1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Δεν έγινα ποτέ ήρωας

Βάιας Λαμπροπούλου

Έτος 1821. Σε εκείνα τα χρόνια είχαν οι άνθρωποι την ευκαιρία να γίνουνε ήρωες.
Ήταν τότε ο Γιώργος. Ο Γιώργος Στάφτης. Το επίθετό του δεν το έμαθε κανείς. Όλοι τον φωνάζανε ο Γιώργης ο Καπετάνιος. Στάφτη ήταν η γενιά τους. Πριν τον πόλεμο είχανε παραγωγή σταφίδας, την καλύτερη. Για τη γενιά τους λέγανε πως λόγω της σταφίδας ήταν δυνατοί και γεροί. Οι άνθρωποι της οικογένειας Στάφτη ήταν οι γηραιότεροι. Δεν πέθαιναν ποτέ. Ήταν ημίθεοι.
Στα χρόνια εκείνα όμως έγιναν αλλιώς τα πράγματα. Ο πόλεμος φούντωνε, η σκλαβιά τους έθαψε. Η σταφίδα, τα αμπέλια, τα χωράφια πήγαν στα χέρια των Τούρκων. Καημοί και πόνοι έκαναν τους «αθάνατους» να είναι «μελλοθάνατους». Η μητέρα του Γιώργη πέθανε νέα. Μόλις που τον είχε γεννήσει. Ψηλή γυναίκα, μελαμψή και όμορφη, έλεγε ο πατέρας του. Γλυκομίλητη μα και πεισματάρα. Την σκότωσαν οι Τούρκοι. Δεν θέλησε να τους κάνει τα χατίρια και «μπαμ» τη σημάδεψαν με όπλο στον κρόταφο για παραδειγματισμό. Για αυτούς ο Έλληνας δεν είχε αξία καμία. Άλλους συγγενείς εκτός από τον πατέρα του, Κωνσταντίνο, δεν είχε στο νησί. Πάει το μεγάλο σόι και οι ιστορίες για τις χαρές και τα γλέντια που τα λέγανε κάθε βράδυ για να κοιμηθούν τα μικρά. Σχεδόν σαν παραμύθια τα έλεγαν πια. Δεν ήταν σίγουροι αν κάποιοι τα έζησαν κάποτε ή αν οι άνθρωποι ζούσανε πάντα σκλάβοι.
Ο πατέρας του ήταν καπετάνιος και αγωνιζόταν εναντίον των Τούρκων. Έκανε πολλές επιχειρήσεις επιτυχημένες. Δεν έλεγε και εκείνος το όνομά του. Καπετάνιο τον ανέβαζαν Καπετάνιο τον κατέβαζαν. Μαζί του είχε τον Γιώργη, από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Μέσα στα καράβια μεγάλωσε το παιδί. Σχεδόν νόμιζε πως δεν υπήρχε γη, ούτε χώμα ούτε βουνά και λαγκάδια. Είχε τον πατέρα του τον Καπετάνιο και του έδινε ύπαρξη το χαμόγελό του. Ο καπετάνιος είχε ένα χαμόγελο που άστραφτε ο ουρανός. Δυο μέτρα άντρας, μαύρος από τον ήλιο, λευκά μαλλιά και χαίτη, σαν του αλόγου λεία και δροσερή. Και όμως χαμογελούσε και έλεγε Δόξα τω Θεώ. Σαν είχε τον πατέρα του τον Καπετάνιο άλλο τίποτα δεν ζητούσε. Μαζί πολεμούσανε τους Τούρκους. Μαζί για τη Λευτεριά.

Μια φορά ο πατέρας του τον έκλεισε κάτω στο αμπάρι και πάνω γινότανε σφαγή. Πόλεμος. Σαν ήρθε μια αχτίδα φωτός από τη χαραμάδα, ήρθε ο πατέρας του να τον βρει. Ήταν γεμάτο αίματα και ο μικρός Γιώργης έβαλε τα κλάματα. Μα αυτός είπε πως δικό τους δεν ήταν το αίμα, αλλά του Τούρκου που έσωσε και τον έχει στις παραπάνω καμπίνες. «Μα πατέρα τους Τούρκους τους σκοτώνουμε», του ψέλλισε. «Τον πόλεμο σκοτώνουμε» είπε «όχι τους Τούρκους, πόσο μάλλον τους άμουσους». Είχε περιθάλψει ένα Τουρκάκι, κοντά δεκάξι χρονών. Σαν έγινε καλά, τον έδωσε πίσω σε ένα τουρκικό καράβι.
Εκείνο το παιδί το είχε στη μνήμη του σαν όραμα. Όμορφο και ψηλό, λεπτό όμως, πολύ καχεκτικό. Του δίναμε να τρώει το πιο πολλή φαγητό για να καρδαμώσει και κανένας δεν είχε αντίρρηση μπροστά στον καπετάνιο. Τα μάτια του είχαν φόβο και κάθε βράδυ ήθελε να πέσει στη θάλασσα. Ο καπετάνιος του μιλούσε με τα τουρκικά τα λίγα που ήξερε και του λέγε πως δεν κινδυνεύει. Αλλά που να πειστεί το παιδί! Το έβλεπε και ο καπετάνιος και τον γύρισε στους δικούς του. Δεν το πίστευαν οι Τούρκοι πως Γκρεκός γύρισε σώο Τούρκο στο καράβι το εχθρικό.
Μια μόνο φορά ήταν αποτυχημένη η επιχείρηση του πατέρα του Γιώργη. Και ήταν η τελευταία του. Τέλεψε και το παιδί μαζί του. Είχε μείνει μονάχο του. Πέθανε ο καπετάν Κωνσταντής σαν ήρωας. Σε μια επιχείρηση που είχανε την υπεροχή, ήρθαν ενισχύσεις για την τουρκική πλευρά και έγινε μεγάλη σφαγή. Έμπαιναν οι Τούρκοι σαν αρουραίοι στα καράβια τα ελληνικά. Μπήκε μπροστά ο πατέρας του, να μην σκοτώσουν άλλους δικούς του. Και έτσι έγινε. Θυσιάστηκε για όλο το καράβι. Ήταν ο γίγαντας με τα λευκά μαλλιά και την καλή καρδιά του. Και ο Σουλτάνος εζήτησε την καρδιά του. Την έχει λέει φυλαγμένη στο σεντούκι του, γιατί έδωσε παράδειγμα ανθρώπου και ας ήταν αλλόθρησκος. Τιμής ένεκεν.
Επιλογές στη ζωή ή στον θάνατο δεν είχε πια ο Γιώργης. Μία ήταν η πορεία του: Προς τον θάνατο. Έχασε το στήριγμά του, έχασε τη ζωή, έχασε τον ήλιο του.
Αποφάσισε να συνεχίσει αυτό που ο πατέρας του άρχισε. Να πολεμάει τον πόλεμο. Δεν είχε τίποτα να χάσει πια. Ήθελε να πάει στον πατέρα του, στον ουρανό, αλλά όχι με δειλία. Ήθελε να μάθουν όλοι την καλοσύνη του, τη δύναμή του, την ανθρωπιά του. Πείσμωσε. Είχε μοιάσει τη μάνα του σε αυτό. Πεισματάρα και επίμονη, έλεγε ο πατέρας του. Από αυτό έφαγε το κεφάλι της, έλεγε και ξαναέλεγε και έκλαιγε ο καπετάνιος. Αγαπούσε τον Θάνατο σαν τη ζωή πια ο Γιώργης. Του άφησε περηφάνια η ζωή, περηφάνια του άφησε και ο θάνατος. Ήρωας ήταν ο Πατέρας του και ήτανε ο ίδιος δίπλα του για να τα βλέπει όλα, να τα έχει στο μυαλό του και να τα γράψει κάποια στιγμή. Να τα γράψει για το παιδί του μεταπολέμου. Να δει πως τιμάνε τα νερά που θα ’ναι ελεύθερα για δαύτον.
Ο Γιώργης οργάνωσε πολλές επιτυχημένες ναυτικές επιχειρήσεις. Κατάφερε να νικήσει ένα μεγάλο μέρος του τούρκικου στρατού. Αυτό το κατάφερε με τον τρόπο των μπουρλοτιέρηδων. Ο μπουρλοτιέρης προσεγγίζει τα τούρκικα καράβια το βράδυ με μικρές βάρκες γεμάτες εκρηκτικά, τα πυρπολικά, τα ανάβουν και έτσι τα τούρκικα καράβια καίγονται. Όμως, η δουλειά του μπουρλοτιέρη είναι επικίνδυνη. Έπρεπε να προλάβεις να φύγεις από το πυρπολικό μόλις ανάψεις τα εκρηκτικά .Παρ’ όλα αυτά συνέχιζε να αγωνίζεται για τη λευτεριά του τόπου. Ήθελε να αναστήσει τον πατέρα του και τον αγώνα του. Τον ηρωισμό του που κηδεύτηκε μαζί με την τελευταία του μάχη. Ήθελε η θυσία του να μην πάει χαμένη. Δεν επιχειρούσε μόνο επικίνδυνες δράσεις. Έδωσε και όλα του τα υπάρχοντα στο λαό.
Έμαθε και γράμματα. Κάθε βράδυ που όλοι ησύχαζαν έπαιρνε χαρτιά και μελάνι και δοκίμαζε, και προσπαθούσε να μάθει τα φωνήεντα και σύμφωνα. Κάθε μέρα έφερνε από το πλήρωμα όποιον ήξερε κάποιο από τα γράμματα και τη γραφή και λίγο-λίγο, έμαθε το αλφάβητο. Πόσα του στέρησε ο πόλεμος. Αγάπαγε τα βράδια. Δεν έβλεπε την ώρα να κοιμηθούν όλοι και δίπλα στο λιγοστό φως να γράφει. Να αραδιάζει στο χαρτί σκέψεις και αισθήματα, εικόνες από τη ζωή, τη μάχη και το θάνατο .Έγραφε για τον Καπετάνιο, τον πατέρα του. Και αυτός ήταν έτσι κάθε βράδυ πλάι του και του ‘λέγε ιστορίες και του χαμογελούσε. Αν δεν ήταν ο πόλεμος θα ήτανε γραφιάς.

Μια νύχτα πήρανε απόφαση να χτυπήσουνε τους Τούρκους, που ρήμαζαν τα νησιά. Κέρδιζαν στο Αιγαίο. Είχε τη σκέψη να πολεμήσουν κατευθείαν το μεγάλο και κεντρικό τους καράβι. Κίνηση ματ. Αν τα καταφέρνανε θα αποδυναμώνανε τον τουρκικό στρατό και η ήττα θα τους έριχνε το ηθικό. Το σχέδιο είχε ρίσκο. Μα ο Γιωργής γεννήθηκε για τα δύσκολα. Πίστευε πως θα τα κατάφερνε.
Δεν έρχονται όμως όλα όπως τα θέλουμε στη ζωή. Μέσα στο πλήρωμα του καραβιού υπήρξε ο Μπάμπης ο καροτσέρης. Έσερνε όλη την ημέρα ένα καρότσι, το βράδυ κοιμόταν πάνω στο καρότσι. Δεν τον είχανε για επικίνδυνο. Σχεδόν στα γραπτά του Γιώργη δεν υπήρχε, αυτό θα διαπιστώσει και ο αναγνώστης των γραπτών του στο αύριο. Σαν να φύτρωσε μέσα στο καράβι. Είχε τόσα μούσια πάνω του που έμοιαζε με ζωόμορφο τέρας παρά με άνθρωπο. Όμως ο Μπάμπης έκανε καλά τη δουλειά του. Περίεργος άνθρωπος. Σκυφτός πάντοτε. Μήτε τα μάτια του δεν είδανε ποτέ. Μήτε τη φωνή του ακούσανε. Σκυλί στη δουλειά. Ότι του έλεγες το ‘καμε. Έτρωγε λιγοστά και ποτέ δεν έπινε μια γουλιά κρασί. Μήτε νερό δεν έπινε. Σαν να μην ήταν ανθρωπινός, σαν να ήταν αερικό. Βρε τον Μπάμπη τον καροτσέρη, πόσο καλά ήξερε το κρυφτό.
Την ημέρα εκείνη ο ουρανός δεν είχε ήλιο .Θα βγάλει αργότερα, σκέφτηκε ο Γιώργης. Μα σύννεφα περιτριγύριζαν όλη την ημέρα τον στόλο. «Κακός οιωνός καπετάνιε», έλεγε το πλήρωμα. « Τι τα θέλετε και μετράτε τη μοίρα», αποκρινόταν ο Γιώργης. «Τέτοια είναι όλη η ζωή μας, μαύρη και κακότυχη, τώρα θα φοβηθούμε;» τους έλεγε για να τους ανυψώσει το ηθικό. Πέρναγε βαριά η μέρα, αυτό ήταν αλήθεια. Έγραψε την τελευταία λέξη πριν σηκωθεί για τη μάχη στο μουχλιασμένο χαρτί. «Παύσατε». Αυτό έγραψε. Σταμάτησε για εκείνη την ημέρα τα γραπτά, αύριο πάλι , σκέφτηκε με το νου του και έκανε το σύμβολο του σταυρού με τα τρία δάχτυλα πάνω του. Ένα πουλί ακούστηκε να κοάζει ή το φαντάστηκε, δεν ξέρουμε όμως.
Ήρθε το σούρουπο. Κόντευε η ώρα. Είχε κέφια ο Γιώργης και σιγομουρμούρισε έναν σκοπό. Μωρέ που το θυμότανε; Ξέχασε πότε το άκουσε ξανά.
Όταν ήταν έτοιμοι να πυρπολήσουνε τον στόχο τους, κανονιοβολισμοί ακούστηκαν κυκλικά και χτύπησαν το καράβι τους. Δεν κατάλαβαν τι έγινε. Όλοι έκαναν ότι μπορούσαν να σώσουνε τις ζωές τους, την επιχείρηση, το πλοίο. Κανείς δεν τα παράτησε. Ενωμένοι σαν μια γροθιά. Μια βάρκα φάνηκε να φεύγει από το καράβι λίγο πριν βυθιστεί για πάντα. Ήταν η βάρκα του Μπάμπη του καροτσέρη, που πρόδωσε στους Τούρκους τα σχέδια των Ελλήνων. Πρόδωσε τα όνειρα και τη Λευτεριά.
Έτσι τελείωσε η ζωή του Γιώργη. Βυθίστηκε για πάντα στη θάλασσα. Και δεν θέλησε μήτε δόξες μήτε δάφνες και ποιήματα. Τα γραπτά του βρέθηκαν μετά από πολλά χρόνια στα λεύτερα νερά του Αιγαίου, δίπλα στη Σίφνο. Τη Σίφνο δεν τη γνώριζε και ας όργωσε όλο το αιγαίο για τη λευτεριά . Αγαπούσε κάθε πιθαμή του Αιγαίου. Κάποια αλλοιωμένα, κάποια ακαταλαβίστικα. Όμως αυτός που τα βρήκε ήταν μερακλής. Τα ’φτιαξε βιβλίο και όλοι διάβασαν τις ιστορίες του Καπετάνιου. Και έγινε ο πατέρας του ήρωας, όπως του άξιζε. Ο ίδιος όμως δεν έγινε ποτέ ήρωας. Μα βλέπει της λευτεριάς το άρωμα στον κόσμο και χαίρεται η καρδιά του.
Θέλει και εσείς να μάχεστε για την ελευθερία, το σωστό και το δίκαιο. Να χαίρεστε και να μαθαίνετε γράμματα. Δικαίωμά σας είναι και όχι υποχρέωση. Αυτό θα ήθελα και ο Γιώργης. Να είστε ευτυχισμένοι. Κι ήμουνα και εγώ εκεί και τώρα που τ’ ακούσατε, παλαμάκια κρούσατε.


Βάια Λαμπροπούλου
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

2 σχόλια:

  1. Δεν έγινα ποτέ ήρωας. Υπέροχο! Συγχαρητήρια. Καλή επιτυχία.

    Με εκτίμηση,
    Σοφία Μπέση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Παραμύθι για μικρούς και για μεγάλους. Πολύ ωραίο Βαϊτσα! Καλοτάξιδο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας