Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Το διαγωνιστικό κομμάτι έχει ολοκληρωθεί και έχουν ανακοινωθεί οι νικητές. Έρχονται νεότερα για την έκδοση! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Γλυκιά μου Τίνα * Ένας ανεκτίμητος θησαυρός * Σουπάι: Η καρδιά του δαίμονα * Όλα γίνονται για κάποιο λόγο * Αντίο κύριε εισαγγελέα... * Μακροβίπερα * Ο ήχος των ορίων * Μην ξεχάσεις να αγαπάς * Προσπέρνα και ζήσε * Λύκοι στην πόλη * Όρκος στις φλόγες * Ο κατηραμένος όφις * Ο άντρας που κατάλαβε τις γυναίκες * Η φωτεινή πλευρά ενός γκρι ουρανού * Χρυσό αίμα ** Νουβέλες: Ο Σπινέλλι στον Κάμπο * Δυο νουβέλες: Το μαρμάρινο τραπέζι και Ο Μάικ ανακαλύπτει την Αμερική ** Ποίηση: Μετάβαση * Ειρμός Αιτιών * Ηχώ του όχι: Μες στον λαβύρινθο * Νότες Νοσταλγίας * Lacrimosa * Είναι αυτά τα τελευταία ποιήματα που γράφω για σήμερα * Πώς αγαπάν ένα χρυσόψαρο * Η γάτα του Σρέντινγκερ * Δρομείς χρωμάτων * Σκιαγραφήματα ** Άλλα: Τέσσερα βιβλία των εκδόσεων Θεοδόσης Αγγ. Παπαδημητρόπουλος * Ο Κεκλημένος ** Διηγήματα: Πουλιά κι Ανεμώνες * Το τραγούδι των Ινουίτ * Όταν κλείνω τα μάτια ** Παιδικά: Το μαγικό δάσος * Η μάγισσα Πολύχρωμη και ο μικρός ζωγράφος * Γήινοι και εξωγήινοι και το σβηστό φεγγάρι ** Βιογραφία και Τέχνη: Ο Δάσκαλος Σταύρος Μεταλληνός: Θα επικρατήσει το φως και Η τέχνη της προσωπογραφίας

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Η Κακοσκουφίτσα και ο καλός ο λύκος

Μαρίας Μακαρίδου


Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια σκανταλιάρα έφηβη που ζούσε μέσα στο δάσος μαζί με τον παππού της. Φορούσε πάντα ένα μαύρο σκούφο γιατί ήθελε να μοιάζει με τον αγαπημένο της ράπερ όπως έλεγε, ο οποίος έβγαζε την εικόνα του κακού παιδιού, γι' αυτό κι αυτή επέβαλε σε όλους να τη φωνάζουν "Κακοσκουφίτσα".
Ο παππούς της ήταν ένα καλοκάγαθο γεροντάκι, που ζούσε στο δάσος σε μια καλύβα συντροφιά με τη γυναίκα του, η οποία όμως πέθανε σχετικά νέα. Η κόρη του, η μητέρα της Κακοσκουφίτσας σκοτώθηκε σε τροχαίο με τον άντρα της και έτσι ο παππούς κατέληξε να μεγαλώνει μόνος του τ’ ορφανό εγγόνι του.
Της είχε μεγάλη αδυναμία και της έκανε όλα τα χατίρια, με αποτέλεσμα να την κακομάθει αρκετά. Δεν την τιμωρούσε ποτέ, μόνο πάντα της εξηγούσε γιατί η αταξία που έκανε δεν ήταν σωστή, όπως τότε που ξεπουπούλιασε τις κότες γιατί της άρεσε λέει να τις ακούει να κακαρίζουν τρομαγμένες. Της είπε τότε ότι ο Θεός μας έδωσε τα ζώα για να τα φροντίζουμε και να τα αγαπάμε και όχι για να τα τυραννάμε. Η Κακοσκουφίτσα όμως τον κορόιδεψε και δεν έδειξε ίχνος μεταμέλειας. Τα ίδια πάλι και όταν έβαλε φωτιά στα λουλούδια του κήπου. Τότε της είπε ότι οφείλουμε να σεβόμαστε τη φύση και όχι να την καταστρέφουμε, όμως αυτή πάλι δεν τον άκουγε. Τότε αυτός κλείστηκε στο καμαράκι του και προσευχήθηκε για πολλή ώρα, όπως έκανε συχνά.
«Όλο αυτό κάνει, σκέφτηκε η Κακοσκουφίτσα, κυρίως όταν δεν τον ακούω. Τι να κάνω όμως, αφού αυτό με διασκεδάζει; Αυτό δε θα ‘κανε άλλωστε κι ο Eminem;»
Καθώς η Κακοσκουφίτσα μεγάλωνε συνήθιζε να κάνει όλο και πιο πολλές βόλτες στο δάσος μόνη της. Ο καλός παππούς της όμως που τη νοιαζόταν, μίλησε μέσω της προσευχής του σ’ έναν λύκο που ερχόταν συχνά στην αυλή του για να τον ταΐζει και του ζήτησε να την προστατεύει και να γίνει σκιά της όπου κι αν πηγαίνει. Ο λύκος που καταλάβαινε την αγιότητα του γέρου, καθώς τα ζώα διαισθάνονται την αγάπη και εξημερώνονται μπροστά της υπάκουσε σιωπηλά, γλύφοντας του το χέρι. Από τότε την ακολουθούσε πάντα. Η Κακοσκουφίτσα άρχισε να εκνευρίζεται με την καινούργια κατάσταση.
-Τι μ’ ακολουθείς εσύ τώρα; Αυτό θα γίνεται; κι άρχισε να του πετάει πέτρες.
Ο λύκος έφαγε αρκετές και άρχισε να γρυλίζει λυπημένος, δεν έκανε όμως πίσω. Συνέχισε να την ακολουθεί.
- Α, εσύ πας γυρεύοντας μου φαίνεται!
Και ευθύς αμέσως άρχισε να καταστρώνει ένα βρώμικο σχέδιο.
Την επόμενη μέρα κουβάλησε μαζί της ένα μπουκαλάκι με βενζίνη.
Ξαφνικά προσποιήθηκε ότι σκόνταψε και άρχισε να φωνάζει βοήθεια. Ο λύκος ανησύχησε και έτρεξε κοντά της να τη βοηθήσει.
«Την πάτησες τώρα σα χάνος», σκέφτηκε αυτή και έπιασε την ουρά του, της έριξε βενζίνη και της έβαλε φωτιά. Ο λύκος άρχισε να τρέχει πάνω κάτω ουρλιάζοντας, προσπαθώντας να τη σβήσει.
Τελικά βρήκε μια λιμνούλα και κατάφερε να τη βουτήξει μέσα, γιατί αλλιώς το δίχως άλλο θα ‘χε καεί ολόκληρος. Κακόμοιρε λύκε, ακόμα κι η Κακοσκουφίτσα τον λυπήθηκε προς στιγμή.
-Αυτό, για να μάθεις να μη μ’ ακολουθείς, του είπε κουνώντας του επιδεικτικά το δάχτυλο. Μην το ξανακάνεις γιατί θα μπλέξεις ακόμα χειρότερα, μ’ ακούς;
Ο λύκος την κοίταζε από μακριά με την ουρά στα σκέλια, καθώς εκείνη άρχισε να απομακρύνεται. «Ουφ, επιτέλους ελεύθερη», συλλογίστηκε ανακουφισμένη.
Άρχισε όμως να σκοτεινιάζει και έτσι η Κακοσκουφίτσα αποφάσισε να επιστρέψει στην καλύβα. Στο δρόμο όμως συνάντησε μια τεράστια αρκούδα.
«Τι να κάνει τώρα; αναρωτήθηκε. Μάλλον έπρεπε να μείνει ακίνητη και να περιμένει να φύγει. Αχ, τι ήθελε κι έδιωξε το λύκο η τρελή;»
Η αρκούδα άρχισε να την πλησιάζει απειλητικά κι εκεί που πίστευε ότι είχε έρθει το τέλος της, ο λύκος πετάχτηκε ξαφνικά μέσα από τους θάμνους κι όρμησε στην αρκούδα. Μετά από μία σκληρή μάχη νικητής βγήκε ο λύκος, με αρκετές όμως πληγές.
-Καλέ μου λύκε, συγχώρα με! του είπε μετανιωμένη η Κακοσκουφίτσα. Και τι δε σου ‘κανα, σε πετροβόλησα, σε έκαψα σχεδόν ζωντανό, σ’ έδιωξα μετά μακριά κι όμως εσύ συνέχισες να μ’ ακολουθείς σαν πιστός φίλος και θα ‘δινες ακόμα και τη ζωή σου για να με προστατεύσεις, του είπε χαϊδεύοντας τον.
Ξαφνικά ξεπροβάλλει μπροστά τους ένας κυνηγός.
-Μη φοβάσαι μικρή μου! της λέει στρέφοντας το όπλο του προς τον λύκο. Τώρα πια δεν μπορεί να σε πειράξει αυτό το άγριο θηρίο, θα τον σκοτώσω.
-Μ η! φώναξε η Κακοσκουφίτσα και μπήκε μπροστά από το λύκο.
Ο κυνηγός δεν πρόλαβε να τραβήξει το όπλο και έτσι η σφαίρα βρήκε την Κακοσκουφίτσα στην καρδιά. Ο λύκος άρχισε να ουρλιάζει σαν να βρήκε αυτόν η σφαίρα, την άρπαξε, την έβαλε στην πλάτη του και άρχισε να τρέχει προς την καλύβα. Όταν έφτασαν, ήταν πια αργά. Ο γερός με δάκρυα στα μάτια διαπίστωσε πως ήταν πια νεκρή.
-Μαρία μου, καλό μου κορίτσι! έλεγε συνεχώς. Μη Θεέ μου, μη μου παίρνεις τη μονάκριβη μου, λυπήσου με!
Και κλείστηκε γρήγορα στην κάμαρά του, έπεσε στα γόνατα και έμεινε εκεί προσευχόμενος όλη την ημέρα. Ύστερα πήρε το σταυρό που είχε πάντα μαζί του και με τον οποίο είχε βοηθήσει πολύ κόσμο να γίνει καλά και τον έβαλε πάνω στην πληγή.
-Κύριε, γεννηθήτω το θέλημά σου, ικέτευσε τεντώνοντας τα χέρια του προς τον ουρανό και αμέσως η Μαρία άνοιξε τα μάτια της.
-Παππού! φώναξε κι έπεσε μες στην αγκαλιά του. Λύκε μου! Κι αγκάλιασε μαζί και το φίλο της. Πόσο χαίρομαι που είστε όλοι καλά!
-Κακοσκουφίτσα, μονάκριβη μου κόρη! Θαύμα! Σ’ ευχαριστώ
Κύριε!
-Όχι Κακοσκουφίτσα πια παππού είπε βγάζοντας το σκούφο της.
Τώρα πια μόνο Μαρία, τέρμα οι ράπερς, τέρμα οι φωτιές, τέρμα οι σκανταλιές. Τώρα πια μόνο αγάπη και σεβασμός. Α! Και προσευχή βέβαια.


Μαρία Μακαρίδου
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Όρκος στις φλόγες, Μαρίνα ΧρόνηΤέσσερις τίτλοι των εκδόσεων Θεοδόσης Αγγ. ΠαπαδημητρόπουλοςΛύκοι στην πόλη, Άννα ΜικροπούλουΔυο νουβέλες, Χρυσούλας Πατρώνου-ΠαπατέρπουΟ Σπινέλλι στον Κάμπο, Πάνος ΠαντελούκαςΣκιαγραφήματα, Ευγενίας Β. ΣιδέρηΟ ήχος των ορίων, Χρήστος Θ. Παπαδημητρίου
Πώς αγαπάν ένα χρυσόψαρο, Θάνος ΚαπλάνηςΕίναι αυτά τα τελευταία ποιήματα που γράφω για σήμερα, Θ. ΟρφανίδηςΚαραϊσκάκης: Ο παρεξηγημένος ήρωας, Γιάννης ΚωσταράςΠροσπέρνα και ζήσε, Φίλη ΝτόγκαΗ φωτεινή πλευρά ενός γκρι ουρανού, Νίκου ΑντωνίουΔρομείς χρωμάτων, Αναστασίας ΔούσηΜην ξεχάσεις να αγαπάς, Χαρά Ανδρέου
Γήινοι και εξωγήινοι και το σβηστό φεγγάρι, Ευαγγελίας ΤσαπατώραΧρυσό αίμα, Θεόφιλου Γιαννόπουλου
Ο άντρας που κατάλαβε τις γυναίκες, Στέργου ΚαλλιγάΟ κατηραμένος όφις, Πέτρος ΕυαγγελόπουλοςΟ Κεκλημένος, Ελένη ΣέννοιαΌταν κλείνω τα μάτια, Γιώργου ΜεσολογγίτηΗ γάτα του Σρέντινγκερ, Τζωρτζίνα Κουριαντάκη