Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Κυκλοφορεί ήδη το συλλογικό έργο, με κείμενα που διαγωνίστηκαν, από τις εκδόσεις Δερέ. *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Χαμένες ημέρες μιας μαύρης ηπείρου * Πάροδος * Μέτοικοι καιροί * Στην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις * Η ανταλλαγή * Ντέστινι * Η ζωή αλλιώς * Η αλήθεια μου... η μισή * Μαθήματα εμπιστοσύνης ** Ποίηση: Cyborg Sapiens * Αβινιόν * Ευτελή τιμαλφή: Σονάτες και καντάτες ** Διηγήματα: Βραχέα ρήματα: Επτά μικρές ιστορίες * Ξιπασμένες νοικοκυρές ** Άλλα: Ψίθυροι από μια άλλη ζωή * Μπίτερ λοβ & μαύρες γάτες * Συνοικία Αγία Φωτεινή * Έξι τίτλοι των εκδόσεων Εκλυστής * Οδηγός βικτωριανής απόλαυσης ** Νουβέλες: Η μέρα του καρναβαλιού * Οι πυγολαμπίδες θα λάμπουν στο σκοτάδι (για πάντα) * Διαμέρισμα με αριθμό 7 * Τα κόκκινα παπούτσια

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2021

Η αλεπού έκοψε την κότα

Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Ε Σ Τ Ο Υ Χ Ω Ρ Ι Ο Υ
Γιώργου Καριώτη

Πίνακας ζωγραφικής της καλλιτέχνιδος Krystyna (Chickens, ακρυλικό, 2019)

Χθες πρωί πρωί αξημέρωτα σχεδόν, ενώ έφευγα καθυστερημένος όπως συνήθως για τη δουλειά μου στο πρότυπο συνεταιριστικό ορνιθοτροφείο μας, συνάντησα στη στάση την έντρομη γειτόνισσα η οποία με λυγμούς με ενημέρωσε ότι μια αλεπού είχε κόψει την κότα της και της άμοιρης της ξαδέρφης της που μένει δίπλα. Δεν την είχε δει βέβαια μέσα στο σκοτάδι αλλά ήταν σίγουρη. Τι άλλο να ήτανε; Οι κότες κακαρίζανε μες στα μεσάνυχτα, ο κόκορας λαλούσε... Ήξερε αυτή από αλεπούδες. Όταν ήτανε μικρή τής έλεγε παραμύθια η γιαγιά της. Αργότερα στο σχολείο είχε μάθει και τις πονηριές τους από τον Αίσωπο. Της είχε πει βέβαια και παραμύθια με λύκους αλλά αυτοί είχανε να φανούνε στο χωριό εδώ και δεκαετίες. Τους είχαμε ξεπαστρέψει κανονικά για να μην μας πειράζουν τα γουρουνάκια μας. Τους φοβόντουσαν και οι γιαγιάδες μετά τα παθήματα της άμυαλης κοκκινοσκουφίτσας.
Την άκουσε και η γυναίκα μου, η οποία πάντα με ξεπροβόδιζε αφού με ξύπναγε με τον τρόπο της και μου έφτιαχνε τον πρώτο καφέ. Λέγανε ότι το έκανε για να σιγουρευτεί ότι θα φύγω γιατί όσο έλειπα είχε κάτι νταραβέρια. Σιγά μην τους πίστευα. Με ζηλεύανε γιατί ήταν νόστιμη, μικρή και με αισθητή απόκλιση από τον μέσο σταθμικό όρο, τσαχπίνα. Όταν την ρώταγα πώς είχε μάθει τόσα κόλπα με αποστόμωνε λέγοντας ότι το είχε έμφυτο κι αν δεν μου άρεσε… Τρελός ήμουνα; Μια χαρά πέρναγα, ίσως κι άλλοι. Οι αλεπούδες έγιναν δύο λοιπόν και οι κομμένες κότες τέσσερις.
Το νέο διέρρευσε φυσικά γιατί ήταν σοβαρό, όχι κουτσομπολιό. Από τέτοια όσα θες. Να φαν κι οι κότες, όπως λέμε.
Το είπα σε τρεις συγχωριανούς στο λεωφορείο για να έχουν το νου τους κι απ’ ό,τι έμαθα αργότερα το είπε και η γυναίκα μου σε τρεις φιλενάδες της, που βολοδέρνανε κι αυτές από τότε που έκλεισε το χοιροτροφείο στο οποίο δουλεύανε. Όχι λόγω των λύκων αλλά λόγω του ότι ο επενδυτής –δικαιούχος κοινοτικών ενισχύσεων– ήτανε αγιογδύτης. Αφού τσέπωσε το χρήμα βάρεσε κανόνι. Την κοπάνησε με το Cayenne, το φουσκωτό και την γκόμενα κι ακόμα τους χρωστάει. Πληρώνουν και τους δικηγόρους για τα δικαστήρια, που όλο αναβάλλονται λόγω κωλύματός του. Οι αλεπούδες έγιναν δώδεκα και οι κομμένες κότες είκοσι τέσσερις, λοιπόν.
Τα κακά μαντάτα διαδόθηκαν φυσικά στην αγορά. Όσο δούλευα, το χωριό είχε μετονομασθεί σε Αλεποχώρι. Αφού ξύπνησα από τον απογευματινό ύπνο και ήπια έναν ακόμα καφέ από την χρυσοχέρα μου, κι ας λένε ό,τι θέλουνε, πήγα στο καφενείο, όπου με τους άλλους τρεις συναδέλφους μου και με ισάριθμα καραφάκια τσίπουρο, παίζαμε πρέφα. Μας πέτυχε θρηνώντας η γειτόνισσα.
«Πω πω πω, τι κακό μας βρήκε!», οδυρόταν. «Τι είναι αυτό που μας έλαχε; Ποιος εξαποδός μας καταράστηκε; Το χωριό έχει μείνει χωρίς κότες και γεμίσει πεινασμένες αλεπούδες. Θα μας κόψουνε κι εμάς, χαθήκαμε!»
Όταν τελειώσαμε τους τέσσερις γύρους τσίπουρα και τις παρτίδες, σοβαρέψαμε. Φωνάξαμε και τους άλλους, που παίζανε τάβλι ή δηλωτή, να δούμε τι θα κάνουμε. Άλλωστε και το θέμα απαιτούσε ανάλογη προσέγγιση. Ένα σεβαστό μέρος του εισοδήματός μας προέρχονταν από τις πωλήσεις αυγών και νωπών πουλερικών. Μας κυρίεψε πανικός. Ο παπάς, που μας παρακολουθούσε επιτιμητικά πίνοντας την καθιερωμένη –κερασμένη από τους κερδισμένους– κούπα του, συμβούλεψε να κάνουμε ευχέλαιο. Δεν του δώσαμε σημασία. Άλλα τα εγκόσμια κι άλλα τα επουράνια, όπως απαντούσε κι ο τσοπάνης ο παππούς μου όταν του λέγανε οι χωροφύλακες ότι θα πάει στην κόλαση επειδή έκλεβε τα γίδια των αλλονών. Πού το είχε μάθει τώρα αυτό; Ξύλο απελέκητο ήτανε.
Είχε πια νυχτώσει. Πήραμε φανάρια και φακούς, βάλαμε δολώματα, ψάξαμε παντού. Πουθενά οι αλεπούδες. Ένας δυο μάλιστα θερμόαιμοι και κουφιοκέφαλοι πυροβόλησαν, ευτυχώς στον βρόντο. Ας όψονται τα νοθευμένα τσίπουρα του καφετζή.
Σήμερα το πρωί, μετά την εκκλησία, ξενυχτισμένοι αλλά ξενέρωτοι, ή ίσως πιο νηφάλιοι, το αντιμετωπίσαμε πιο ρεαλιστικά. Αλεπού δεν είχαμε δει ακόμα έστω και για δείγμα, ούτε καν περιττώματά της μετά τόσο φαΐ. Μετρήσαμε τις κότες μας, μα δεν έλειπε καμία. Όταν η ξαδέρφη της γειτόνισσας μας διαβεβαίωσε ότι δεν της είχαν κόψει καμία κότα αλλά ήτανε παραμύθι της αλληνής, που είχε το χούι από μικρή, το ξανασκεφτήκαμε. Βάλαμε τον άβακα στο τραπέζι και ξύναμε τα κεφάλια μας. Επιστροφή στα θρανία δηλαδή. Όχι πως καθόμαστε συχνά, όλο σκασιαρχείο κάναμε, τρομάρα μας. Τις σκέψεις μας διέκοψε η γειτόνισσα η οποία ήρθε τρέχοντας να μας ανακοινώσει ότι ξαναμέτρησε τις κότες της όπως μάζευε τ' αβγά και δεν της έλειπε καμία. Ποτέ δεν ήτανε καλή στην αριθμητική δικαιολογήθηκε ναζιάρικα.
Όλα καλά λοιπόν, με ή χωρίς αλεπούδες. Τι μας ένοιαζε τώρα για κείνες; Μακριά από τον @@@ μας κι ας είναι και στου κοντοχωριανού.
Συνεχίσαμε λοιπόν ανακουφισμένοι να μαζεύουμε αυγά και να κόβουμε κοτόπουλα, να τα συσκευάζουμε και βουρ για τα σούπερ μάρκετ. Κάποιοι μάλιστα άπιστοι νεαροί με επιχειρηματικά, λόγω ανεργίας, μυαλά, παραμονεύανε μήπως τους τύχουν αλεπούδες να τις κάνουνε γουναρικά.
Είχανε βάλει και κάτι κόκορες για δόλωμα. Αλλά πού! Πιο χρήσιμοι θα ήταν κρασάτοι. Για τους μη χορτοφάγους φυσικά.


Copyright © Γιώργος Καριώτης All rights reserved, 2021
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα ζωγραφικής της καλλιτέχνιδος Krystyna (Chickens, ακρυλικό, 2019)

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Η ανταλλαγή, Νίκου ΤσουρλάκηΑβινιόν, Χρυσής ΓιάντσιουΣτην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις, Νέλλης ΣπαθάρηΈξι τίτλοι από τις εκδόσεις ΕλκυστήςCyborg Sapiens, Δημήτρη ΟρφανίδηΒραχέα ρήματα: Επτά μικρές ιστορίες, Παναγιώτη ΚωνσταντόπουλουΜέτοικοι καιροί, Νίκου Σκορίνη
Τα κόκκινα παπούτσια, Μαρίνας Ξένου-ΚασσιανούΟδηγός βικτωριανής απόλαυσηςΗ μέρα του καρναβαλιού, Μαριλένας ΠαππάΜπίτερ λοβ & μαύρες γάτες, Γεωργίας ΣύκαΣυνοικία Αγία Φωτεινή, Κωνσταντίνου ΓρηγοριάδηΟι πυγολαμπίδες θα λάμπουν στο σκοτάδι (για πάντα), Θεόδωρου ΟρφανίδηΞιπασμένες νοικοκυρές, Έφης Καραμπά
Πάροδος, Βάσως ΒεκρήΗ αλήθεια μου... η μισή, Έλλη ΞυρούΕυτελή τιμαλφή: Σονάτες και καντάτες, Γιώργου ΚαριώτηΨίθυροι από μια άλλη ζωή, Αθανάσιου ΔαββέταΗ ζωη αλλιώς, Αναστασίας Ξενοφώντος-ΓαϊτάνουΔιαμέρισμα με αριθμό 7, Καίτης ΔροσίνηΜαθήματα εμπιστοσύνης, Φίλιππου Πισσαλίδη