1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Ταξίδι με τους ανέμους

Μελίνας Τριανταφυλλίδου

Μια φορά κι έναν καιρό ανάμεσα σε ψηλά βουνά υπήρχε ένα μικροσκοπικό χωριό σαν ζεστή, γλυκιά φωλιά. Θύμιζε ζαχαρωτό όπως ήτανε μικρό με σπιτάκια χρωματιστά και ανθρωπάκια γελαστά. Όλα εκεί ήταν μικρά. Τα ζωάκια, τα πουλιά, τα δεντράκια, τα φυτά, όλα μικροσκοπικά. Μόνο γύρω τα βουνά ήτανε κανονικά. Πελώρια, αγέρωχα και επιβλητικά!
Και το χωριό αυτό παιδιά το ονόμαζαν Φωλιά και ήτανε πανέμορφο σαν μια ζωγραφιά! Και οι κάτοικοι οι μικροί που διέμεναν εκεί σπάνια αφήναν το χωριό γι' άλλον τόπο μακρινό. Γιατί στην περιοχή ζούσαν άνεμοι πολλοί, κάποιοι άγριοι πολύ κι άλλοι αγέρες απαλοί. Μα τους προστάτευαν παιδιά τα θεόρατα βουνά. Σε κάθε άνεμο δυνατό έκαναν αποκλεισμό. Και η μικρή αυτή Φωλιά ήταν μια γλυκιά αγκαλιά. Όσοι ζούσανε εκεί ένιωθαν θέρμη και στοργή. Έξω θέριζε ο βοριάς μα στο μέρος της Φωλιάς πάντα είχανε καιρό ήπιο και μαλακό.
Στο μικρό αυτό χωριό ζούσε και μια κοπελιά με ανήσυχο πνεύμα, ζωηρό και ανέμελη καρδιά. Μινιατούρα ήταν κι αυτή και την έλεγαν Φιφή και διψούσε για ζωή η λεπτεπίλεπτη μικρή. Ήθελε να εξερευνεί γύρω της το κάθε τι, είχε τόλμη περισσή και ατρόμητη ψυχή.
Επινόησε σχέδιο τρελό, να αφήσει το χωριό, με τον άνεμο μαζί να γνωρίσει τη ζωή. Και δεν έβγαζε μιλιά, το είχε μυστικό παιδιά και μια μέρα με βοριά έφυγε πραγματικά! Μόλις έπεσε η νυχτιά βγήκε έξω στα κρυφά και σκαρφάλωσε γοργά πάνω στα ψηλά βουνά. Και σιγά, σιγά παιδιά έφτασε πολύ ψηλά, στην κορυφή σαν αετός, σαν μικρός της γης Θεός.
“Ώωω τ΄ αστέρια είναι κοντά!” είπε η Φιφή όλο χαρά. “Και η σελήνη εδώ να! Όλα είναι μαγικά!”
“Και τα φώτα μακριά από πόλεις και χωριά, όμορφα που είναι κι αυτά! Είναι η πλάση ζωγραφιά!”
Μα προτού καλά τα δει αέρια μάζα ήρθε ψυχρή και παρέσυρε τη Φιφή και την πήρε σα χαρτί! Από πού η δόλια να πιαστεί; Είναι ελαφριά πολύ! Τώρα μοιάζει με πουλί που πετάει με ορμή! Άχ την άρπαξε ο βοριάς! “Θα σε μάθω να πετάαας...!!!” της φωνάζει δυνατά μα η Φιφή τρέμει παιδιά.
Η καινούργια της ζωή άχ την τρόμαξε πολύ! Πού θα πάει; Πού θα βρεθεί; Ο βοριάς τρέχει πολύ! Κι όλη νύχτα η Φιφή με του ανέμου την πνοή πετούσε πάνω από τη γη σαν ιπτάμενο χαλί. Κι όταν φάνηκε η αυγή κόπασε του βοριά η ορμή κι έπειτα ήρθε ο νοτιάς και της συστήθηκε μεμιάς.
“Καλημέρα σου Φιφή! Είμαι του νοτιά η φωνή! Θες να φύγουμε μαζί γι΄ άλλα μέρη, γι΄ άλλη γη;”
“Αψού!” φταρνίστηκε η Φιφή. “Έχω μάλλον γριπωθεί. κρύωσα τόσο πολύ στου βοριά την διαδρομή!”
“ Μη φοβάσαι άλλο μικρή! Έχω πιο ζεστή πνοή. Θα πετάξουμε μακριά σ' άλλες πόλεις και χωριά!”
Είπε ο άνεμος νοτιάς με την αύρα της χαράς κι ευθύς πήρε τη Φιφή και ταξίδεψαν μαζί.
“Ώωω... τι όμορφη η ζωή!” φώναξε εύθυμα η Φιφή. “Νοτιά ποια χώρα είναι αυτή; Δεν την έχω ξαναδεί!”
“Στο Παρίσι είσαι μικρή, μες των φώτων την πηγή! Τώρα πετάμε για Βρυξέλλες και μετά για Σεϊχέλες!”
“Θα δούμε και την Αμερική;” ρώτησε ζωηρά η Φιφή με περιέργεια πολύ και μεγάλη προσμονή.
“Μα βεβαίως πάμε εκεί αν σ΄ αρέσει πιο πολύ!” είπε ο νοτιάς ευθύς για τη γη της Αμερικής.
“Όλα θέλω να τα δω! Τη ζωή να τη γευτώ! Να γνωρίσω τους λαούς με τους ανέμους για οδηγούς!”
Φώναξε η μικρή Φιφή με την ψιλή της τη φωνή κι αναστέναξε ο νοτιάς “Άχ μικρή, είσαι μπελάς...”
“Αύριο παίρνω ρεπό και θα φύγω από δω. Να φωνάξεις τον βοριά να σε πάει πιο μακριά.”
“Όχι, όχι τον βοριά!” τσίριξε η Φιφή παιδιά. “Είναι τόσο παγερός και φυσάει σαν τρελός!”
“Θέλω άνεμο γλυκό, ήπια για να πετώ. Ομαλά να ανεβώ και να απογειωθώ!”
“Τότε άκουσε μικρή την δικιά μου συμβουλή. Με πουνέντες να πετάς που είναι αγέρας της χαράς! Και η όστρια μικρή είναι επίσης απαλή. Και ο σιρόκος ο ξηρός είναι αρκετά θερμός. Κι αν στη θάλασσα πετάς με τον μπάτη θα μιλάς που είναι αέρας θαλασσινός, ταξιδιάρης και γλυκός. Μα κι ο λεβάντες είναι καλός, άνεμος ανατολικός.”
“Ω Χριστέ μου, τί πολλοί άνεμοι φυσούν στη γη!”
“Ά, μη βιάζεσαι μικρή, είναι κι άλλοι τσουχτεροί. Ο γρέγος ο βορειοανατολικός είναι αρκετά ψυχρός και η τραμουντάνα η τρελή φυσά με ανάσα παγερή. Ο μαΐστρος ο γνωστός είναι βορειοδυτικός και ο άγαρμπος γαρμπής ο άνεμος της καταστροφής!”
“Μα γιατί; Είναι σκληρός; Απ΄ τους άλλους πιο ψυχρός;” ρώτησε η μικρή Φιφή με απορία φανερή.
“Όχι”, είπε ο νοτιάς. “ Είναι αέρας της φωτιάς. Άνεμος πολύ θερμός, ισχυρός μα και ξηρός. Κι έτσι καίει τα σπαρτά και χαλάει τη σοδειά! Γι' αυτό οι αγρότες τον μισούν. Μήτε που θέλουν να τον δουν!”
“Ώ, τι κρίμα...”, είπε η Φιφή. “Πάρε με νοτιά μαζί! Τον φοβάμαι τον γαρμπή όταν θα 'ρθει να με βρει!”
“΄Ελα, ησύχασε μικρή. Μη φοβάσαι τη ζωή! Όποιος άνεμος κι αν ΄ρθει θα πετάξετε μαζί! Κάτω η γη μια ζωγραφιά, μια ολάνθιστη αγκαλιά! Πειρασμούς πολλούς θα δεις μα πρόσεχε μην ξεμυαλιστείς! Ό,τι εσύ κι αν συναντήσεις πίσω πρέπει να γυρίσεις, στην δικιά σου την φωλιά πριν να είναι πια αργά!”
Και τον άκουσε η Φιφή με μεγάλη προσοχή. Του νοτιά τη συμβουλή φύλαξε μες την ψυχή. Κι ύστερα ήρθαν πολλοί άνεμοι θερμοί μα και ψυχροί. Μ' όλους πέταξε η Φιφή σαν πουλί πάνω απ' τη γη. Είδε χώρες μαγικές και ανθρώπινες φυλές τόσο διαφορετικές και εξωπραγματικές. Γνώρισε άγνωστους λαούς, σύνθετους πολιτισμούς, πρωτόγνωρους τόπους μακρινούς με θεούς ξεχωριστούς. Ανακάλυψε πόλεις και χωριά, κάμπους και ψηλά βουνά, θάλασσες και ποταμούς, λίμνες και ωκεανούς. Βρήκε πύργους και αρχοντικά και παλάτια ονειρικά μα και σπιτάκια ταπεινά με της φτώχειας τα δεινά. Αντίκρισε κόσμους πολλούς, πολύπλοκους μα και απλούς μα τη γλώσσα της Φιφής δεν την γνώριζε κανείς. Ότι η δόλια κι αν ρωτούσε κανένας δεν της απαντούσε. Απορημένη τους κοιτούσε κι όλο η μικρή μονολογούσε.
“Πώς να συνεννοηθώ; Ξένες γλώσσες δεν μιλώ. Τί περίεργοι λαοί πλημμυρίζουνε τη γη! Αμέτρητες έχουν λαλιές, περίεργες λέξεις και φωνές, συνήθειες διαφορετικές και τόσο αταίριαστες ζωές!” Μονολογούσε η Φιφή για το ταξίδι της στη γη. Με τους ανέμους συντροφιά πετούσε κι έβλεπε πολλά.
Μα ξάφνου αγρίεψε ο καιρός κι έγινε απειλητικός. Σύννεφα απλώθηκαν παντού στο απέραντο του ουρανού. Κι άρχισε δυνατή βροχή κι έγινε μούσκεμα η Φιφή. Μπουμπουνητά και κεραυνοί κοψοχολιάσαν τη μικρή.
Παντού γινόταν χαλασμός, μούγκριζε σαν θεριό ο καιρός και η δόλια η μικρή Φιφή στροβιλιζόταν στη βροχή. Σαν φύλλο μέσα στο βοριά με φοβισμένη την καρδιά χτυπούσε πάνω σε κλαδιά, σε βράχια και τραχιά βουνά. Ώσπου την τελευταία στιγμή αρπάχτηκε από ένα κλαδί κι έμεινε γαντζωμένη εκεί μέχρι η μπόρα να χαθεί. Τότε θυμήθηκε παιδιά τα λόγια του απαλού νοτιά.
“Κάτω η γη μια ζωγραφιά, μια ολάνθιστη αγκαλιά! Πειρασμούς πολλούς θα δεις μα πρόσεχε μην ξεμυαλιστείς! Ό,τι εσύ κι αν συναντήσεις πίσω πρέπει να γυρίσεις, στην δικιά σου την φωλιά πριν να είναι πια αργά!”
Και μόλις κόπασε η βροχή κάλεσε το νοτιά εκεί σαν φίλος της καλός να 'ρθεί ξανά καλά να αισθανθεί. Και τον παρακάλεσε η Φιφή να την γυρίσει πίσω εκεί, στην γνώριμη της την φωλιά εκεί που ζούσε με χαρά.
“Καλέ μου άνεμε νοτιά είδα της γης την ομορφιά μα τώρα αυτό που επιθυμώ είναι το μικρό μου το χωριό. Εκεί που όλοι μ΄ αγαπούν και σίγουρα θα μ΄ αναζητούν. Εκεί που όλα είναι μικρά μα είναι μεγάλη η καρδιά!”
Κι ευθύς μαζί με το νοτιά πετάξανε για την Φωλιά, το όμορφο μικρό χωριό που έμοιαζε με μπιμπελό. Και έγινε γλέντι τρανό με της Φιφής τον ερχομό, χαρήκαν όλοι στο χωριό κι ευχαριστούσαν τον Θεό. Και η μικρούλα η Φιφή εξιστορούσε χαρωπή το ταξίδι της στη γη με των ανέμων την πνοή. Κι όλοι ακούγαν σιωπηλοί και με μεγάλη προσοχή την μικρούλα την Φιφή που είχε πολλά ν' αφηγηθεί.
Τους είπε για όσα είχε δει πετώντας σα μικρό πουλί, για τους περίεργους λαούς και τους πολλούς πολιτισμούς. Μέρες μιλούσε η Φιφή για το ταξίδι της στη γη, τόσα πολλά είχε να τους πει για όσα γνώρισε εκεί. Αχ, είχε τόσους κόσμους δει που είχε καταενθουσιαστεί, με την καινούργια της ζωή είχε η μικρή ξετρελαθεί!
Και έτσι που και που παιδιά μαζί με τον γλυκό νοτιά πετούσε πάνω από τη γη σαν γοργοφτέρουγο πουλί. Και έκανε φίλους πολλούς και γνώρισε όλους τους λαούς, Αμερικάνους κι Αυστραλούς, Σκοτσέζους, Γάλλους και Ιταλούς. Μογγόλους, Λάπωνες, Ολλανδούς, Κινέζους, Άγγλους και Ισπανούς. Όλου του κόσμου τους λαούς, Ινδιάνους μα και Γερμανούς. Αιγύπτιους και Αφρικανούς κι άλλους ακόμα πιο πολλούς, της ζούγκλας τους ιθαγενείς και όλες τις φυλές της γης. Κι έτσι διασκέδαζε η Φιφή, εξερευνούσε τη ζωή μα πάντα γύριζε παιδιά στη γνώριμη, ζεστή φωλιά.
Έτσι να κάνετε κι εσείς μικρά σπουργιτάκια της ζωής, να επιστρέφετε εκεί που βρίσκει ζεστασιά η ψυχή. Στη γνώριμη σας την φωλιά που είναι η πιο γλυκιά αγκαλιά!


Μελίνα Τριανταφυλλίδου
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας