1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Ο Παραμυθοσκούφης

Χάρη Παπαδόπουλου

Μία φορά κι έναν καιρό κάπου στο βάθος ενός δάσους, που δεν το έβλεπαν ποτέ οι άνθρωποι, ζούσε ένας περίεργος τύπος που φόραγε πάντοτε στο κεφάλι του, μια πολύχρωμη σκούφια.
Δεν τον είχε δει ποτέ, κανένας άνθρωπος. Τον γνώριζαν μόνο τα ζώα του δάσους. Κι όχι μόνο τον γνώριζαν, αλλά τον αγαπούσανε πάρα πολύ, γιατί όποτε τον βρίσκανε μπροστά τους, τον σταματούσανε και του ζητούσαν να τους πει ένα παραμύθι.
Εκείνος χωρίς καθόλου να το σκεφτεί, έβγαζε την πολύχρωμη σκούφια του, τη γυρνούσε ανάποδα, την άνοιγε και κοιτούσε στο βάθος της. Από εκεί άρχιζε να διαβάζει διάφορα παραμύθια. Και το καλύτερο απ’ όλα; Κάθε παραμύθι του ήτανε πάντοτε ολοκαίνουριο, μοναδικό και το διάβαζε μόνο για μία φορά. Δηλαδή η πολύχρωμη σκούφια του, γεννούσε κάθε φορά και ένα καινούριο παραμύθι. Γι' αυτό όλα τα ζώα του δάσους, ήταν πολύ ευτυχισμένα, που ο Παραμυθοσκούφης ζούσε μαζί τους.
Την παραμυθοοσκούφια του όμως, δεν την έβγαζε ποτέ από το κεφάλι του, παρά μόνο για να διαβάσει καινούρια παραμύθια. Ούτε τη νύχτα που ξάπλωνε να κοιμηθεί δεν την έβγαζε. Φοβότανε βλέπετε παιδιά, πως αν κάποια στιγμή την έβγαζε από το κεφάλι του, θα την έχανε για πάντα.
Μία μέρα, μέσα στο δάσος φάνηκαν κάποιοι κυνηγοί. Είχανε πάει για να κυνηγήσουν αλλά μόλις είδανε από μακριά τον Παραμυθοσκούφη και τόσο πολλά ζώα μαζεμένα γύρω του, παραξενεύτηκαν και βάλθηκαν να τον παρακολουθούν για να καταλάβουνε τι κάνει.
Τον έβλεπαν που έβγαζε την πολύχρωμη παραμυθοσκούφια του κάθε λίγο και λιγάκι, την κοιτούσε για αρκετή ώρα, μετά μιλούσε για αρκετή ώρα στα ζώα που περιμένανε με αγωνία να τον ακούσουν κι έπειτα την ξανά έβαζε στο κεφάλι του.
Οι κυνηγοί είχαν παραξενευτεί πάρα πολύ και ήταν πολύ περίεργοι να μάθουν πώς όλα αυτά τα άγρια ζώα καθόντουσαν τόσο ήρεμα γύρω από τον Παραμυθοσκούφη, αλλά και τι τους έλεγε και τα κρατούσε σε τόσο μεγάλη αγωνία.
Αποφάσισαν λοιπόν να πλησιάσουν πιο κοντά, για να ακούσουν τα λόγια του Παραμυθοσκούφη. Όταν πλησίασαν, κρυμμένοι φυσικά πίσω από θάμνους, για να μην τους δουν τα ζώα και ο Παραμυθοσκούφης, άρχισαν να ακούνε τα υπέροχα παραμύθια που γεννούσε η μαγική παραμυθοσκούφια. Τους άρεσαν μάλιστα τόσο πολύ αυτά τα παραμύθια, που μαγεμένοι πια από το άκουσμα τους έμειναν για αρκετή ώρα εκεί να ακούνε τον Παραμυθοσκούφη και ξεχάστηκαν, ταξιδεύοντας μέσα σε δικά τους μαγικά, ονειρεμένα, παραμυθομονοπάτια.
Ο Παραμυθοσκούφης εκείνη την ημέρα, που είχε τόσο μεγάλο ακροατήριο, δε σταματούσε καθόλου, να λέει καινούρια παραμύθια. Έβγαζε την παραμυθοσκούφια του, διάβαζε, την ξανά έβαζε και πάλι από την αρχή.
Οι κυνηγοί όμως, που τον παρακολουθούσαν, να βάζει και να βγάζει την πολύχρωμη παραμυθοσκούφια του κάθε φορά που τελείωνε ένα παραμύθι, κατάλαβαν ότι τα παραμύθια τα διάβαζε μέσα στη σκούφια. Και αφού είπε τόσο πολλά παραμύθια που μέσα στη σκούφια ήταν αδύνατο να χωρέσουν όλα μαζί, οι κυνηγοί υποψιάστηκαν ότι η σκούφια αυτή, ήταν μαγική και κάθε φορά γεννούσε κι από ένα καινούριο παραμύθι.
Τότε σκέφτηκαν, να βρουν κάποιο τρόπο για να κλέψουν την παραμυθοσκούφια. Σκέφτηκαν δηλαδή ότι αν είχαν αυτοί τα υπέροχα παραμύθια της παραμυθοσκούφιας, θα μπορούσανε να τα πουλάνε και να γίνουνε πλούσιοι.
Έτσι βγήκανε έξω από το δάσος, για να μπορέσουν να μιλήσουνε χωρίς να τους ακούσει κανείς.
- Πρέπει να βρούμε οπωσδήποτε κάποιο τρόπο για να πάρουμε αυτή τη μαγική σκούφια. Είπε ο μεγάλος κυνηγός.
- Ναι! Ναι! Συμφώνησε ο μικρός κυνηγός. Αλλά με ποιο τρόπο; Αφού αυτός ο παραμυθάς έχει τόσα ζώα γύρω του, δε θα μπορέσουμε ποτέ να πάρουμε τη μαγική παραμυθοσκούφια.
- Έχω μια ιδέα, συνέχισε ο μεγάλος κυνηγός. Θα μείνουμε εδώ όλη την ημέρα και θα παρακολουθούμε τον παραμυθά. Όταν βραδιάσει, θα πάει κάπου να κοιμηθεί. Εμείς θα δούμε που κοιμάται και μόλις βρούμε την ευκαιρία, θα αρπάξουμε τη σκούφια και θα φύγουμε γρήγορα.
Ο μικρός κυνηγός συμφώνησε και όλη την ημέρα οι δύο τους, έμειναν μέσα στο δάσος, χωρίς να κυνηγούν. Καθόντουσαν μόνο και άκουγαν τα μαγεμένα, ονειρικά, παραμύθια, που ακούραστα διάβαζε ο Παραμυθοσκούφης.
Όταν νύχτωσε, τα ζώα άρχισαν ένα-ένα να φεύγουν και να πηγαίνουν στις φωλιές τους για να κοιμηθούν. Ο Παραμυθοσκούφης έμεινε μόνος του κι έτσι σηκώθηκε και αυτός για να πάει στο κρεβάτι του, μιας και ήταν πολύ κουρασμένος, αφού από το πρωί διάβαζε παραμύθια.
Οι δύο κυνηγοί, χωρίς να κάνουν καθόλου θόρυβο, τον ακολούθησαν και τον είδανε να μπαίνει μέσα στην κουφάλα ενός πολύ μεγάλου δέντρου.
Περίμεναν αρκετή ώρα, για να κοιμηθεί ο Παραμυθοσκούφης κι έπειτα με πολύ προσεκτικά βήματα, για να μην κάνουν καθόλου θόρυβο, μπήκαν μέσα στην κουφάλα του μεγάλου δέντρου και είδανε τον Παραμυθοσκούφη να κοιμάται σε ένα κρεβάτι που κρεμότανε από δύο σχοινιά, με την παραμυθοσκούφια του στο κεφάλι.
Ο μεγάλος κυνηγός, έκανε νόημα στο μικρό, να πλησιάσει αθόρυβα και να τραβήξει σιγά-σιγά την μαγική παραμυθοσκούφια. Ο μικρός κυνηγός, πλησίασε, χωρίς να κάνει καθόλου θόρυβο και με μία πολύ απαλή κίνηση, τράβηξε την παραμυθοσκούφια και την πήρε. Γρήγορα-γρήγορα οι δυο κυνηγοί, βγήκαν από την κουφάλα του δέντρου και τρέχοντας έφτασαν στο χωριό τους.
Όταν έφτασαν εκεί, ήταν πάρα πολύ κουρασμένοι. Πήγανε αμέσως στα σπίτια τους για να κοιμηθούν. Την επόμενη ημέρα θα έπαιρναν τα παραμύθια από την παραμυθοσκούφια και θα τα μοσχοπουλούσαν. Ο μεγάλος κυνηγός πήρε τη σκούφια στο σπίτι του και την κρέμασε σε ένα καρφί δίπλα στο παράθυρο της κουζίνας.
Ο μικρός κυνηγός όταν ξάπλωσε και κοιμήθηκε, άρχισε να βλέπει ένα όνειρο.
Ήταν λέει, μέσα στο δάσος και περπατούσε μόνος του, όταν ξαφνικά μπροστά του συνάντησε έναν τεράστιο λαγό, που ήταν λίγο πιο ψηλός από το μικρό κυνηγό, και μιλούσε με ανθρώπινη λαλιά. Ο μικρός κυνηγός τρόμαξε πάρα πολύ όταν είδε ένα τόσο μεγάλο λαγό, αλλά τρόμαξε ακόμη περισσότερο, μόλις τον άκουσε να μιλάει.
- Καλημέρα μικρέ κυνηγέ.
- Καλημέρα και σε σένα. Αλλά ποιος είσαι, πώς με γνωρίζεις και τι θέλεις από εμένα;
- Είμαι ένας λαγός που μένει στο ίδιο δάσος με τον Παραμυθοσκούφη και όλα τα άλλα ζώα και θέλω να επιστρέψεις την παραμυθοσκούφια στη θέση της, αλλιώς ο Παραμυθοσκούφης, δε θα μας ξανά διαβάσει κανένα παραμύθι κι έτσι όλα τα ζώα του δάσους θα είναι λυπημένα συνέχεια. Δεν είναι πολύ άδικο όλα τα ζώα του δάσους, αυτές τις μέρες να είναι λυπημένα; Άλλωστε θα πρέπει να μάθεις ότι η μαγική παραμυθοσκούφια δεν είναι μαγική στα χέρια κανενός άλλου εκτός από του Παραμυθοσκούφη. Κι αν δε με πιστεύεις, πήγαινε τώρα αμέσως, για να δεις αν μπορείς μέσα της να διαβάσεις κάποιο παραμύθι. Και να σου πω και κάτι άλλο πιο σοβαρό; Όσο η μαγική παραμυθοσκούφια δεν είναι στο κεφάλι του Παραμυθοσκούφη κανένας άνθρωπος σε όλο τον κόσμο δε θα μπορεί να πει ούτε ένα παραμύθι. Για σκέψου πόσο άσχημα θα νιώθουν όλα τα παιδιά αν δεν ξανά ακούσουν παραμύθια.
Ο μικρός κυνηγός πετάχτηκε από το κρεβάτι, πολύ τρομαγμένος και λουσμένος με κρύο ιδρώτα. Έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και τρέχοντας έφτασε στο σπίτι του μεγάλου κυνηγού και άρχισε να χτυπάει την πόρτα με όλη του τη δύναμη. Ο μεγάλος κυνηγός ξύπνησε και άνοιξε την πόρτα του πολύ ανήσυχος.
-Γρήγορα!!! Γρήγορα!!! Πρέπει αμέσως να πάμε πίσω αυτή τη μαγεμένη πολύχρωμη, παλιοσκούφια. Αν δεν την πάμε δε θα ξανά γεννηθούν καινούρια παραμύθια. Άλλωστε ούτε εμείς, ούτε κανένας άλλος εκτός από τον Παραμυθοσκούφη δε θα μπορέσει ποτέ να διαβάσει κανένα παραμύθι μέσα από αυτή τη σκούφια. Αυτή η παραμυθοσκούφια, γεννάει παραμύθια μόνο όταν είναι στο κεφάλι του Παραμυθοσκούφη.
Ο μεγάλος κυνηγός άκουσε με πολύ προσοχή, όλα όσα του είπε ο μικρός και αμέσως πήγε και ξεκρέμασε την παραμυθοσκούφια από το καρφί που την είχε κρεμάσει. Την πήρε απαλά στα χέρια του, τη χάιδεψε, την άνοιξε, αλλά κανένα παραμύθι, δεν είδε γραμμένο μέσα της. Τότε κατάλαβε, ότι ο μικρός κυνηγός, είχε δίκιο και αποφάσισε να επιστρέψουν αμέσως την μαγική παραμυθοσκούφια στον Παραμυθοσκούφη.
Φύγανε και οι δύο κυνηγοί, τρέχοντας για να προλάβουν να την επιστρέψουν πριν καλά καλά ξημερώσει. Και τελικά τα κατάφεραν.
Έφτασαν στο δάσος, βρήκανε τον Παραμυθοσκούφη, που κοιμόταν, τον ξύπνησαν, του ζήτησαν συγνώμη για το λάθος που είχανε κάνει και του έδωσαν τη μαγική του παραμυθοσκούφια.
Εκείνος μόλις την πήρε στα χέρια του την κοίταξε πολύ καλά, τη χάιδεψε, την άνοιξε απαλά και αμέσως άρχισε να διηγείται τα υπέροχα, ανεξάντλητα παραμύθια του. Τα ζώα του δάσους που είχαν καταλάβει τι είχε συμβεί, ήταν και πάλι πολύ χαρούμενα και είχαν μαζευτεί όλα γύρω από τον Παραμυθοσκούφη.
Ο Παραμυθοσκούφης που ήταν πάρα πολύ καλός άνθρωπος ευχαρίστησε τους δύο κυνηγούς και τους πρότεινε να μείνουν στο δάσος για να περάσουν μαζί του και με τα ζώα, μια ολόκληρη μέρα. Οι δύο κυνηγοί δέχτηκαν και εκείνη η ημέρα ήταν η πιο παραμυθένια ημέρα της ζωής τους.


Χάρης Παπαδόπουλος
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας