1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

O Νεφελούλης Σιμάκος

Κατερίνας Λιβιτσάνου-Ντάνου

Μια φορά κι έναν καιρό περιπλανιόταν στον ουρανό ένα συμπαθητικό πλασματάκι ο Σιμάκος. Είχε βρεθεί εκεί, ανάμεσα στο Φεγγάρι, τη Γη, τον Ήλιο και τους άλλους πλανήτες και παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν. Αγγελικά πλασμένος, με καλή καρδιά, με μεγάλα μάτια, για να μπορεί να ξεχωρίζει τα πάντα, με μακριά πόδια, για να κινείται όπως θέλει, με ένα μεγάλο καπέλο, για να προστατεύεται από το καυτό φως του ήλιου και μια κάπα, για να μην κρυώνει, σαν αγρίευε η φύση κι o δυνατός αέρας τον ταρακουνούσε αλύπητα.
Ήταν ευτυχισμένος, ο καιρός περνούσε, ο ήλιος τον προστάτευε, οι πλανήτες τού χαμογελούσαν και το φεγγάρι τον γλυκοκοιτούσε και του έγνεφε να πάει πιο κοντά, για να του πει τα μυστικά του. Ο Σιμάκος συνέχιζε το ταξίδι του, προσπαθώντας να δει από 'κει πάνω πιο καθαρά τη Γη. Ήταν περίεργος, δεν έμενε σε μια μεριά, ήθελε να κατακτήσει αυτή τη στρογγυλή σφαίρα, που άλλαζε όψη μέσα στο χρόνο. Κι όσο προσπαθούσε κάτι να μάθει, άλλο τόσο δυσκολευόταν κι άρχισε να στενοχωριέται και να νιώθει μοναξιά.
Ώσπου μια μέρα τον πλησίασε ένα συννεφάκι ο Νεφελούλης. «Γεια σου Σιμάκο, θες να ανεβείς πάνω μου και να μάθουμε μαζί τον κόσμο; Να γίνουμε φίλοι, να μην είσαι μόνος κι εγώ να λύνω τις απορίες σου;» Τον κοίταξε αδιάφορα με τα μεγάλα του μάτια και σκέφτηκε τι άραγε να ξέρει εκείνος, για να τον βοηθήσει, αλλά μετά του ήρθε η ιδέα να δεχτεί, γιατί δυο φίλοι θα περνούσαν καλύτερα και ο ένας θα προστάτευε και θα συμπλήρωνε τον άλλον. Τον ξανακοίταξε και ο Νεφελούλης χαμογέλασε.
«Από δω και πέρα θα σε κουβαλάω εγώ και θα ταξιδεύουμε μαζί. Θα πλησιάζουμε τη Γη κι έτσι θα δούμε και θα μάθουμε πολλά. Αυτό δε θες;»
«Δε θα κουραστείς να με κουβαλάς;»
«Όχι φυσικά, γιατί η φιλία και η αγάπη δε γνωρίζουν τι θα πει κούραση».
Ο Σιμάκος ανέβηκε στο Νεφελούλη, το σύμπαν έμεινε άφωνο, οι δυο έγιναν ένα και το μεγάλο ταξίδι ξεκίνησε. Ήταν η αρχή της κοινής τους πορείας που θα έδινε πολλά και στους δυο κυρίως όμως στο Σιμάκο, που συνέχεια ρωτούσε και θεωρούσε σοφό το Νεφελούλη.
«Πώς τα ξέρεις όλα; Πόσον καιρό περιπλανιέσαι στο σύμπαν, ποιος σε βοηθάει και δε φοβάσαι; Δεν κουράζεσαι και δεν κρυώνεις ποτέ;» κι άλλα πολλά ψιθύριζε στεριώνοντας τα μακριά του πόδια στο Νεφελούλη, για να αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια. Εκείνος έπαιρνε το ύφος του σοφού και έλεγε πως τίποτα δεν τον φοβίζει και πως τώρα που έγιναν φίλοι θα του πει όλα όσα ξέρει. Όσο για τον προστάτη του, αυτόν θα τον μάθαινε αργότερα, μετά από καιρό που η φιλία τους θα είχε δοκιμαστεί και θα είχαν αποκτήσει εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο.
«Κάνε λίγη υπομονή Σιμάκο, θα πλησιάζω πότε πότε στη Γη, για να βλέπεις τις ομορφιές της και να παρατηρείς, να παρατηρούμε μάλλον, τους ανθρώπους και τα έργα τους. Αυτό δε θες;»
«Ναι φίλε μου, πάρα πολύ!»
«Ω, τι μαγική φράση το φίλε μου! Κανείς ως τώρα δε μου έχει μιλήσει έτσι, γι’ αυτό θα σε μαγέψω αμέσως με τις ομορφιές της Γης» αναφώνησε ο Νεφελούλης και φραπ, αμέσως άρχισε να κατεβαίνει κοντά της και να δείχνει στο Σιμάκο όλα όσα ήθελε εκείνος να μάθει.
Και καθώς τα χρώματα στη σφαίρα αυτή ήταν πολλά και διαφορετικά, ο Σιμάκος δεν μπορούσε να διακρίνει, μα ο σοφός Νεφελούλης του έδειχνε με λεπτομέρειες τη θάλασσα, τις λίμνες, τα ποτάμια κι έπειτα τις πεδιάδες, τα βουνά, τα οροπέδια και τις χώρες, τις πόλεις, τα χωριά. Κι ο Σιμάκος του έλεγε πως είναι δύσκολο να τα ξεχωρίσει αμέσως και πως θα χρειαστεί χρόνο και πολλές βόλτες, κάτι που έκανε το Νεφελούλη να γελάσει και να αισθανθεί δυνατός και πρόθυμος να του μάθει το φυσικό περιβάλλον της Γης.
«Θα κάνουμε όσες βόλτες θες Σιμάκο, μη μου στενοχωριέσαι, αυτά θα τα μάθεις, εκείνο όμως που θέλει πολλή δουλειά κι από τους δυο μας είναι οι άνθρωποι! Και κυρίως οι μεγάλοι».
«Οι άνθρωποι είπες Νεφελούλη; Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτούς και γιατί οι μεγάλοι;»
«Κανείς στο σύμπαν δεν μπόρεσε να καταλάβει τους ανθρώπους, που ο Δημιουργός τούς έδωσε μυαλό, αλλά δεν το χρησιμοποιούν πάντα σωστά».
«Πολύ ακαταλαβίστικα όλα αυτά φίλε μου, χρειάζομαι χρόνο, έχω αγχωθεί, βοήθησέ με να μάθω, να δω τον κόσμο μου καλύτερα τώρα που σε βρήκα, μη με αφήνεις στο σκοτάδι».
«Αρκετά για τώρα, θα ξεκουραστούμε, θα ανέβουμε μια βόλτα στα αστέρια, θα χαιρετήσουμε το Φεγγάρι και τον Ήλιο, θα γελάσουμε, θα χαρούμε τη φιλία μας και βλέπουμε».
«Ό,τι πεις», είπε ο Σιμάκος αποκαμωμένος από τη μεγάλη βόλτα, αγκαλιάζοντας το Νεφελούλη, που ανέβηκε αργά και πλησίασε πανευτυχής το Φεγγάρι και τ’ αστέρια.
Στον Ήλιο δεν τολμούσε να πλησιάσει, γιατί τον έπιανε φόβος μήπως οι ακτίνες του τους ζεματίσουν. Τους χαμογέλασε όμως εκείνος από μακριά. Από την πίσω πλευρά του Φεγγαριού ακούστηκε ένας παράξενος ήχος που έκανε το Σιμάκο να φοβηθεί και να κρατηθεί πιο σφιχτά από το φίλο του.
«Σιγά θα με αφανίσεις, αυτό δεν είναι κάτι τρομερό, μα καλό για μένα, για μας, αφού από 'κει παίρνω θάρρος και δύναμη, για να συνεχίσω να υπάρχω».
«Δε σε καταλαβαίνω, μπορείς να μου εξηγήσεις σε παρακαλώ;»
«Χαίρομαι για την ευγένειά σου, αλλά προς το παρόν πρέπει να κάνεις υπομονή, να περιμένεις και να μου έχεις εμπιστοσύνη».
«Καλά αφού είναι έτσι, θα ηρεμήσω».
«Σε ευχαριστώ Σιμάκο για την κατανόηση» είπε ο Νεφελούλης και πλησίασε περισσότερο στην πίσω πλευρά του Φεγγαριού, ακούγοντας προσεκτικά ό,τι ερχόταν από κει, ενώ ο Σιμάκος είχε λουφάξει και με τα μεγάλα του μάτια παρακολουθούσε το σύμπαν, σκεπτόμενος πως ήταν τυχερός που στο δρόμο του βρέθηκε ο καλός Νεφελούλης.
Κι έφτασε η ώρα που μετά από ένα διάστημα χαλάρωσης έπρεπε να ξαναπλησιάσουν τη Γη και να ασχοληθούν με τους ανθρώπους. Όμως ο Νεφελούλης είχε μεγάλη αγωνία, γιατί δε γνώριζε αν ο Σιμάκος θέλει ή αντέχει να δει όσα θα παρατηρούσαν σε αυτή τη σφαίρα από απόσταση αναπνοής, αφού είχε την ικανότητα να κατεβεί πολύ χαμηλά και την εντολή να μην τεμπελιάζει.
«Καλέ μου φίλε, θέλεις να πάμε πολύ κοντά στη Γη και να παρακολουθήσουμε τη ζωή των ανθρώπων;» ρώτησε δειλά, για να πάρει την απάντηση που ούτε αυτός περίμενε.
«Και το ρωτάς; Φυσικά και θέλω, όμως να προσέξουμε πρώτα τους μικρούς, γιατί με φόβισες λιγάκι με τους μεγάλους».
«Τα παιδιά εννοείς, που τα ελέγχουν οι μεγάλοι;»
«Ναι, αν τα λένε έτσι».
«Ίσως δούμε και πράγματα που δε θα σου αρέσουν».
«Θέλω να μάθω και σε ευχαριστώ που βρέθηκες στο δρόμο μου, να με βοηθήσεις να κάνω τις σκέψεις μου πραγματικότητα, γιατί δίχως εσένα δε θα τολμούσα».
«Βρες λοιπόν δύναμη και θάρρος και ξεκινάμε μια και σ’ αυτόν τον κόσμο υπάρχουν πολλά ευχάριστα και άλλα δυσάρεστα και άσχημα, μα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα πάντα».
Κι ενώ ο Νεφελούλης άρχισε να πλησιάζει τη Γη, διέκρινε μεγάλη αγωνία και περιέργεια στο βλέμμα του Σιμάκου, που τώρα διψούσε για νέες εικόνες και εμπειρίες…
Σ’ αυτή τη βόλτα ο Νεφελούλης σκέφτηκε να γνωρίσει στο φίλο του παιδιά που ζουν ευτυχισμένα σε διάφορα μέρη της Γης και μεγαλώνουν με τη φροντίδα και την προστασία των γονιών τους. Κι αυτό, για να χαρεί ο Σιμάκος και να είναι ήρεμος στη νεφελώδη ράχη του.
«Θα προσέχεις όσα σου δείχνω να τα βλέπεις με προσοχή με τα μεγάλα σου μάτια, θα πλησιάσω όσο μπορώ στον κόσμο των παιδιών, θα σου αρέσει νομίζω, θα είναι η καλύτερη βόλτα μας».
Ο Σιμάκος με το περίεργο βλέμμα του συμφώνησε κι ο φίλος του του χάρισε τις πιο όμορφες εικόνες που αντίκρισε ποτέ: αγοράκια και κοριτσάκια στην αγκαλιά της μαμάς να θηλάζουν, άλλα μεγαλύτερα να παίζουν στις παιδικές χαρές, μαθητές με την τσάντα στην πλάτη να πηγαίνουν σχολείο κι άλλοι στο σπίτι να διαβάζουν με τη βοήθεια του μπαμπά ή της μαμάς. Κι άλλα παιδιά στις παραλίες να κολυμπούν και να τρέχουν ή στο χιόνι να παίζουν χιονοπόλεμο ή στο βουνό να απολαμβάνουν τη φύση και να συνυπάρχουν με αγαπημένα τους ζωάκια . Κι ακόμη μεγαλύτερα να συζητούν με τους φίλους τους, να έχουν δραστηριότητες πολλές, να διαβάζουν βιβλία, να ζωγραφίζουν, να χορεύουν, να αθλούνται, να ερωτεύονται και να ζητούν τη γνώμη της οικογένειας για διάφορα θέματα που κάθε φορά τα απασχολούσαν.
«Τι όμορφος κόσμος και πόση ευτυχία! Θέλω κι εγώ να ζήσω ανάμεσα σε αυτά τα παιδιά, όποιο χρώμα κι αν έχουν, σε όποια περιοχή της Γης κι αν ζουν» φώναξε ο Σιμάκος τεντώνοντας τα μακριά του πόδια τόσο που ο Νεφελούλης ανησύχησε, ενώ από την πίσω πλευρά του Φεγγαριού ο παράξενος ήχος συνοδεύτηκε από λάμψη.
«Α, ξεχάστηκα πρέπει να επιστρέψουμε». Και πριν προλάβει ο Σιμάκος να αντιδράσει, βρέθηκαν πάλι στην πίσω πλευρά του Φεγγαριού, ενώ η λάμψη συνεχιζόταν.
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα, είπα κάτι κακό και τιμωρούμαστε;» είπε ανήσυχος ο Σιμάκος, βλέποντας το φίλο του να έχει στρέψει την προσοχή του προς την παράξενη λάμψη, χωρίς να του απαντά.
Με λίγη υπομονή ο Νεφελούλης γύρισε και του μετέφερε το μήνυμα που πήρε.
«Άκου Σιμάκο, ήταν εγωιστικό αυτό που είπες. Για να πας στη Γη πρέπει πρώτα να δεις και τα άλλα παιδιά, αυτά που δεν έχουν γονείς, που υποφέρουν, που γνωρίζουν πολέμους, βία, φτώχεια, προσφυγιά. Μου έδωσε οδηγία ο Δημιουργός -ο προστάτης μου- απ’ την πίσω πλευρά του Φεγγαριού, πρέπει κατά τη γνώμη του να ξέρουμε και τις άσχημες στιγμές και καταστάσεις, μια και η ζωή δεν είναι μόνο ευτυχία».
«Καλέ μου φίλε σε ευχαριστώ για το όμορφα ταξίδια που μου χάρισες και για τις οδηγίες σου. Σε αγαπώ και θέλω η φιλία μας να συνεχιστεί και να δω όλα αυτά τα δύσκολα που σε συμβούλεψε ο Δημιουργός και προστάτης σου με τους ήχους και την παράξενη λάμψη από την πίσω πλευρά του Φεγγαριού. Και επιμένω στην άποψή μου να ζήσω κάποτε στη Γη, ανάμεσα στους ανθρώπους της».
«Θα μεταφέρω τη σκέψη σου, νομίζω όμως πως πρέπει να βρεθεί ο σωστός τρόπος. Θα φροντίσει Εκείνος γι’ αυτό».
Συμφώνησαν ευτυχισμένοι, ενώ άλλη μια λάμψη έδινε την ελπίδα για τη συνέχεια της φιλίας τους και την πραγματοποίηση της επιθυμίας του Σιμάκου…


Κατερίνα Λιβιτσάνου-Ντάνου
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας