάλει από το στοματάκι της το πιο πολύ δηλητήριο για άτομα που έπεφταν στην δυσμένειά τους, φόβος και τρόμος και λίγα λέω. Η δε παραξενιά στο φαγητό της πρώτης, για όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου.
Θυμάμαι μια φορά, πριν ακόμη μάθουμε τα χούγια της, η μάνα έκανε γεμιστά για τα οποία ήταν υπερήφανη για την Σμυρναίικη συνταγή τους. Έβαλε ακόμη μεγαλύτερο μεράκι και δεξιοτεχνία για να συναγωνιστεί την άριστη μοδίστρα μας και να γίνουν πιο ζεστές οι σχέσεις μας που άρχιζαν τότε.
Σερβίρει η μάνα στο καλό μας σερβίτσιο για να την τιμήσει και στο τραπέζι εκτός του φαγητού, διάφορα ορντέβρ και παγωμένη μπυρίτσα τυλιγμένη με πάλλευκη πετσέτα μέσα από την καλή μας σαμπανιέρα. Η μάνα όπως πάντα, το μόνο που περίμενε να ακούσει ήταν "μπάβο Μαρίτσα τρέλα το φαγητό σου". Αυτή ήταν η επωδός των γευμάτων της από τους τυχερούς συνεστιαζόμενούς μας. Αντ’ αυτού βλέπει την "κοντή" να αφήνει με θόρυβο το πιρούνι στο πιάτο της, το ίδιο και η ψυχοκόρη βοηθός της, να σηκώνεται από το τραπέζι και να λέει κατακόκκινη σαν παντζάρι και τελείως απαξιωτικά: «στη δουλειά μας τώρα»...
Τα είχαμε όλοι χαμένα. Δεν ξέραμε τι έφταιξε για να δούμε τέτοια συμπεριφορά που λίγο κρατήθηκα να μην τις διαβολοστείλω μάνα και κόρη που την είχα κάνει και φίλη μου μετά από πίεσή της, που ναι μεν ήξεραν να ράβουν ρούχα όχι όμως και το στόμα τους.
Η μάνα μετά βίας συγκρατώντας τον εαυτό της για να ανταποδώσει την αγένεια ρωτά μαλακά: «μα τι έγινε ω Θεοί του Ολύμπου και όλης της Χριστιανοσύνης Ορθόδοξης, Καθολικής και λοιπών Αιρέσεων; Δικαιούμαι μιας απάντησης το λιγότερο».
«Μα χριστιανή μου, μιας και επικαλείσαι την Χριστιανοσύνη, να σε ρωτήσω, βάζεις ΖΑΧΑΡΗ ΣΤΑ ΓΕΜΙΣΤΑ;»
«ΌΣΟ ΠΑΤΑΕΙ Η ΓΑΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΤΗΝ ΑΨΑΔΑ ΤΗΣ ΤΟΜΑΤΑΣ» απαντά η μάνα που άρχισε να καταλαβαίνει τι συνέβη.
Σηκώνεται και εκείνη από το τραπέζι και πετάγεται μέχρι το κρεοπωλείο της γειτονιάς. Αγοράζει τρία κιλά παϊδάκια, τα βάζει στο γκρίλ τα βάζει στο τραπέζι και λέει:
«Ορίστε κυρά μου, φάε αυτά, που σου ορκίζομαι δεν έχουν παρά μόνο αλατοπίπερο και λεμόνι. Φάε, γιατί νηστικό αρκούδι δεν χορεύει ως γνωστόν».
Οι αθεόφοβες μήτε την ειρωνεία κατάλαβαν, μήτε την απρέπειά τους. Θέρισαν τα παϊδάκια και έγιναν οι καλύτερες φίλες μας! Εννοείται ότι οσάκις ερχόταν για ράψιμο άλλο από παϊδάκια δεν τούς ετοίμαζε η μάνα. Ούτε και αυτόν τον σαρκασμό εννόησαν. Αν και υποπτεύομαι ότι τις συνέφερε να κάνουν τις ανήξερες μιας και τα μπριζολάκια ήταν το καλύτερό τους. Δεν ξέρω ποιος δούλευε ποιον. Ας είναι. Τύποι αυτής της συνομοταξίας γυναικών πάντα με προβληματίζουν. Η Σχολή της Έλσας Μάξουελ στην κριτική και αλίμονο σε όποιον πάρει το στόμα τους η μπάλα.
Έτσι και η μοδίστρα μας. Έτσι και έπιανε το στόμα της πελάτισσα, καλύτερα να εύρισκε τρύπα να …τρουπώσει για να γλιτώσει την χλεύη και το ξεκατίνιασμα από τις κουτσομπόλες καλοθελήτριες.

«….Τι να σου πω κυρ Διομήδη μου εγώ, αν π.χ. την άκουγα να λέει λόγια καλά για μένα, θα προβληματιζόμουνα έτι περισσότερο μη και κρύβει το δηλητήριο της βαθιά στον λάκκο της φάβας της! Να σκεφτείς ότι έτσι και την συναπαντήσω στο διάβα μου κόβω λάσπη που λένε. Και εκείνη από την πλευρά της καμώνεται πως με βλέπει για πρώτη φορά. "Α, γουστόζικη η μικρή σας" λέει καγχάζοντας και μου κόβονται τα ήπατα».

Έλα που όμως τα έφερε έτσι η τύχη και με την ψυχοκόρη της γίναμε οι καλύτερες φίλες για ένα φεγγάρι, με λάτρευε και γω το ίδιο. Δεν ξέρω αν η μοδίστρα μας είδε με καλό μάτι την φιλία μας, εμείς την αγνοήσαμε και για όσο κράτησε, περάσαμε καλά!!!
Όταν πια έρχονταν σπίτι για δουλειά ήταν για μένα γιορτή.
Μού στοίχισε όταν διακόπηκε η φιλία μας όπως συνέβη με όλες μου τις φίλες, μα δεν γινόταν αλλιώς. Να ‘ναι καλά η μάνα της εκεί που είναι και η ίδια να ‘ναι καλά με την οικογένειά της. Αμήν…

👗

Copyright © Λένα Μαυρουδή-Μούλιου All rights reserved
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο της Linda Apple (On pins and needles, λάδι σε καμβά, Apple Arts)

Της ίδιας:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΈξι τίτλοι των εκδόσεων ΕλκυστήςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΕν αμφιβολία ποιητές, συλλογικό έργοΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας