Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Κυκλοφορεί ήδη το συλλογικό έργο, με κείμενα που διαγωνίστηκαν, από τις εκδόσεις Δερέ. *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Χαμένες ημέρες μιας μαύρης ηπείρου * Πάροδος * Μέτοικοι καιροί * Στην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις * Η ανταλλαγή * Ντέστινι * Η ζωή αλλιώς * Η αλήθεια μου... η μισή * Μαθήματα εμπιστοσύνης ** Ποίηση: Cyborg Sapiens * Αβινιόν * Ευτελή τιμαλφή: Σονάτες και καντάτες ** Διηγήματα: Βραχέα ρήματα: Επτά μικρές ιστορίες * Ξιπασμένες νοικοκυρές ** Άλλα: Ψίθυροι από μια άλλη ζωή * Μπίτερ λοβ & μαύρες γάτες * Συνοικία Αγία Φωτεινή * Έξι τίτλοι των εκδόσεων Εκλυστής * Οδηγός βικτωριανής απόλαυσης ** Νουβέλες: Η μέρα του καρναβαλιού * Οι πυγολαμπίδες θα λάμπουν στο σκοτάδι (για πάντα) * Διαμέρισμα με αριθμό 7 * Τα κόκκινα παπούτσια

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

Κι η γη εξακολουθούσε να γυρίζει

Παναγιώτη Κατσαμπέρη

Πίνακας Paul Klee (Cold city)

Μπήκα βιαστικός στο αυτοκίνητο για τη δουλειά, όπως κάθε μέρα. Το ρολόι έδειχνε 9:05, είχα ήδη καθυστερήσει. Η θερμοκρασία στο ταμπλό του αυτοκινήτου έδειχνε -5. Περίμενα λίγα λεπτά να ζεσταθεί ο κινητήρας και να ξεπαγώσουν τα τζάμια. Η αργοπορία μεγάλωνε προοδευτικά. Μαζί με αυτήν και το άγχος λόγω της μη έγκαιρης προσέλευσης στην εργασία. Έχει συμβεί κι άλλες φορές και δεν έγινε τίποτα, η γη εξακολουθούσε να γυρίζει και μετά απ' αυτό. Αλλά απ' την άλλη δεν ήθελα να δίνω δικαιώματα, σε κανέναν. Τόσο κόπο είχα κάνει να τα αποκτήσω. Δεν ήθελα να δίνω γενικώς. Άλλωστε, ποιος δίνει αν δεν πάρει;
    Το τιμόνι κι αυτό παγωμένο, όπως όλα γύρω μου, αυτοκίνητο «ιγκλού», παγωμένες προσωπικές ιστορίες, ζωές στον πάγο, καρδιές κατεψυγμένες, δισεκατομμύρια άνθρωποι στην κρυογονική να προστατεύουν τα υπόθερμα εγώ τους. Γκάζωσα για να περιορίσω την αργοπορία κι ίσως να ανακουφίσω τα τσιτωμένα μου νεύρα από το μάταιο κυνήγι του χρόνου. Κόντευα στην έξοδο της πόλης. Από εκεί δεν απείχα παρά μόνο λίγα λεπτά, θα την πλάκωνα και λίγο παραπάνω.
    Η περιφερειακή μου όραση συνέλαβε την εικόνα από έναν ηλικιωμένο άνδρα να περπατά αργά με κοφτά μικρά βήματα, παπούτσι-βήμα. Πίσω του έσερνε ένα καρότσι άδειο, από αυτά της λαϊκής· Πέμπτη ήταν, σκέφτηκα, εκεί θα πήγαινε. Αμέσως συνειδητοποίησα ότι το σημείο που βρισκόταν απείχε τουλάχιστον 2 χιλιόμετρα από το χώρο της λαϊκής κι ότι με αυτό το βηματισμό θα χρειαζόταν περισσότερο από μια ώρα για να φθάσει. Κι η θερμοκρασία στο -5. Αργός θάνατος. Αλλά είχα αργήσει ήδη στη δουλειά και οι σκέψεις, και μόνο αυτές καθαυτές, με καθυστερούσαν κι άλλο. Εδώ δε νοιάστηκαν οι οικείοι του, γιατί να ενδιαφερθώ εγώ; Και βιαζόμουν. Πολύ. Άλλωστε, δεν μπορεί, κάποιος θα τον δει και θα τον πάρει. Προσπέρασα την εικόνα και τις σκέψεις που αποπειρώνταν αλτρουιστικά. Γκάζωσα κι άλλο. Όμως μια πιο θερμή σκέψη συνέχισε τον εσωτερικό διάλογο με ενοχλητικές ερωτήσεις. Κι αν δεν είχε κανέναν οικείο; Κι αν δε σταματούσε κανένας; Θα τα κατάφερνε να φτάσει στον προορισμό του; Κι αν τα κατάφερνε, θα έφθανε σίγουρα κατάκοπος και παγωμένος. Η ετυμηγορία δεν άργησε να βγει. Κανείς δεν θα τον πρόσεχε. Κανείς. Όλοι βιάζονται σήμερα. Μόνο εγώ τον πρόσεξα. Μόνο εγώ θα μπορούσα. Αν ήθελα. Θα αργούσα βέβαια, αυτό ήταν σίγουρο. Αλλά ξαφνικά ήθελα. Έστριψα απότομα δεξιά και μετά ξανά προς τα πίσω, να διασχίσω τα πέντε οικοδομικά τετράγωνα που μας χώρισαν οι εγωιστικές μου σκέψεις.
    Σταμάτησα το αυτοκίνητο στην επόμενη διασταύρωση περιμένοντάς τον. Τον παρατήρησα καλύτερα όπως πλησίαζε αγκομαχώντας. Φορούσε ένα φαρδύ παντελόνι που τελείωνε κάτω ακόμα πιο φαρδύ, τύπου καμπάνα. Το παλτό κι αυτό φαρδύ, παράταιρο, πιο πολύ κρεμόταν πάνω του παρά το φορούσε. Ξένα ρούχα σκέφτηκα, εκτός κι αν το σώμα που τα φιλοξενούσε άλλαξε τόσο πολύ μέσα στο χρόνο.
    Δίστασα μια στιγμή. Δεν ήξερα πώς να τον προσεγγίσω. Πώς να τον προσφωνήσω; Μπορεί να με παρεξηγήσει. Ίσως να φοβάται να μπει σε ένα αυτοκίνητο με έναν τελείως άγνωστο. Ή απλά να αρνηθεί.
    — Καλημέρα μάστορα, είπα κι αμέσως το μετάνιωσα, καθώς μου 'ρθε στο μυαλό η ατάκα του πατέρα μου, που απαντούσε όταν κάποιος τον προσφωνούσε έτσι, πως «μάστορας είναι της κατσίκας ο κώλος, γιατί τα βγάζει όλα ίδια»...
    — Στη λαϊκή πηγαίνεις;
    — Ναι. Εκεί πας κι εσύ;
    — Εκεί πάω, αποκρίθηκα ψέμματα. Θέλεις να σε πάρω μαζί μου;
    Δεν απάντησε, παρά μόνο κατευθύνθηκε προς την πόρτα του αυτοκινήτου. Είτε το κρύο υπερίσχυε των φόβων του είτε δεν είχε λόγους να φοβάται. Πήρα το καροτσάκι του και το έβαλα στο πίσω κάθισμα. Έκατσε στη θέση του συνοδηγού με δυσκολία, παγωμένος ήδη· πόσο να είχε ήδη περπατήσει μες στο κρύο; Και μόνο που μπήκε, η θερμοκρασία μέσα κι έξω ανέβηκε αισθητά. Η μύτη του έτρεχε. Έβγαλε ένα μαντήλι, θα τη σκούπιζε μ' αυτό σε όλη τη διαδρομή. Ποιος χρησιμοποιεί πια μαντήλι; Έπειτα σκέφτηκα πως σε αντίθεση με μένα, ο παππούλης δε φορούσε μάσκα, ο ιός παραμόνευε ολούθε και το DNA του πιθανότατα θα εφάπτονταν των επιφανειών του αυτοκινήτου μου. Κοινωνική συμπεριφορά απαράδεκτη στις μέρες μας. Επέλεξα το παραδεκτό της κοινωνικοποίησης άλλων εποχών. Δεν με ένοιαζε. Εστίασα αλλού. Ο Πλεύρης, έτσι κι αλλιώς, δεν θα χωρούσε στο αυτοκίνητο.
    — Πώς σε λένε;, είπα για να σπάσω τον πάγο.
    — Στέργιο, αποκρίθηκε. Συστήθηκα κι εγώ.
    — Και αν επιτρέπεται, στα πόσα χρόνια έχεις φθάσει;
    — Αισίως έφθασα τα 81, απάντησε. Όσα θα είχε φθάσει σήμερα κι ο πατέρας μου...
Δεν τόλμησα να ρωτήσω τίποτα άλλο. Φοβήθηκα μη φανώ αδιάκριτος, μην τύχει και τον στενοχωρήσω με προσωπικές ερωτήσεις.
Αντ' αυτού τον προέτρεψα:
    — Κύριε Στέργιο, έχει πολύ κρύο έξω. Όταν τελειώσεις από τη λαϊκή παρακάλεσε κάποιον με αυτοκίνητο να σε φέρει πίσω.
    — Κανείς δεν σε παίρνει, είπε. Ποιος σε βάζει στο αυτοκίνητο σήμερα; Άλλωστε, μέχρι το μεσημέρι θα έχει ζεστάνει ο καιρός.
    Τον φαντάστηκα να περπατά φορτωμένος με τα ψώνια του, ολόκληρο εκείνο το κρύο πρωινό. Ζορίστηκα, μα δεν είχα λύση. Τουλάχιστον θα γλυτώσει το «πήγαινε» σκέφτηκα, ενώ παράλληλα αισθάνθηκα ευγνωμοσύνη που εγώ δεν ήμουν αναγκασμένος να κυκλοφορώ πεζός στην παγωνιά.
    Τον άφησα στην αρχή της λαϊκής. Έφυγε χωρίς να με ευχαριστήσει. Δεν με ένοιαξε, ούτε τώρα με νοιάζει. Ίσως να αιφνιδιάστηκε κι αυτός από τη συγκεκριμένη αλληλεπίδραση, όπως αιφνιδιάστηκε κι η αφεντιά μου. Στη δουλειά έφτασα λιγάκι αργοπορημένος, αλλά η γη εξακολουθούσε να γυρίζει. Εγώ πάντως τα είχα καταφέρει, έστω για μια φορά να παραγκωνίσω το εγώ. Σκέφτηκα πόσο ομορφότερος θα ήταν ο κόσμος αν καθημερινά έκανα κάτι αντίστοιχο, κάτι τόσο απλό. Κι αν το κάναν κι άλλοι, ακόμα ομορφότερος. Θα πρέπει να συμφώνησε κι ο πατέρας μου, γιατί τον είδα να μου χαμογελάει από κει ψηλά.


Copyright © Παναγιώτης Κατσαμπέρης All rights reserved, 2022
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα Paul Klee (Cold city)

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Η ανταλλαγή, Νίκου ΤσουρλάκηΑβινιόν, Χρυσής ΓιάντσιουΣτην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις, Νέλλης ΣπαθάρηΈξι τίτλοι από τις εκδόσεις ΕλκυστήςCyborg Sapiens, Δημήτρη ΟρφανίδηΒραχέα ρήματα: Επτά μικρές ιστορίες, Παναγιώτη ΚωνσταντόπουλουΜέτοικοι καιροί, Νίκου Σκορίνη
Τα κόκκινα παπούτσια, Μαρίνας Ξένου-ΚασσιανούΟδηγός βικτωριανής απόλαυσηςΗ μέρα του καρναβαλιού, Μαριλένας ΠαππάΜπίτερ λοβ & μαύρες γάτες, Γεωργίας ΣύκαΣυνοικία Αγία Φωτεινή, Κωνσταντίνου ΓρηγοριάδηΟι πυγολαμπίδες θα λάμπουν στο σκοτάδι (για πάντα), Θεόδωρου ΟρφανίδηΞιπασμένες νοικοκυρές, Έφης Καραμπά
Πάροδος, Βάσως ΒεκρήΗ αλήθεια μου... η μισή, Έλλη ΞυρούΕυτελή τιμαλφή: Σονάτες και καντάτες, Γιώργου ΚαριώτηΨίθυροι από μια άλλη ζωή, Αθανάσιου ΔαββέταΗ ζωη αλλιώς, Αναστασίας Ξενοφώντος-ΓαϊτάνουΔιαμέρισμα με αριθμό 7, Καίτης ΔροσίνηΜαθήματα εμπιστοσύνης, Φίλιππου Πισσαλίδη