Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Κυκλοφορεί ήδη το συλλογικό έργο, με κείμενα που διαγωνίστηκαν, από τις εκδόσεις Δερέ. *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Χαμένες ημέρες μιας μαύρης ηπείρου * Πάροδος * Μέτοικοι καιροί * Στην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις * Η ανταλλαγή * Η ζωή αλλιώς * Η αλήθεια μου... η μισή * Μαθήματα εμπιστοσύνης ** Ποίηση: Cyborg Sapiens * Αβινιόν * Ευτελή τιμαλφή: Σονάτες και καντάτες ** Διηγήματα: Βραχέα ρήματα: Επτά μικρές ιστορίες * Ξιπασμένες νοικοκυρές ** Άλλα: Ψίθυροι από μια άλλη ζωή * Μπίτερ λοβ & μαύρες γάτες * Συνοικία Αγία Φωτεινή * Έξι τίτλοι των εκδόσεων Εκλυστής * Οδηγός βικτωριανής απόλαυσης * Ο Κεκλημένος ** Νουβέλες: Η μέρα του καρναβαλιού * Οι πυγολαμπίδες θα λάμπουν στο σκοτάδι (για πάντα) * Διαμέρισμα με αριθμό 7 * Τα κόκκινα παπούτσια * Επί –θεμάτων, γευμάτων και αισθημάτων– κοινωνία

Τρίτη 5 Απριλίου 2022

Πόλεμος

Άγγελου Χαριάτη

Ψηφιακό έργο Πέτρου Βαζακόπουλου (Sacred children)

Η νύχτα έπαιρνε να απλώνει τις μαύρες δαντέλες της στον αττικό ουρανό. Η κυρία Αργυρώ, μέσα από τις χαραμάδες των ματιών, πίσω από τα διπλά κρύσταλλα της μπαλκονόπορτας, έβλεπε τον άνεμο να δημιουργεί ιδιότυπους στροβίλους από αλουμινένιες συσκευασίες, ξερά φύλλα και λευκά χαρτάκια, λακτίζοντας άδεια κουτιά αναψυκτικού. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Έβλεπε τους λιγοστούς και τολμηρούς διαβάτες να σηκώνουν τους γιακάδες των παλτών τους ψηλά στον λαιμό τους, την ώρα που έσφιγγαν όλο και πιο σφιχτά τα κασκόλ τους γύρω του, θέλοντας να μετριάσουν την επίδραση του χιονιά.
Πίσω από τη φθαρμένη ρόμπα, που είχε αφεθεί στο έλεος του χρόνου και γερνούσε παρέα με την κάτοχό της, οι γαλαζωπές ακτίνες της τηλεόρασης έδιναν ένα τρομακτικό ιώδες φως μέσα στο μισοσκότεινο σαλόνι. Περισσότερο τρομακτικό ήταν το μήνυμα που μετέδιδαν με περίσσιο πάθος και ζέση οι νεόκοποι δημοσιογράφοι. Κρατώντας το μικρόφωνο στο χέρι, ακκίζονταν μπροστά στον τηλεοπτικό φακό και νόμιζαν, οι ταλαίπωροι, πως κρατούσαν όλον τον κόσμο στη μαλακή αδούλευτη χούφτα τους.
Με μια αργή κίνηση που υποδήλωνε παραίτηση, γύρισε το λιπόσαρκο γέρικο κορμί της προς την πηγή του ήχου. Είχε, χρόνια τώρα, εγκατασταθεί απρόσκλητο ένα βουητό, όμοιο με τον μονότονο συνεχόμενο βόμβο του μοτέρ του ψυγείου, φτάνοντας τις νύχτες της στα όρια του εφιαλτικού.
«Μάλιστα», υποτονθόρυσε βλέποντας τα νέα της ημέρας. Τα νέα που κατά έναν διαβολεμένο τρόπο ήταν πάντοτε χειρότερα από τα χθεσινά. «Αυτός ο κόσμος πάει από το κακό στο χειρότερο», συνέχισε το μουρμουρητό της. Με μεγάλη προσπάθεια, με ένα μικρό βήμα κάθε φορά, στηριζόμενη στη μεταλλική βακτηρία με τις πλαστικές απολήξεις, που έμοιαζαν με βεντούζες μαλακίου, κατάφερε να συρθεί μέχρι την αναπαυτική πολυθρόνα που χρόνια τώρα άκουγε τα παράπονά της και απορροφούσε τα δάκρυά της στα γεμάτα κατανόηση υφασμάτινα, γεμισμένα με πεπιεσμένο βαμβάκι, μπράτσα της.
Με έντονα κόκκινα γράμματα ώστε να τονιστεί η κρισιμότητα των στιγμών, αλλά και για να ερεθιστεί ο αμφιβληστροειδής χιτώνας των ανυποψίαστων τηλεθεατών, ο σκηνοθέτης του τηλεοπτικού δελτίου ειδήσεων απαιτούσε την άνευ όρων απόλυτη προσήλωσή τους: ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΔΗΣΗ. ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ. ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΩΝ ΡΩΣΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ.
Η κυρία Αργυρώ έσφιξε με όση δύναμη της απέμενε τη λαβή του μπαστουνιού της. Είδε μικρά παιδιά με ροζ σκούφους και γάντια να κρατάνε γερά τα χέρια των μανάδων τους. Είδε την αποφασιστικότητα στα μάτια των πατεράδων, που δακρυσμένοι τα άφηναν πίσω για να πολεμήσουν ενάντια στον εχθρό. Κι όλα αυτά ενώ είχαν περάσει εβδομήντα και πλέον χρόνια από τον τερματισμό του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν είχε ξεχάσει το δράμα στη Συρία, ούτε της Σερβίας, ούτε τον πόλεμο που ερχόταν από την Αφρική παρέα με την αφρικανική σκόνη. Μόνο που τώρα ήταν περισσότερο κοντά από ποτέ. Ο δυτικός κόσμος τον έκανε να φαίνεται τόσο κοντινός. Ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Το μυαλό της να θολώνει. Η εισβολή στην Κύπρο τής είχε προκαλέσει τα ίδια συναισθήματα. Σαράντα οκτώ χρόνια πριν, που έμοιαζαν να έχουν κυλήσει σαν νερό.
Νόμισε πως γύρω της είχε σχηματιστεί μια μυστηριώδης, σχεδόν τρομακτική αχλή. Και μέσα από την άλω του χαμηλού τεχνητού φωτός άρχισαν να δραπετεύουν εικόνες. Σάμπως να είχαν εκτοξευθεί από κύλινδρο όμοιο με εκείνο που χρησιμοποιείται στα πυροτεχνήματα. Κρυμμένες αρχικά πίσω από το δίχτυ της λησμονιάς. Είδε τον εαυτό της θολό, μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέπτη της ασθενούς μνήμης. Φορώντας μια κοντή φούστα, που ίσα που κάλυπτε το πάνω μέρος των μηρών της, το ξεθωριασμένο κόκκινο παλτό με τα τρία μεγάλα μαύρα στρογγυλά κουμπιά, που θύμιζαν μάτια μεταλλαγμένου Κύκλωπα, τις χοντρές μάλλινες κάλτσες μέχρι τα γόνατα, τα καλά παπούτσια, που φόραγε τις Κυριακές στη λειτουργία της Αγίας Μαρίνας και τις επετειακές φωτογραφίες. Σαν τη φωτογραφία που είχε φυλαγμένη στο πορτοφόλι της. Να στέκεται κάπως μουτρωμένη στα βράχια της Πνύκας με τα γκρίζα σύννεφα να σκεπάζουν το Εθνικό Αστεροσκοπείο, τότε που η Αθήνα είχε το μέγεθος μιας πολίχνης. Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί την τελευταία ημέρα που είδε ζωντανό τον πατέρα της. Ώρες μετά είχε ακολουθήσει τον Άρη Βελουχιώτη στα ψηλά βουνά της Στερεάς Ελλάδας. Της είχαν πει πως την είχαν σχεδόν σύρει μέχρι εκεί για να αποτυπώσουν την ημέρα της αναχώρησής του. Αχ και να το ήξερε! Δεν θα σηκωνόταν ποτέ από το ξύλινο σκληρό κρεβάτι της. Τουλάχιστον όχι μέχρι να της εγγυηθεί ο Χριστός ο ίδιος ότι θα ξανάβλεπε –και σύντομα μάλιστα– ζωντανό τον πατέρα της. Μέρες μετά είχε πια πάψει να πιστεύει στον Θεό.
Στην οθόνη εμφανίστηκαν στρατιώτες με φαιοπράσινες στολές, κραδαίνοντας τα αυτόματα όπλα τους. Το σκούρο μπλε βλέμμα τους ήταν απλανές. Αποφασιστικό, απέπνεε μια φαινομενική αίσθηση γενναιότητας. Η κυρία Αργυρώ καθάρισε τη λήμη από τα μικρά σαν κουμπότρυπες μάτια της. Για να βεβαιωθεί πως πίσω από τη γενναιότητα είχε φωλιάσει ο φόβος κι η αμφιβολία. Τους είδε να καπνίζουν. Οι γκριζωποί καπνοί μπλέκονταν με το θαύμα της αναπνοής.
Οι στολές πήραν ένα χρώμα χακί. Τα κράνη έμοιαζαν τώρα με ακίνητες πράσινες μέδουσες. Οι επιστήμονες είχαν ανακαλύψει πως οι μέδουσες δεν έχουν εγκέφαλο. Σαν σε ταινία είδε τους στρατιώτες της βρετανικής αυτοκρατορίας να στήνουν οδοφράγματα στο κέντρο της Αθήνας. Δυο ανάσες από το σπίτι της. Τα τάγματα του ΕΛΑΣ να δίνουν μάχες σώμα με σώμα. Μέσα στα γέρικα αφτιά της αντηχούσαν οι εκρήξεις των όλμων, οι πυροβολισμοί από ημιαυτόματα όπλα, οι κραυγές αγωνίας και πόνου, τα πνιχτά κλάματα, οι ξεδιάντροπες για τον ιερό σκοπό του πολέμου οιμωγές και, τέλος, οι επιθανάτιοι ρόγχοι.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Είχε επιστρέψει στην πραγματικότητα. Μέσα στο γυαλί πύρινες φλόγες έγλειφαν κουφάρια εργοστασίων και αστικών κατοικιών. Μέσα από το θλιβερό θέαμα των χρωμάτων του θανάτου, που αφήνουν πίσω τους οι ρουκέτες και οι βόμβες, διέκρινε και τις γνώριμες σ' εκείνη εκρήξεις. Μαζί με τη μητέρα της, τα τρομαγμένα γυναικόπαιδα της γειτονιάς και τους ανήμπορους άντρες που είχαν χάσει την αθωότητα και σάρκινα κομμάτια του εαυτού τους στην οροσειρά της Πίνδου, παρακολουθούσαν τον βομβαρδισμό του λιμανιού του Πειραιά. Σαν να παρακολουθούσαν κινηματογράφο. Έλειπε μόνο το γέλιο, είχε μείνει μόνο το δάκρυ στις άκρες των ματιών τους. Και ο αλμυρός πασατέμπος. Η καταραμένη πείνα της Κατοχής τούς είχε αναγκάσει να επιζητούν, να εκλιπαρούν, κάθε μέρα, για τα απολύτως χρειώδη.
Άπλωσε τα χέρια της, θέλοντας να αγγίξει τα αντικατοπτριζόμενα είδωλα των στρατιωτών. Να τους αγκαλιάσει, να τους μιλήσει, να τους φωνάξει με όλη τη δύναμη της ψυχής της να σταματήσουν. Δεν είχε κανένα νόημα όλος εκείνος ο παραλογισμός. Ένιωσε την ανάσα του παρελθόντος να χαϊδεύει τον γεμάτο φολίδες γέρικο σβέρκο της. Οι στρατιώτες του στρατηγού Σκόμπι με τα ροδαλά μάγουλά τους, τα ιδιότυπα σαγόνια της αγγλοσαξονικής φυλής, μοίραζαν σοκολάτες και ζεστό τσάι. Σε στάση μικρής ικέτιδας ένωνε τις χούφτες της για να δεχθούν μέσα τους τα πολύτιμα δώρα τους.
Τα άρματα μάχης με σβησμένες τις μηχανές, παραταγμένα σε μια σιωπηρή σειρά, περίμεναν το γενικό πρόσταγμα για να περικυκλώσουν τις πόλεις, όπου οι άμαχοι ήθελαν μόνο ένα πράγμα: Να βγουν ζωντανοί από τα καταφύγια, να αφήσουν πίσω τους τα συντρίμμια, με την κρυφή ελπίδα για μια γρήγορη επιστροφή στην κανονικότητα.
Αναγνώρισε στα τηλεοπτικά πλάνα την απόγνωση στα πρόσωπα των γυναικών. Ήθελαν –είχαν όλη την απαραίτητη καλή διάθεση– να υποκριθούν στα παιδιά τους πως έπαιρναν μέρος σ' ένα ιδιότυπο παιχνίδι. Δεν μπορούσαν να κρυφτούν από τα παιδιά. Πώς να κρύψεις την αλήθεια; Όσο σκληρά κι αν προσπαθούσαν. Χαμήλωσε την ένταση της συσκευής. Την είχε ενοχλήσει ο μελοδραματικός τόνος του δημοσιογράφου, που είχε πάρει τώρα τη σκυτάλη της ενημέρωσης, απολαμβάνοντας τη θαλπωρή του σπιτιού του και την πρόσκαιρη δόξα του. Τι στα αλήθεια γνώριζε για τον πόλεμο; Είχε πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του μετώπου; Σάμπως είχε πολεμήσει ο πατέρας του για να του διηγηθεί τη φρίκη; Είχε αναγκαστεί να ξεριζωθεί με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι, βαδίζοντας προς το άγνωστο; Είχε αισθανθεί την πείνα να του ξεσκίζει τα σωθικά; Όχι! Κατηγορηματικά όχι. Η κυρία Αργυρώ, με το βάρος των ενενήντα της χρόνων, είχε σαφή άποψη. Τα είχε ζήσει, είχε εμποτιστεί το είναι της από τα δεινά του πολέμου.
Λίγα λεπτά μετά, την ώρα που έβγαινε δειλά ένα χλωμό χάλκινο φεγγάρι, έκλεισε την τηλεόραση. Σκούπισε τα δάκρυά της. Της φάνηκε πως ο πατέρας της της έγνεφε χαρούμενος και λυπημένος μαζί μέσα από το κάδρο με τη φωτογραφία του. Σηκώθηκε αργά, με τη δυσκολία που φέρνουν τα γηρατειά. Προσπάθησε να τεντωθεί. Έτριξαν οι σκουριασμένες αρθρώσεις της. Με τα ίδια αργά βήματα προχώρησε προς την εταζέρα –ενθύμιο αλαργινής εποχής– και άγγιξε με προσοχή το κρύσταλλο. Έσκυψε και φίλησε τη γυάλινη επιφάνεια που προστάτευε από τη φθορά του χρόνου και της μνήμης την ύπαρξη. «Πεθαίνουν πραγματικά, μόνο όταν τους ξεχνάμε», σκέφτηκε. Ένιωσε μια ζεστασιά να την κυκλώνει. Είδε τα γκρίζα χείλη του να κινούνται. «Μη λυπάσαι Αργυρούλα, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ», της φάνηκε πως της είπε, και εκείνη συγκατάνευσε.


Copyright © Άγγελος Χαριάτης All rights reserved, 2022
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε ψηφιακό έργο Πέτρου Βαζακόπουλου (Sacred children)

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Η ανταλλαγή, Νίκου ΤσουρλάκηΑβινιόν, Χρυσής ΓιάντσιουΣτην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις, Νέλλης ΣπαθάρηΈξι τίτλοι από τις εκδόσεις ΕλκυστήςCyborg Sapiens, Δημήτρη ΟρφανίδηΒραχέα ρήματα: Επτά μικρές ιστορίες, Παναγιώτη ΚωνσταντόπουλουΜέτοικοι καιροί, Νίκου Σκορίνη
Τα κόκκινα παπούτσια, Μαρίνας Ξένου-ΚασσιανούΟδηγός βικτωριανής απόλαυσηςΟ Κεκλημένος, Ελένης ΣέννοιαΜπίτερ λοβ & μαύρες γάτες, Γεωργίας ΣύκαΣυνοικία Αγία Φωτεινή, Κωνσταντίνου ΓρηγοριάδηΟι πυγολαμπίδες θα λάμπουν στο σκοτάδι (για πάντα), Θεόδωρου ΟρφανίδηΞιπασμένες νοικοκυρές, Έφης Καραμπά
Επί –θεμάτων, γευμάτων και αισθημάτων– κοινωνία, Μαρίας ΑποστολάκουΗ αλήθεια μου... η μισή, Έλλη ΞυρούΕυτελή τιμαλφή: Σονάτες και καντάτες, Γιώργου ΚαριώτηΨίθυροι από μια άλλη ζωή, Αθανάσιου ΔαββέταΗ ζωη αλλιώς, Αναστασίας Ξενοφώντος-ΓαϊτάνουΔιαμέρισμα με αριθμό 7, Καίτης ΔροσίνηΜαθήματα εμπιστοσύνης, Φίλιππου Πισσαλίδη