1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Καραμελένια

Κωνσταντίνας Τσουκαλά


Τα μαύρα πυκνά σύννεφα είχαν σκεπάσει τον ουρανό και οι σταγόνες της βροχής χτύπαγαν με μανία το μικρό σπιτάκι. Η Καραμελένια καθόταν μπροστά στο σβηστό τζάκι και έσφιγγε επάνω της μια χοντρή κουβέρτα προσπαθώντας να ζεσταθεί. Το κορμί της βρισκόταν στο παρόν, το μυαλό της όμως ταξίδευε στο πρόσφατο παρελθόν.
Μια μέρα σαν τη σημερινή, πριν από δύο μήνες, που τα στοιχεία της φύσης έκαναν έντονη την παρουσία τους,έχασε τους γονείς της. Νωρίς το πρωί είχαν μπει στη βάρκα τους για να ανοιχτούν στο πέλαγος και να ψαρέψουν. Τα ψάρια ήταν το κύριο φαγητό που υπήρχε πάντα στο τραπέζι τους και η πώληση τους τους έδινε χρήματα για να μπορούν να ζουν. Ο καιρός σύντομα και αιφνίδια άλλαξε και η μικρή βαρκούλα τσακίστηκε στα βράχια παρασέρνοντας τους γονείς της στο βυθό.
Η Καραμελένια ήταν πλέον μόνη της στον κόσμο, χωρίς χρήματα και χωρίς την υποστήριξη και την αγάπη των δικών της ανθρώπων. Το μυαλό της έβγαλε καινούριο εισιτήριο και συνέχισε το ταξίδι του στο μέλλον που σίγουρα δεν διαγραφόταν λαμπρό. Πώς θα ζούσε από 'δώ και πέρα; Πού θα έβρισκε χρήματα; Πως θα άντεχε την απουσία αυτών που αγαπούσε;
Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της και παρακάλεσε με όλη τη δύναμη της ψυχής της την αγαπημένη της μανούλα να τη βοηθήσει. ″Στείλε ένα μήνυμα μανούλα μου, πες μου τι να κάνω″ ψιθύρισε.

Άνοιξε τα μάτια της και στο βρεγμένο τζάμι του παράθυρου είδε τη μορφή μιας νεράϊδας. Ξανάκλεισε τα μάτια της και σκέφτηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να βλέπει νεράιδες γιατί δεν υπήρχαν. Όταν άνοιξε τα μάτια της για δεύτερη φορά η νεράιδα ήταν ακόμη εκεί και της χαμογελούσε.Ήταν πολύ όμορφη με ξανθά μακριά μαλλιά και φορούσε ένα υπέροχο γαλάζιο φόρεμα κεντημένο με αστραφτερά ασημένια αστέρια.
Η νεράιδα την πλησίασε και της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά.″Γιατί είσαι στεναχωρημένη γλυκιά μου;″τη ρώτησε με τη μελωδική φωνή της. Η Καραμελένια της εξήγησε τι είχε συμβεί στη ζωή της. Ξαφνικά μια μεγάλη φωτιά άναψε στο τζάκι και μια κούπα ζεστό γάλα εμφανίστηκε στο τραπέζι.
Η νεράιδα κάθισε σε μια καρέκλα απέναντι της και της είπε χαμογελώντας. ″Καραμελένια, μην εστιάζεις στο παρελθόν. Ότι έγινε στο παρελθόν δεν μπορείς να το αλλάξεις και έγινε για κάποιο λόγο που εσύ αγνοείς προς το παρόν αλλά ίσως τον καταλάβεις στο μέλλον. Μην προεξοφλείς το μέλλον σου, αυτό εξαρτάται από αυτά που θα κάνεις στο παρόν. Έχεις πολλά πράγματα στη ζωή σου για τα οποία πρέπει να είσαι ευγνώμων. Έχεις αυτό το σπίτι,το οποίο μπορεί να είναι μικρό και φτωχικό, σε γλυτώνει όμως από το κρύο και τη ζέστη και από πολλούς κινδύνους που υπάρχουν εκεί έξω. Έχεις ένα μικρό κήπο που σου δίνει λαχανικά και χορταίνεις την πείνα σου και έχεις και το όνομα σου″.
″Το όνομα σου το πήρες από τη γιαγιά σου,έτσι δεν είναι;″
″Ναι,το πήρα από την πολυαγαπημένη μου γιαγιά.″ αποκρίνεται η Καραμελένια.
″Για σκέψου λοιπόν,σε τι ήταν καλή η γιαγιά σου; Τι σου κληροδότησε εκτός από το όνομα της;″
Η Καραμελένια μισοκλείνει τα μάτια της σε μια προσπάθεια να θυμηθεί. ″Έφτιαχνε πολύ ωραίες καραμέλες″ λέει έκπληκτη για το ότι το είχε λησμονήσει.
″Και εσύ τη βοηθούσες και τα κατάφερνες μια χαρά,έτσι δεν είναι;″ ρωτάει η νεράιδα.
″Ναι,η γιαγιά έλεγε ότι ήμουν καλύτερη από αυτήν, αλλά αυτά τα έλεγε γιατί με αγαπούσε″.
″Αυτά τα έλεγε γιατί τα πίστευε και γιατί ήξερε ότι κάποτε θα σε βοηθούσαν. Δεν λες ψέμματα σε κάποιον που αγαπάς, λες την αλήθεια ακόμη κι αν πονάει″.
Η νεράιδα μαζεύει το αστροκέντητο φόρεμα της, σηκώνεται από
την καρέκλα της και της ψιθυρίζει. ″Εκμεταλλεύσου το όνομα σου, το κρυμμένο ταλέντο σου, το μπαούλο της γιαγιάς σου και ζήσε στο παρόν″.
Κουνάει τρεις φορές το μαγικό ραβδάκι της και το δωμάτιο γεμίζει άπειρα, μικρά, λαμπερά αστέρια. Η Καραμελένια κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό όλη αυτή την ομορφιά. Όταν σβήνει και το τελευταίο αστεράκι γυρνάει προς το μέρος της νεράιδας, αλλά αυτή έχει εξαφανιστεί. Στο πάτωμα υπάρχει μόνο ένα ασημένιο αστέρι από αυτά που ήταν ραμμένα στο γαλάζιο της φόρεμα.
″Το μπαούλο; Ποιο μπαούλο;″ αναρωτιέται φωναχτά. Τα βήματα της την οδηγούν στη μοναδική κρεβατοκάμαρα που υπάρχει στο σπίτι. Δίπλα στη σκοροφαγωμένη ντουλάπα υπάρχει ένα παλιό μπαούλο σκεπασμένο με ένα υφαντό κιλίμι.

Πριν χρόνια η γιαγιά είχε δώσει το κλειδί στην κόρη της λέγοντας꞉ ″Αυτό το μπαούλο είναι για την Καραμελένια. Δεν θα το ανοίξει κανένας. Όταν έρθει η στιγμή η εγγόνα μου θα το ανοίξει μόνη της″.
″Παραξενιές γέρων ανθρώπων″ ψιθύρισε η κόρη της, σκέπασε το μπαούλο με το κιλίμι,έκρυψε το κλειδί και ξέχασε το γεγονός.
″Πού να είναι το κλειδί άραγε;″ αναρωτιέται η Καραμελένια. Τα μάτια της κοιτάζουν εξεταστικά το δωμάτιο προσπαθώντας να ανακαλύψουν κάποια κρυψώνα. Όταν το βλέμμα της πέφτει στο εικονοστάσι ένα επιφώνημα έκπληξης βγαίνει από τα χείλη της. Το αστέρι από το φόρεμα της νεράιδας είναι κολλημένο επάνω του. Το κλειδί είναι κρυμμένο πίσω από την εικόνα του Αγίου Φανουρίου.
Με χέρια που τρέμουν ανοίγει το μπαούλο και η μυρωδιά του ασφόδελου πλημμυρίζει τα ρουθούνια της. Το αγαπημένο λουλούδι της γιαγιάς και η αιτία για άπειρους καβγάδες με την κόρη της,τη μητέρα της Καραμελένιας.
″Τι τα θες τα νεκρολούλουδα μέσα στο σπίτι;″ τη ρωτούσε εκνευρισμένη.
″Μπορεί οι πρόγονοι μας να το φύτευαν στους τάφους γιατί πίστευαν ότι απο αυτό τρέφονταν οι νεκροί,ξέρεις όμως καλά ότι ο άγριος ασφόδελος μας έσωσε από το θάνατο στην κατοχή γιατί μας έδινε τους βολβούς του για να χορταίνουμε την πείνα μας. Είμαι ευγνώμων λοιπόν σε αυτό το λουλούδι που είναι και πολύ όμορφο και θα μείνει μαζί μας θες δεν θες.″ απαντούσε η γιαγιά κοιτάζοντας αυστηρά την κόρη της πάνω από τα γυαλιά της που κρέμονταν μόνιμα στην άκρη της μύτης της.

Κοιτάει το περιεχόμενο του μπαούλου έκπληκτη. Περιέχει μια μεγάλη κατσαρόλα, μια ξύλινη κουτάλα, ένα μεγάλο πακέτο ζάχαρη, αρκετά μέτρα τούλι, χρωματιστές κορδέλες και το τετράδιο με τις συνταγές. Ανοίγει το τετράδιο και στο πρώτο φύλλο βλέπει ένα σημείωμα από τη γιαγιά.
″Για να κρατάς αυτό το τετράδιο σημαίνει ότι ήρθε η ώρα να πάρεις τη ζωή σου στα χέρια σου. Έχεις μεγάλο ταλέντο στο να φτιάχνεις καραμέλες κι αυτό θα σε βοηθήσει να προχωρήσεις μπροστά. Σου αφήνω τα εργαλεία που χρειάζεσαι. Οι λεμονιές και οι πορτοκαλιές στον κήπο θα δώσουν το άρωμα, τη γεύση και το χρώμα στις καραμέλες. Από το τούλι φτιάξε σακουλάκια για να τις βάλεις μέσα και δέστα με τις χρωματιστές κορδέλες. Πιστεύω πολύ σε σένα και είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις, το λέει και το όνομα σου Καραμελένια μου″.
Η Καραμελένια στρώνεται στη δουλειά και αργά το βράδυ δώδεκα σακουλάκια γεμάτα καραμέλες στολίζουν το τραπέζι της κουζίνας. Νωρίς το πρωί βάζει τα σακουλάκια σ′ένα πανέρι και πηγαίνει στην αγορά του χωριού. Χαρίζει μια καραμέλα σε όποιον περνάει από μπροστά της και σε λίγο όλοι ενθουσιασμένοι με τις καραμέλες της αρχίζουν να δίνουν παραγγελίες.
Στο τζάκι τώρα καίει μια μεγάλη φωτιά και στο τραπέζι της κουζίνας υπάρχει πάντα φαγητό. Η ζωή της Καραμελένιας έχει αλλάξει προς το καλύτερο γιατί κάνει μια δουλειά που αγαπάει και έχει χρήματα για να καλύπτει τις ανάγκες της. Οι καραμέλες της έχουν άμεση σχέση με την αγάπη.Την αγάπη που δίνει η ίδια δημιουργώντας τες και την αγάπη που δίνουν οι χωρικοί διαλέγοντας να τις αγοράσουν.

Σκύβει πάνω στο τραπέζι και πλάθει καραμέλες σε σχήμα ασφόδελου για να τιμήσει τη γιαγιά της και το αγαπημένο της λουλούδι και σημειώνει την πρώτη δική της συνταγή στο τετράδιο συνταγών. Ποιος ξέρει, ίσως μια μέρα το δώσει κι αυτή στη δική της εγγονή, σκέφτεται, χαϊδεύοντας τη φουσκωμένη κοιλίτσα της. Ο άντρας της, τον οποίο γνώρισε αγοράζοντας ζάχαρη για τις καραμέλες της από το μαγαζί του, της χαμογελά.
Τελικά για να αλλάξει τη ζωή της προς το καλύτερο, χρειαζόταν να κάνει μόνο δύο βήματα. Να νιώσει ευγνωμοσύνη για όσα είχε και να πιστέψει στον εαυτό της. Δύο βήματα σε δρόμο ανηφορικό που μπορεί να μην είναι εύκολα αλλά αν σκεφτείς ότι όλες οι ανηφόρες οδηγούν ψηλά αξίζει να προσπαθήσεις να τα κάνεις και να φροντίσεις να τα θυμάσαι για να μείνεις στην κορυφή, γιατί κάθε ανηφόρα από την άλλη πλευρά είναι κατηφόρα.


Κωνσταντίνα Τσουκαλά
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας