1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Η μηχανή της γνώσης

Μανόλη Λαμπράκη

Το κτήριο του Γυμνασίου είναι πάνω ακριβώς από τη Λίμνη. Ένας απότομα ανηφορικός δρόμος ανεβαίνει παράλληλα και σε μια στροφή είναι το μεγάλο πολύβουο κτήριο. Όταν περνάς απ’ έξω, ακούς πάντα χαρούμενες φωνές παιδιών.
Η Αννούλα μαθήτρια γυμνασίου, ανέβαινε νωχελικά και κουρασμένα τον ανήφορο, ένα γαλήνιο Φθινοπωρινό πρωινό για να πάει στο σχολείο της. Η βαριά τσάντα της την εμπόδιζε να κάνει μεγάλα βήματα και την τραβούσε προς τα πίσω. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν οκτώ παρά δέκα. Έχω λίγο καιρό σκέφτηκε κι ακούμπησε τη βαριά τσάντα της σ’ ένα πεζούλι στην άκρη του δρόμου.
Πήρε να κοιτάζει από ψηλά την Λίμνη. Έμοιαζε μια μεγάλη λακκούβα γαλάζιο νερό Οι βάρκες ολόγυρα σαν κρασοπότηρα και τα σπίτια από κάτω σαν μεγάλες κούτες παπουτσιών.
Οκτώβριος. Η Φθινοπωρινή βροχή είχε ξεπλύνει τον ανηφορικό δρόμο και τα δένδρα έσταζαν σαν μικρά ντουζ. Γαλήνη γύρω. Ούτε αυτοκίνητα δεν περνούσαν εκείνη την ώρα. Ένα λεπτό αεράκι φύσαγε κι έφερνε μαζί του την μυρωδιά του Φθινοπώρου. Στάθηκε μαγεμένη να κοιτάζει τα απέραντα νερά.
Πολλά ψάρια είχαν ανέβει στην επιφάνεια και φαίνονταν κοπάδια ολόκληρα να τρέχουν και να παιχνιδίζουν. Ένας μεγάλος Κέφαλος ξεχώριζε και κοίταζε προς το μέρος της. Λες και την κοιτούσε από μακριά.
-Έλα, έλα κοντά μου, άκουγε τη φωνή του.
Μαγεμένη λες, μέσα στην ηρεμία του Φθινοπωρινού πρωινού, κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες κι έφτασε στην επιφάνεια της Λίμνης. Ο Κέφαλος είχε πλησιάσει στην άκρη και τον παρατηρούσε καλά. Είχε ευγενική φυσιογνωμία και φορούσε ένα κίτρινο φουλάρι στο λαιμό του. Έλα, έλα μαζί μου…
Κοίταξε το ρολόι της κι είδε πως είχε ακόμη λίγη ώρα.
Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, πήδηξε μέσα στα νερά της Λίμνης.
Προχωρούσαν μαζί ο κέφαλος και το κορίτσι και όλο κατέβαιναν στα βάθη.
-Κυρ Κέφαλε, παράξενο πως αναπνέω, είπε σιγά.
-Ακουμπάς απάνω μου και δεν έχεις ανάγκη από αέρα, είπε και την κοίταξε με πλατύ χαμόγελο.
Η Αννούλα κοίταξε μαγεμένη γύρω της. Μπροστά της ξετυλίγονταν ένας κόσμος θαυμαστός και πρωτόγνωρος. Πολλά ψάρια κολυμπούσαν δίπλα τους. Άλλα μικρά, άλλα μεγάλα, χρωματιστά, γεμάτα ομορφιά.
Αθόρυβα κολυμπούσαν κι όλο κατέβαιναν βαθύτερα. Φόβο δεν ένιωθε.
Είχε γαλήνη μέσα της και ήταν ευτυχής. Αισθάνονταν τον κυρ Κέφαλο σαν λαμπρό καβαλιέρο, που της έδινε σιγουριά και αισιοδοξία.
Ένα δάσος θαλάσσια φυτά ήταν γύρω τους κι έμοιαζε να περπατεί μέσα σ’ ένα ονειρικό μέρος, χωρίς θορύβους μ’ όλα τα πλάσματα γύρω της χαρούμενα και γαλήνια. Ο Κέφαλος χαμογελούσε.
-Μα που πάμε, ρώτησε κάποια στιγμή.
- Θα δεις, έχε μου εμπιστοσύνη.
Στο βυθό ήταν μια μεγάλη βουλιαγμένη βάρκα. Ο Κέφαλος ανέβηκε πάνω. Το κορίτσι τον ακολούθησε και μπήκαν μέσα στην μικρή καμπίνα της.
Εκεί που τέλειωνε η καμπίνα είχε την είσοδο της μια μικρή σπηλιά.
Η Αννούλα κοίταξε για μια στιγμή δύσπιστα τον συνοδό της.
-Έλα, μην φοβάσαι, χαμογέλασε.
Μπήκαν μαζί στην σπηλιά. `Ένα μακρύ τούνελ οδηγούσε σ’ ένα μέρος που έμοιαζε με πολιτεία. Μικρά και μεγάλα σπίτια ήταν σκορπισμένα σε μια απέραντη έκταση. `Ήταν σπίτια, μα έμοιαζαν πιο πολύ με σπηλιές.
Εδώ είναι η μεγάλη Πολιτεία των Κεφάλων. Εδώ ζούμε όλοι χαρούμενοι και ευτυχισμένοι, είπε ο Κέφαλος.
Μεγάλα θαλάσσια δένδρα ήταν γύρω από τα σπίτια κι είχε την αίσθηση πως βρίσκονταν σε μια ιδανική Πόλη με μεγάλους δρόμους, και ευρύχωρες πλατείες. Έφτασαν μπροστά σ’ ένα σπίτι. Ήταν ίσως το μεγαλύτερο στην περιοχή.
-Εδώ ζει ο Βασιλιάς Κέφαλος, είπε ο συνοδός της. Πάμε να τον γνωρίσεις.
Ο Βασιλιάς Κέφαλος ήταν γοητευτικός και ευγενικός. Το κίτρινο φουλάρι του έμοιαζε μεταξένιο. Η όψη του ήταν γαλήνια και οι κινήσεις του ήταν αρχοντικές.
-Πολύ χαίρομαι που σε βλέπω Αννούλα. Έμαθα πως είσαι καλή κοπέλα.
Γιατί πρέπει να ξέρεις, όλα τα βλέπομε από μακριά. Κι όλα τα μαθαίνομε.
Τις προάλλες ήλθαν κάτι ψαράδες με αγκίστρια και απόχες κι ήθελαν να μας σκοτώσουν. Μα οι δικοί μου, τους έκλεψαν τα δολώματα και κανείς από μας δεν πιάστηκε στα αγκίστρια τους.
Εμείς αγαπάμε τα παιδιά. Τα βλέπομε κάθε μέρα να πηγαίνουν στο σχολείο.
Ακούμε τι λένε, ποια μαλώνουν μεταξύ τους.
Κι εσύ ξέρομε πως προσπαθείς. Πως είσαι καλή κοπέλα.
-Σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, είπε η Αννούλα, θαμπωμένη.
Κοίταζε γύρω της κι ένιωθε μαγεμένη μ’ όλη αυτήν την πρωτόγνωρη και μοναδική γι' αυτήν εμπειρία. Τα παιδιά του Βασιλιά Κεφάλου ήλθαν δίπλα της κι έπαιζαν με κάτι καλαμάκια πού 'βγαζαν φυσαλίδες από μέσα τους.
-Πάρε ένα, της είπε το μεγαλύτερο.
Μόλις φύσηξε το καλαμάκι ένα σύννεφο φυσαλίδες γέμισαν ως απάνω το σπίτι και έβγαιναν από το παράθυρο και γέμιζαν το βυθό κι απλώνονταν σ’ όλη τη μεγάλη Πολιτεία των Κεφάλων. Οι φυσαλίδες είχαν διάφορα σχήματα και μορφή, μεγάλες, μικρές άλλες τεράστιες. Έλαμπαν σαν μπάλες χριστουγεννιάτικου δένδρου, πολύχρωμες κι ήταν διασκεδαστικό να τις κοιτάζεις που σε λίγο διαλύονταν, αφήνοντας ένα μικρό θόρυβο. Ίσως σκέφτηκε να είναι αυτές οι φυσαλίδες, οι ίδιες που έβγαιναν από την Λίμνη προχτές που κοίταζα στην επιφάνεια της.
Ο Βασιλιάς Κέφαλος κάποια στιγμή πήρε ύφος περισπούδαστο και συνέχισε την κουβέντα του.
-Αννούλα μου, επειδή σε συμπαθώ και σ’ αγαπώ πολύ, θα σου χαρίσω τη μηχανή της γνώσης.
Έβγαλε από μια κούτα κάτι που έμοιαζε με μικρό κομπιούτερ.
-Φέρε μου ένα βιβλίο της είπε.
Η μικρή μαθήτρια θυμήθηκε πως είχε ακόμη την τσάντα κρεμασμένη στην πλάτη της. Έβγαλε το βιβλίο της Γεωγραφίας κι άνοιξε στο κεφάλαιο που τόσο την είχε την είχε παιδέψει την προηγούμενη μέρα. Ήταν δύσκολο και δεν το είχε μάθει καλά. Έδωσε στον Βασιλιά Κέφαλο το βιβλίο κι αυτός το ακούμπησε πάνω στη μηχανή της μάθησης και της γνώσης, στη σελίδα του δύσκολου χθεσινοβραδινού κεφαλαίου.
- Διάβασε το, είπε ο Βασιλιάς.
Η Αννούλα διάβασε το κεφάλαιο μια ανάγνωση κι αμέσως ένιωσε πως το είχε μάθει τέλεια. Γύρισε σελίδα και διάβασε και το επόμενο άγνωστο γι' αυτήν, κεφάλαιο. Πάλι ένιωσε πως το είχε μάθει τέλεια, με μια και μόνη ανάγνωση.
Κοίταξε τον Κέφαλο γεμάτη ευγνωμοσύνη. Αλήθεια θα μου χαρίσεις την μηχανή της γνώσης και της μάθησης;
-Ναι! είπε ο Κέφαλος γεμάτος ικανοποίηση Γιατί σε συμπάθησα τόσο πολύ. Η Αννούλα ένιωσε ευτυχία και ανείπωτη χαρά.
Δεν θα κουράζομαι καθόλου σκέφτηκε. Θα διαβάζω μια φορά κάτι και θα το μαθαίνω αμέσως. Σίγουρα θα παίρνω άριστα σε όλα τα μαθήματα.
Κοίταξε το ρολόι της. Έχω αργήσει και θα με ψάχνουν οι συμμαθητές μου, είπε κι η φωνή της έκρυβε ανησυχία. Τότε παρουσιάστηκε μπροστά τους ο Κέφαλος που την είχε συνοδεύσει στο βυθό. Πήρε την μηχανή της γνώσης και της μάθησης και την τοποθέτησε προσεκτικά στο κουτί της.
Αποχαιρέτησε χαρούμενη τα παιδιά του Κεφάλου και τον ίδιο.
Σας ευχαριστώ πολύ όλους, είπε. Όλοι την φίλησαν κι ο βασιλιάς Κέφαλος φαινόταν πως ήταν χαρούμενος και ικανοποιημένος που είχε ένα τόσο ξεχωριστό επισκέπτη.
Ακούμπησε πάνω στον ευγενικό συνοδό της με το κίτρινο φουλάρι και σιγά σιγά, απομακρύνθηκαν από την γαλήνια και όμορφη Πολιτεία. Πέρασαν το τούνελ κι έφτασαν στην βουλιαγμένη βάρκα. Αφού άνοιξαν το πορτάκι της καμπίνας βγήκαν στο βυθό και σε λίγο στην επιφάνεια της Λίμνης.
Η Αννούλα αποχαιρέτησε τον ευγενικό συνοδό της και στο δεξί της χέρι έσφιγγε με σιγουριά το κουτί της μηχανής της γνώσης και της μάθησης.
Πάτησε το πόδι της στη στεριά και κοιτάζοντας τα ρούχα της σκέφτηκε.
Παράξενο τα ρούχα μου δεν βράχηκαν καθόλου, παρ’ ότι έμεινα τόση ώρα μέσα στο βυθό. Άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά για να φτάσει στο δρόμο…

******

Και ξάφνου... ακούει μια φωνή, αισθάνεται ένα σκούντημα.
Ανοίγει τα μάτια της και βλέπει το χαμογελαστό πρόσωπο της μαμάς της.
-Ξύπνα Αννούλα. Ώρα να πας σχολείο.
Λίγο-λίγο συνειδητοποιούσε πως ήταν στο δωμάτιο της και πως την είχαν διακόψει από ένα τόσο γλυκό όνειρο.
Κρίμα, σκέφτηκε. Η μηχανή της γνώσης και της μάθησης, ήταν μόνο ένα γλυκό όνειρο. Η χτεσινή μέρα ήταν τόσο κουραστική και γεμάτη, κι αυτό το κεφάλαιο της γεωγραφίας, τόσο δύσκολο.
Από το ανοικτό παράθυρο, έμπαιναν η δροσιά και οι ανταύγειες του Φθινοπωρινού πρωινού.


Μανόλης Λαμπράκης
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας