1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Ο Τσάτσι και η νονά Τσέλη

Δήμητρας Θεοκλήτου

Μια μέρα, την αυγούλα, πριν πάει ο Τσάτσι στο σχολείο την ώρα που έτρωγε το αλειμμένο με πατέ συκωτιού μπρέτσελ του και ζητούσε από τη μαμά του και ένα κομμάτι λουκάνικο, παίρνει σε βιντεοκλήση η νονά του η Τσέλη. «Καλημέρα νονά Τσέλη». «Καλημέρα Τσάτσι» του απαντά αυτή. «Τι κάνεις;». «Ετοιμάζομαι για το σχολείο νονά». «Α, τι ωραία. Και εγώ». Και αφού τα είπαν και αποχαιρέτησε ο ένας τον άλλο, λέει ο Τσάτσι στη μαμά του «Μαμά, πέρασαν τόσοι μήνες που δεν είδα τη νονά μου και θέλω πολύ να την δω. Ε, λέω σήμερα να πάω από 'κει». «Μα Τσάτσι η νονά σου μένει μακριά». «Δεν πειράζει μαμά, εγώ θα πάω». «Αφού το θες παιδί μου, τι να πω; Να πας, να προσέχεις όμως και να περάσεις όμορφα».
Ετοιμάζει λοιπόν ο Τσάτσι στα γρήγορα μια βαλίτσα και χωρίς να χάνει χρόνο παίρνει τα πράγματά του και ξεκινά για το ταξίδι του. Η νονά Τσέλη δεν έμενε στην ίδια γειτονιά με τον Τσάτσι, για την ακρίβεια ούτε καν στην ίδια πόλη. Μα τι σας λέω, ούτε καν στην ίδια χώρα! Γι΄αυτό είχαν και καιρό να ιδωθούν.
Βγαίνει λοιπόν ο Τσάτσι στον δρόμο και καθώς πετάει ψηλά στον ουρανό, εκεί ψηλά με τα πουλιά και κάτι μισομαδημένες ανεμώνες, φυσά ένα αεράκι που του πήρε το μαλλάκι και ξαφνικά του άλλαξε πορεία. Δεν πάει πλέον προς ανατολάς, τον σέρνει σε μέρη μακρινά σε δυτικές κατευθύνσεις...
Και φυσάει κι αυτός πετάει και φυσάει και αυτός πετάει... Και πέρασαν πολλές μέρες κι είχε για συντροφιά του τον ήλιο και το φεγγάρι και αφού είδε πολύ μπλε και χόρτασε το δεξί του μάτι, φτάνει επιτέλους σε ένα μέρος που δε θύμιζε σε τίποτα το μέρος που ζούσε. Κάτι σαν έλος και ποτάμι μαζί, με αμέτρητους καλαμιώνες και πολλά άλλα πράσινα περίεργα φυτά που απλώνονταν σαν χαλί πάνω από το νερό.
«Πρέπει να βρω κάποιον να ρωτήσω αν είναι εδώ η νονά μου η Τσέλη» σκέφτηκε.
Και εκεί που έψαχνε βλέπει 2 στρουμπουλούς τύπους και μισοσκεπασμένους από το νερό. «Να σας ρωτήσω κάτι, αλλά καταρχήν να σας συστηθώ. Είμαι ο Τσάτσι η μύγα και ψάχνω τη νονά μου την Τσέλη». «Γεια σου» αποκρίνεται βαριεστημένα ο κροκόδειλος «εγώ είμαι ο Ντίλ και από ‘δω η Ντόρα η αλιγάτορας». «Ψάχνεις τη νονά σου ε;» ρωτά η Ντόρα. «Ναι! Μήπως την έχετε δει; Είναι ψηλή και αδύνατη, με δύο μεγαλα μάτια. Να, σαν και τα δικά μου. Μόνο που τα δικά μου είναι μπλε σαν του ωκεανού, ενώ αυτής είναι μελιά σαν από μέλι που έφτιαξαν 100 μέλισσες που είχαν φάει 3 κιλά γύρη από κερασολούλουδα και φραουλολούλουδα μαζί». «Μπα!» λέει κοφτά ο Ντιλ «Δεν την έχουμε δει και αν ζούσε εδώ θα την ξέραμε» και πριν προλάβει καλά καλά να τελειώσει αυτό που λέει δαγκώνει με μανία ένα ζουμερό μπέργκερ λαχανικών και αρπάζει και 10 τηγανητές πατάτες που είχαν τηγανιστεί σε χρυσό ηλιέλαιο. Τραβά στο τέλος και μια ρουφηξιά αναψυκτικό που κρατούσε στο
άλλο χέρι. «Εμ γι' αυτό είναι λίγο στρουμπουλούλης» σκέφτηκε ο Τσάτσι «και ας είναι και χορτοφάγος!» Η Ντόρα πάλι δεν είχε φάει ακόμα. Περίμενε την πίτσα με ανανά και φύκια που είχε παραγγείλει. «Εγώ λέω να σας αφήσω να απολαύσετε το φαγητό σας» λέει ο Τσάτσι, τους ευχαριστεί και πετά ψηλά συνεχίζοντας το ταξίδι του.
Και φυσάει και αυτός πετάει και φυσάει και αυτός πετάει... Και πέρασαν πάλι πολλές μέρες και νύχτες, μ΄αυτή τη φορά ήταν πιο πολλές και είδε τόσο μπλε που χόρτασε και το αριστερό του μάτι.
Ξαφνικά βλέπει ένα άγριο δάσος και μια σπηλιά που φαινόταν άδεια και ήσυχη. «Ας ξεκουραστώ λίγο» σκέφτηκε «πριν συνεχίσω το ψάξιμο». Μόλις ακουμπά το ποπουδάκι του σε μια σκληρή και κρύα πέτρα και πριν καλά καλά ανασάνει ακούει ένα βογκητό «κουχ κουχ» και ξάφνου ακόμα ένα κάπως αλλιώτικο «κιχ κιχ». Κουχ κουχ, Κιχ κιχ, και μετα... «Εσύ με κόλλησες!» «Τι λες βρε Πάγκο που εγώ σε
κόλλησα, που όλη μέρα τριγυρνούσες στις βροχές και στις λάσπες και δε φορούσες καν γαλότσες». «Εγώ;» απαντά με θυμωμένη και βραχνή φωνή ο Πάγκο. «Εσύ, που βγαίνεις πάντα βράδυ χωρίς μπουφάν για βόλτα και φυσά! Εσύ με κόλλησες βρε Ρίδα!» Ο Τσάτσι με μια αστραπιαία κίνηση ανοίγει τη βαλίτσα του και αρπάζει μια μάσκα που του είχε φτιάξει η μαμά του από ίνες ιστού αράχνης Μαδαγασκάρης. Τους πλησιάζει, αλλά όχι πολύ γιατί θυμάται τη συμβουλή του μπαμπά του που είναι γιατρός «Δύο μέτρα απόσταση να κρατάς γιε μου και αν έχεις και μάσκα να την φοράς γιατί σε προστατεύει από τα μολυσμένα αεροζόλια». «Γεια σας, είμαι ο Τσάτσι και ψάχνω τη νονά μου την Τσέλη. Μήπως την έχετε δει; Να σας ευχηθώ περαστικά και αν χρειαστείτε κάτι να μου πείτε». «Όλα καλά» λέει η Ρίδα η νυχτερίδα «μια γρίπη είναι θα περάσει». «Καλέ τι λες; Εγώ σβήνω, χάνομαι» λέει ο παγκολίνος «με πεθαίνει αυτός ο πονόλαιμος, αχ και αυτό το κάψιμο στο στήθος... σαν φωτιά στο δάσος του Αμαζονίου μου καίει τα σωθηκά!» «Δε θέλω να γίνομαι ενοχλητικός, αλλά μήπως έχετε δει τη νονά μου που τυχαίνει να είναι και θεία μου και την λένε Τσέλη;» «Μπα όχι. Τσέλη, Τσέλη... δε μας λέει κάτι το όνομα» αποκρίνονται και οι δύο. «Καλά τότε» λέει ο Τσάτσι «θα σας φτιάξω μια σούπα με ρύζι Ιμαλαΐων και μπόλικο μπλε μονγκολέζικο λεμόνι που κάνει για το κρυολόγημα και θα γίνεται περδίκια!» Και αυτό κάνει ο Τσάτσι, φτιάχνει γρήγορα μια σούπα, την αφήνει στη σπηλιά, τους εύχεται περαστικά και συνεχίζει το ταξίδι του.
Καθώς ανέβαινε ψηλά στον ουρανό ξεκινά ένας δυνατός αέρας και φυσάει και πετάει και φυσάει και πετάει... Ξαφνικά ξεπροβάλλει πίσω από κάτι πυκνά ροζ αφράτα σύννεφα μια οροσειρά και καθώς πετούσε πάνω από αυτή βλέπει στο βάθος ένα μεγάλο ναό. «Εδώ θα κάνω μια στάση να ρωτήσω» σκέφτηκε. «Τόσος κόσμος περνά από ‘δώ, όλο και κάποιος θα την έχει δει». Καθώς προσγειώνεται βλέπει ένα ταψί γεμάτο γάλα. «Εδώ είμαστε! Θα πιω να ξεδιψάσω και θα συνεχίσω το ψάξιμο». Και καθώς έπινε γάλα βλέπει ξάφνου δίπλα του έναν ωραίο μεγάλο αρουραίο με γυαλιστερό τρίχωμα. «Πιες και εσύ, αλλά με μέτρο» του λέει αυτός. «Γεια σου, είμαι ο Τσάτσι και ψάχνω τη νονά μου. Τσέλη την λένε, μήπως την έχεις δει;» «Τσέλη... Τσέλη... Μπα δε μου λέει κάτι το όνομα, αλλά μπορούμε να ρωτήσουμε την Άντα την αγελάδα». «Καλέ, ποια είναι η Άντα; Εδώ παντού αγελάδες βλέπω, πώς θα την βρούμε; Και το όνομά σου δεν μου είπες». «Είμαι ο Τιμολέων, ο ωραίος αρουραίος και την Άντα θα την βρούμε μην ανησυχείς. Έχει μια πράσινη ανταύγεια που την έφτιαξε από χλωροφύλλη που έκανε εισαγωγή από τον πλανήτη Άρη. Είναι μοναδική! Και όλα αυτά γιατί είναι κομμώτρια. Αυτή τις ξέρει όλες. Γι’ αυτό σου λέω, αν κάποιος ξέρει τη νονά σου τότε αυτός είναι η Άντα». Και καθώς περπατούσαν να τη και η Άντα με την καταπληκτική πράσινη ιριδίζουσα ανταύγεια της. «Καλά έχω δει πολύ πράσινο αλλά αυτό είναι τόσο μοναδικό» σκέφτηκε ο Τσάτσι. «Γεια σου Άντα» λέει ο Τιμολέων. «Απο ’δώ το φιλαράκι ο Τσάτσι ψάχνει για τη νονά του τη Τσέλη». Χλατς Χλατς ακούγεται από την Άντα που εκείνη την ώρα έτρωγε το λαμπερό ριζότο της που έφτιαξε με χρυσόσκονη κάρυ. «Χμμμμμ... Δεν την ξέρω, σίγουρα δε ζει εδώ. Αν ζούσε, σίγουρα θα την ήξερα. Όλες περνούν από την Άντα τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους» λέει περήφανη και συνεχίζει το μεσημεριανό της πριν επιστρέψει και πάλι στη δουλειά. «Λυπάμαι πολύ» λέει ο Τιμολέων «αλλά συνέχισε το ψάξιμο και θα την βρεις».
Μαζεύει τα πράγματά του ο Τσάτσι και αναχωρεί. Και φυσάει και αυτός πετάει και φυσάει και αυτός πετάει και βλέπει ένα μέρος που το είχε ξαναδεί. Ένα ονειρικό, ένα φανταστικό, ένα παραδεισένιο μέρος! Ναι, το είχε δει σε φωτογραφίες από τους γονείς του. «Το ξέρω αυτό το μέρος, εδώ έκαναν μήνα του μέλιτος» λέει. «Λες να είναι εδώ η νονά μου;» Και κάπου εκεί, σε μια παραλία με κάτασπρη άμμο σαν αλεύρι, βλέπει ένα καβούρι. «Καλημέρα, είμαι ο Τσάτσι και ψάχνω για τη νονά μου. Τσέλη την λένε, μήπως πήρε κάτι τ’αυτί σου; Δε ζει εδώ, αλλά λέω μήπως είναι εδώ για διακοπές;» «Καλημέρα, εγώ είμαι ο Γιούρη το καβούρι. Όχι δεν είμαι αστροναύτης, το όνομα μου μού το έδωσε ένας Ρώσσος πολυεκατομμυριούχος, ο Βλαντιμίρ, που κάνει εδώ διακοπές δεκατέσσερις με δεκαπέντε φορές τον χρόνο. Τσέλη ε; Έχω δει πολύ κόσμο και έχω ακούσει μύρια ονόματα, ίσα με τα λεφτά του Βλαντιμίρ, αλλά αυτό το όνομα δεν το ’χω ξανακούσει και δε μου λέει κάτι. Λυπάμαι πολύ. Αλλά μπορούμε να ρωτήσουμε τη Λόνα. Έχει το πιο γνωστό εστιατόριο σε μια πανέμορφη παραλία, μία από τις ομορφότερες στον κόσμο και από το εστιατόριό της περνάνε όλοι όσοι πατάνε το πόδι τους στο νησί μας». Ο Γιούρη είχε δίκαιο, αυτή η παραλία ήταν απλά η ομορφότερη που είχε δει ο Τσάτσι στη ζωή του, που αν και μικρός σε ηλικία, είχε δει πολλές. «Αυτό το χρώμα δε το ’χω ξαναδεί» είπε ο Τσάτσι στον Γιούρη. «Είναι και μπλε και τιρκουάζ και πράσινο και γαλάζιο μαζί. Είναι απλά υπέροχη» είπε. Κατά μήκος της παραλίας βλέπουν μια μεγάλη χελώνα που ερχόταν κουνιστή και λυγιστή με αργό βηματισμό προς το μέρος τους. «Μην την βλέπεις έτσι» λέει ο Γιούρι στον Τσάτσι. «Άμα πάρει αυτή μπρος σερβίρει 100 άτομα με πεντάρι μενού σε δύο ώρες! Και αμούς μπους και ορεκτικό και σούπα και κυρίως πιάτο και επιδόρπιο. Να φανταστείς συνέτριψε το ρεκόρ του θείου της του Λεωνίδα που όλα αυτά τα έκανε σε 2 ώρες, 13 λεπτά και 57 δευτερόλεπτα. Αυτή το κάνει σε 2 ώρες, 6 λεπτά και 19 δευτερόλεπτα. Γεια σου Λόνα, εσύ που έχεις δει κόσμο και κοσμάκη, μήπως έχεις δει και τη νονά του νεαρού από ‘δώ; Τσέλη την λένε». «Οφείλω να ομολογήσω πως όχι, αυτό το όνομα δε μου λέει κάτι και είμαι σίγουρη γιατί όλους του θυμάμαι που έχουν περάσει από ‘δω. Λυπάμαι νεαρέ μου αλλά η νονά σου δεν πέρασε από εδώ».
Έτσι αποφασίζει ο Τσάτσι να συνεχίσει το ταξίδι του και πετάει ψηλά αλλά δε φυσούσε αρκετά και δεν πήγε και πολύ μακριά. Δυο μέρες μόνο και έφτασε κάπου που τα δέντρα είναι λίγα, το νερό δε το βρίσκεις εύκολα αλλά έχει πολλά ζώα. Και εκεί που καθόταν κάτω από ένα δέντρο, ένα από τα λίγα, βλέπει τέσσερα λεπτά και μακριά πόδια. Το ξέρω αυτό το ζώο σκέφτηκε και καθώς κοιτά λίγο πιο ψηλά σιγουρεύεται ότι αυτό που βλέπει είναι μια καμηλοπάρδαλη. Αλλά αυτή δεν ήταν σαν όλες τις άλλες. Ο λαιμός της δεν ήταν μακρύς! «Σε χαιρετώ, είμαι ο Τσάτσι και ψάχνω την Τσέλη, τη νονά μου την Τσέλη. Μήπως την έχεις δει;» «Γεια σου είμαι η Γκίρα. Μπα, δεν έχουμε καμία Τσέλη εδώ στα μέρη μας. Τουλάχιστον εγώ δεν έχω ακούσει αυτό το όνομα, αλλά μπορούμε να ρωτήσουμε τον Ίαν. Αυτός πηδά από κλαδί σε κλαδί και έχουν δει πολλά τα μάτια του. Γνωρίζει πολύ κόσμο. Αν κάποιος την έχει δει, τότε θα είναι ο Ίαν. Επειδή ο λαιμός μου δεν είναι πολύ μακρύς για καμηλοπάρδαλη, έχε το νου σου και εσύ που πετάς από ψηλά μήπως τον δεις. Έχει κάτι μωβ γραμμές επάνω του. Είχε ένα ατύχημα μια φορά, συγκρούστηκε με μια ασπρομώβ ζέβρα που από την πολλή ηλιοθεραπεία έπαθε μωβίαση». «Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;» λέει ντροπαλά ο Τσάτσι. «Βεβαίως» λέει η Γκίρα. «Γιατί ο λαιμός σου είναι τόσο κοντός; Εννοώ αυτό δεν συνηθίζεται σε καμηλοπαρδάλεις. Θέλω να πω, εμένα δε με ενοχλεί. Είμαι απλά περίεργος γιατί αλλιώς σε ξέρω από τα βιβλία». «Καλέ κανένα πρόβλημα! Νόμιζα θα με ρωτούσες πόσο χρονών είμαι και προς στιγμή τρόμαξα. Δε ξέρω γιατί έχω κοντό λαιμό, αυτά συμβαίνουν στη φύση, δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι αυτό αποτελεί προνόμιο για μένα. Εκεί που όλες οι φίλες μου τρώνε τα φύλλα ψηλά στα δέντρα και τσακώνονται ποιά θα προλάβει, εγώ έχω όλα τα χαμηλά για πάρτυ μου. Άσε που όταν θέλω να πιω νερό δεν χρειάζεται να σκύψω πολύ και δεν πονάει η μέση μου. Και γι' αυτό πίνω πολύ νερό και διατηρώ την επιδερμίδα μου τόσο αφράτη και απαλή». Ο Τσάτσι έσκασε στα γέλια. Η Γκίκα του έφτιαξε τη μέρα. «Νομίζω ότι βρήκα τον Ίαν! Είναι μήπως ένας μπαμπουίνος;» ρωτά ο Τσάτσι. «Ναι, αυτός είναι» λέει η Γκίρα. «Ωραία. Να τος. Κρέμμεται ανάποδα από ένα δέντρο. Γειά σου Ίαν, από δώ ο Τσάτσι ψάχνει για τη νονά του». «Που είναι και θεία μου» λέει αυτός. «Τη λένε Τσέλη. Μήπως έχεις ακούσει γι’αυτή ή την έχεις δει;» «Τσέλη, Τσέλη.... μπα όχι, εδώ δεν είναι σίγουρα. Πρέπει να ψάξεις αλλού Τσάτσι. Σου εύχομαι καλό ταξίδι».
Κουρασμένος και απογοητευμένος ο Τσάτσι, μαζεύει όσες δυνάμεις του έχουν απομείνει και πετάει ψηλά. Φυσούσε μα ήταν ένας αλλιώτικος άνεμος, που κουβαλούσε μαζί του και μια κόκκινη σκόνη. Ένα σύννεφο κόκκινης σκόνης τον παρέσυρε και ούτε τη μύτη του δεν μπορούσε να δει. Και φυσούσε και αυτός πετούσε και φυσούσε και αυτός πετούσε, μέχρι που προσγειώθηκε σε ένα μέρος που οι ήχοι, τα χρώματα και οι μυρωδιές κάτι του θύμιζαν. «Βρε λες;» σκέφτηκε. «Νομίζω το ξέρω αυτό το μέρος». Περπατώντας λοιπόν σε ένα σκονισμένο χωράφι, συναντά ένα μακρυμάλλη γαιδαράκο «Γεια σου φιλαράκι» του λέει αυτός. «Ποιος είσαι, πού πας και τι ψάχνεις;» Ο Τσάτσι σάστισε. «Λίγο αδιάκριτος ο τύπος» σκέφτηκε. «Τσάτση με λένε και ψάχνω για τη νονά μου, που τυγχάνει να είναι και θεία μου και τη λένε Τσέλη. Μήπως την ξέρεις;» «Χμμμμ, Τσέλη, Τσέλη... Δε νομίζω... Α, για περίμενε, κάτι μου λέει το όνομα. Ξέρω μια Τσέλη! Την είχα δασκάλα στο δημοτικό». «Ναι και η νονά μου είναι δασκάλα» λέει ο Τσάτσι και ένα φαρδύ πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. «Βρε λες να την βρήκα;» σκέφτηκε χαρούμενος. «Και πού μπορώ να τη βρω; Μήπως ξέρεις που μένει; Το όνομα σου ξέχασες να μου πεις». «Γκάρι με λένε φιλαράκι, αλλά άστα λόγια και έλα να σε πάω γρήγορα στην Τσέλη». Και ξεκίνησαν να περπατάνε. «Αν μιλάμε για το ίδιο πρόσωπο» λέει ο Γκάρι, «τότε πρέπει να σε πάω γρήγορα κοντά της γιατί μπορεί να με βάλει πάλι καμιά περίεργη τιμωρία. Θα λέει ότι άργησα και τα δικά της. Θυμάμαι μια φορά που άργησα 17.22 δευτερόλεπτα να πάω στην τάξη κι αυτή με έβαλε να κάνω 1722 γύρους του γηπέδου. Μετά από 17 ημέρες και 22 ώρες τα κατάφερα, αλλά όταν πήγα στην τάξη αυτή με έστειλε στο σπίτι γιατί τα μαλλιά μου είχαν μακρύνει. Κι εγώ από τότε φιλαράκι ούτε ξαναέτρεξα ούτε ξανακουρεύτηκα! Τέλος πάντων, φτάσαμε. Εδώ μένει». «Δίκαιο έχεις, εδώ μένει. Αυτό είναι το σπίτι της» λέει πλημμυρισμένος χαρά ο Τσάτσι. «Σ’ευχαριστώ πολύ Γκάρι»! Η νονά, που ήταν και θεία του Τσάτσι, ήταν εκείνη την ώρα έξω και φρόντιζε τον κήπο της. Κήπος, τρόπος του λέγειν. Είχε 2 κάκτους και 3 καλλοπιστικά αλλά κάθε απόγευμα σπαταλούσε 5 ώρες για να τα φροντίσει. Μια ώρα για το καθένα! Ξαφνικά βλέπει τον Τσάτσι και αυτός τρέχει, κάνει σβούρες και φωνάζοντας δυνατά το όνομα της πέφτει στην αγκαλιά της.
«Νονά Τσέλη, νονά Τσέλη!»
«Αχ μικρέ μου Τσάτσι...»


Δήμητρα Θεοκλήτου
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας