Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης: Έχουμε πρωτιές! *** Δωρεάν διπλές προσκλήσεις! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ή διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα σε πρώτη δημοσίευση ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμ ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Αιθέρια: Η προφητεία * Ζεστό αίμα * Το μονόγραμμα του ίσκιου * Μέσα από τα μάτια της Ζωής! * Οι Σισιλιάνοι * Όλα θα πάνε καλά ή και όχι * Νυχτοπερπατήματα ** Ποίηση: Και χορεύω τις νύχτες * Δεύτερη φωνή Ι * Άπροικα Χαλκώματα * Σκοτεινή κουκκίδα ** Διάφορα άλλα: Πλάτωνας κατά Διογένη Λαέρτιο * Παζλ γυναικών * Rock Around... Women! ** Παιδικά: Η λέσχη των φαντασμάτων * Το μαγικό καράβι των Χριστουγέννων * Ο αστερισμός των παραμυθιών * Οι κυρίες και οι κύριοι Αριθμοί * Η Αμάντα Κουραμπιέ, η μαμά μου * Ο Κάγα Τίο... στην Ελλάδα ** Νουβέλες: Πορσελάνινες κούκλες * Το δικό μου παιδί * Όταν έπεσε η μάσκα

Dead Roses

Η νουβέλα της Ελένης Αποστολάτου Dead Roses αφορά πρωτόφαντο έργο της και δημοσιεύεται περιοδικά από τις 13 Ιανουαρίου 2023 δύο φορές την εβδομάδα και συγκεκριμένα κάθε Σάββατο και Κυριακή. Ακολουθεί το εικοστό πρώτο. Περίληψη:
Τα Χριστούγεννα του 2023 πλησιάζουν δίνοντάς μου την ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα.
Ποτέ δεν ήμουν αισιόδοξη, αλλά με τον ερχομό του νέου έτους σκοπεύω να ανακαλύψω όσα με βυθίζουν στην απελπισία, ακόμα κι αυτά που είναι καλά θαμμένα στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Η καριέρα μου μόλις έφτασε στο τέλος της και μαζί της τελείωσε κι η ζωή μου όπως την ήξερα. Εδώ και λίγα χρόνια δεν έχω ούτε φίλους ούτε προσωπική ζωή, οπότε το μόνο που μου απέμεινε είναι ο εαυτός μου, η Ρόουζ, που ήρθε σε αυτόν τον κόσμο για να δώσει χαρά στους γονείς της. Η μητέρα μου αγαπούσε τα ρόδα και μου χάρισε το όνομά τους για να μου δείξει το πόσο λάτρευε κι εμένα, κι ας με γέμισε με τις δικές της άχρηστες πεποιθήσεις. Εγώ από την άλλη ταυτίζω το όνομά μου με το πένθος· με κάθε φωτιά που κατέκαψε την αγνότητα και τη φρεσκάδα μου. Με κάθε τέρας που συνάντησα σε αυτό το επίγειο ταξίδι και του επέτρεψα να μου κόψει τα φτερά.
Αυτή τη στιγμή, όμως, είμαι αποφασισμένη να βρω το δικό μου νόημα ύπαρξης και να αλλάξω όσα δεν μου αρέσουν σ' εμένα. Είμαι η Ρόουζ και επιστρέφω στο παρελθόν και στο πατρικό μου, για να αναγεννηθώ από τις στάχτες μου. Άλλωστε, αυτό δεν είναι το νόημα κάθε νέας αρχής;
Dead Roses, Ελένης Αποστολάτου

Η πτώση


Το λεωφορείο σταματά λίγα μέτρα πριν από το σπίτι της Ρόουζ. Εκείνη μου ρίχνει ένα αδιευκρίνιστο, ψυχρό βλέμμα. Όμως στους καταρράκτες των ματιών της διακρίνω μορφές ανθρώπων οι οποίοι παρασύρονται από την ορμητικότητά τους, που φωνάζουν για βοήθεια και βυθίζονται στα βαθιά νερά τους, αλλά και κάποιες που παραμένουν ατάραχες να κοιτούν την πτώση των προηγούμενων. Αυτές οι μορφές με τρομάζουν περισσότερο από εκείνες που χάνουν τον έλεγχο. Δεν θέλω να γίνω σαν αυτές.
Μόλις το δεξί της πόδι πατά στη βρεγμένη άσφαλτο, πετάγομαι από το κάθισμά μου και τρέχω ξωπίσω της. «Πού πας; Δεν είχαμε πει πως θα περάσουμε μαζί μερικές ακόμα μέρες; » φωνάζω και τη βλέπω να επιταχύνει τα βήματά της βγάζοντας ένα ζευγάρι κλειδιά από την τσέπη του τζιν παντελονιού της. «Περίμενέ με! Θα έρθω να μείνω εγώ μαζί σου!» συνεχίζω βλέποντάς τη ν' ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της.
Γυρίζει το κεφάλι της προς το μέρος μου και στη ματιά της ζωγραφίζεται ένα από τα πιο ζεστά ηλιοβασιλέματα της ζωής μου.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα κλειδώνει και πετάει την τσάντα και τα πανωφόρια της στον καναπέ. «Πάω στο δωμάτιό μου. Βολέψου σαν στο σπίτι σου», λέει και χάνεται στα σκαλιά που οδηγούν στο πάνω πάτωμα.

Χρειάζεται χώρο και χρόνο και δεν θα της στερήσω τίποτα από τα δύο. Μονάχα θα βολευτώ –εδώ στο σαλόνι– και θα διερευνήσω όσα διάβασα στο γράμμα του Άνταμ και όσα άκουσα να βγαίνουν από το στόμα του σερίφη.
Βαδίζω από δω κι από κει εξερευνώντας το σπίτι και ψάχνοντας για το μπάνιο.
Ανοίγω την πόρτα στα δεξιά μου και έρχομαι αντιμέτωπος με το περίφημο παιδικό υπνοδωμάτιο. Εδώ μέσα κατοικούσαν κάποτε όλοι της οι φόβοι αλλά και τα όνειρά της. Ακριβώς απέναντι είναι η κουζίνα και ανάμεσά τους το σημείο που έψαχνα.
Μπαίνω μέσα και το πρώτο που βλέπω είναι το κινητό της στον νιπτήρα. Το αφήνω στη συρταριέρα δίπλα μου, ανεβάζω τα μανίκια και πλένω το πρόσωπό μου. Τα μάτια μου θαρρείς και κλείνουν από μόνα τους στην επαφή τους με το παγωμένο νερό. Αλλά δε θα αφεθώ· έχω πολλή δουλειά να κάνω και καθόλου χρόνο ώστε να σκεφτώ τις λεπτομέρειές της. Αν δεν τα καταφέρω, θα μάθω να επιβιώνω με αυτή μου την επιλογή, όπως επιβιώνω και από τότε που έχασα τη σύζυγό μου. Μια ανάλαφρη ανάσα κάθε τόσο, ένα μεγαλύτερο βήμα μέρα με τη μέρα και θα αποδεχτώ όσα οι μοίρες έγραψαν για εμένα. Ακόμα κι αν γράφτηκαν με κόκκινο στιλό, μέσα από πόνο και αίμα.
Στεγνώνω με μία από τις πετσέτες το πρόσωπο και τα μαλλιά μου και βγάζω τη βρεγμένη από τη βροχή μπλούζα μου. Παίρνω το κινητό και κατευθύνομαι στο σαλόνι. Ανάβω το τζάκι και ανεβαίνω τη σκάλα για να βρεθώ κοντά της. Ανοίγω μία μία τις πόρτες στον μακρύ, φαρδύ διάδρομο ώσπου βρίσκω το δωμάτιό της και την ίδια να κοιμάται βαθιά δίχως να έχει αλλάξει ρούχα. Ευτυχώς που πρόλαβα να ρίξω πάνω της το παλτό μου προτού γίνει μούσκεμα.
Στο κομοδίνο της έχει παρατημένο τον φορτιστή της. Τον συνδέω με το κινητό, της χαϊδεύω τα μαλλιά και χαζεύω το γαλήνιο πρόσωπό της. Στρώνω καλύτερα τα σκεπάσματα πάνω στο κορμί της, ανάβω το κλιματιστικό και επιστρέφω στο σαλόνι.

«Εδώ είμαστε...» ψελλίζω τρίβοντας τα παγωμένα χέρια μου.

Γεμίζω ένα ποτήρι με μπέρμπον, παίρνω την τσάντα της και κάθομαι στον καναπέ δίπλα στο τζάκι. Για αρχή θα ψάξω στο ίντερνετ για τους ιδρυτές του Χάρισον, έπειτα για τις σκεπτομορφές και τέλος αν πραγματικά υπάρχουν οι –μυθολογική για εμένα– περιγραφές του Άνταμ και του Στιβ Μίλερ για αυτήν την υπέρ-αιωνόβια μάγισσα και το σπαθί της απελευθέρωσης.
Δύο ώρες μετά το κεφάλι μου πάει να σπάσει από τον πόνο και το κινητό μου ζεματάει στα χέρια μου. Τζίφος! Το μόνο που κατάφερα να βρω είναι πως όντως το Χάρισον ιδρύθηκε το 1607 από μία ομάδα αντρών με κέλτικη καταγωγή. Γι' αυτό και πολλά από τα έθιμά μας έχουν κέλτικες ρίζες, όπως αυτό της παραμονής των Χριστουγέννων, όπου αφήνουμε καλάθια με δώρα στους σφενδάμους, και αυτό που πραγματοποιείται το πρωί ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να γινόμαστε ένα σώμα, πιασμένοι χέρι χέρι, σύροντας έναν κυκλικό χορό ολόγυρά τους. Η προετοιμασία γι' αυτό, βέβαια, ξεκινάει από την προηγούμενη της Πρωτοχρονιάς νωρίς το μεσημέρι. Όλοι κλεινόμαστε στα σπίτια μας ή στα σπίτια των γειτόνων αφού πρώτα έχουμε μοιραστεί τα φαγητά και τα γλυκά τα οποία έχουμε ετοιμάσει έτσι ώστε να μοιράσουμε απλόχερα την αγάπη μας. Ένας είδος κάθαρσης από τα μίση και τις εντάσεις που τυχόν αναπτύχθηκαν ανάμεσά μας κατά τη διάρκεια της χρονιάς.
Κάποτε αυτές οι τελετές γίνονταν προς τιμήν του Μπουξένους, του θεού των μικρών δέντρων, κάτι που γνωρίζουν ελάχιστοι από τους κατοίκους της περιοχής μας.
Όσον αφορά τις σκεπτομορφές, διάβασα πολλά άρθρα στα οποία παρουσιάζονται είτε ως αλλόκοσμα πλάσματα είτε ως δικά μας δημιουργήματα, είτε απλώς ως γεννήματα της φαντασίας μας. Επιστημονικά μιλώντας, όπως ήδη γνώριζα, ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει σκέψεις και πεποιθήσεις, συλλογικές ή ατομικές, που περιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τους εαυτούς μας. Όμως εμένα με ενδιαφέρει να μάθω τον υπερφυσικό ορισμό τους, αν υπάρχει, σύμφωνα με την πολιτισμική κληρονομιά του τόπου μας.
Η αμέσως επόμενη κίνησή μου είναι να διαβάσω ξανά το γράμμα. Ανοίγω την τσάντα της Ρόουζ και εκτός από αυτό βρίσκω ένα ακόμα κομμάτι χαρτί πεταμένο εκεί μέσα μαζί με ένα στιλό και μερικά κραγιόν. Είναι λάθος να διαβάσω κάτι που δεν μου ανήκει, το ξέρω, αλλά οποιαδήποτε πληροφορία για εκείνη θα μου φανεί χρήσιμη στο σημείο που έχουμε φτάσει.
Με μια πρώτη ματιά διακρίνω ότι ο γραφικός χαρακτήρας δεν έχει καμία σχέση με αυτόν του γράμματος του Άνταμ. Ξεκινώντας την ανάγνωση πείθομαι ότι αυτές οι σημειώσεις έχουν γραφτεί από την ίδια. Άρα δεν είναι εκείνη η συγγραφέας και η αποστολέας αυτού του αλλόκοτου γράμματος. Ωστόσο, δεν είμαι σίγουρος αν αυτή η πληροφορία με χαροποιεί ή αν με προβληματίζει ακόμα περισσότερο. Τούτο το κείμενο όμως αποδεικνύει πως η Ρόουζ έχει αναγνωρίσει όσα την ενοχλούν στη ζωή της και ότι επιθυμεί όσο τίποτα να προχωρήσει απαλλαγμένη από το παρελθόν της:
Τα Χριστούγεννα του 2023 πλησιάζουν δίνοντάς μου την ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα. Ποτέ δεν ήμουν αισιόδοξη, αλλά με τον ερχομό του νέου έτους σκοπεύω να ανακαλύψω όσα με βυθίζουν στην απελπισία, ακόμα κι αυτά που είναι καλά θαμμένα στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Η καριέρα μου μόλις έφτασε στο τέλος της και μαζί της τελείωσε κι η ζωή μου όπως την ήξερα. Εδώ και λίγα χρόνια δεν έχω ούτε φίλους ούτε προσωπική ζωή, οπότε το μόνο που μου απέμεινε είναι ο εαυτός μου, η Ρόουζ, που ήρθε σε αυτόν τον κόσμο για να δώσει χαρά στους γονείς της. Η μητέρα μου αγαπούσε τα ρόδα και μου χάρισε το όνομά τους για να μου δείξει το πόσο λάτρευε κι εμένα, κι ας με γέμισε με τις δικές της άχρηστες πεποιθήσεις. Εγώ από την άλλη ταυτίζω το όνομά μου με το πένθος· με κάθε φωτιά που κατέκαψε την αγνότητα και τη φρεσκάδα μου. Με κάθε τέρας που συνάντησα σε αυτό το επίγειο ταξίδι και του επέτρεψα να μου κόψει τα φτερά.
Αυτή τη στιγμή, όμως, είμαι αποφασισμένη να βρω το δικό μου νόημα ύπαρξης και να αλλάξω όσα δε μου αρέσουν σ' εμένα. Είμαι η Ρόουζ και επιστρέφω στο παρελθόν και στο πατρικό μου, για να αναγεννηθώ από τις στάχτες μου. Άλλωστε, αυτό δεν είναι το νόημα κάθε νέας αρχής;
Το βάζω πίσω στη θέση του και μελετώ το γράμμα του υποτιθέμενου φίλου μας. Το ένα τσιγάρο καίγεται μετά το άλλο, αλλά το μυαλό μου ανοίγει. Δεν μας γράφει τίποτα για το τι συνέβη αφού ο Στιβ διαπίστωσε τον θάνατο της γυναίκας του. Πώς δικαιολόγησε αυτόν τον ξαφνικό θάνατο; Άραγε μίλησε ξανά με τη μάγισσα; Ο ίδιος, ο Άνταμ, πώς νίκησε τις σκέψεις και τα συναισθήματά του; Και γιατί πρέπει, εντέλει, να βάλει τη ζωή του σε κίνδυνο ώστε να ελευθερώσει τη Ρόουζ, από τη στιγμή που προφανώς υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να βρεθεί μία λύση σε αυτό το θέατρο του παραλόγου;

«Μην εμπιστεύεσαι τον Άνταμ...» ακούγεται να ηχεί στ' αφτιά μου μια γυναικεία φωνή.

Παύση...
Τα βλέφαρά μου κλείνουν.
Αισθάνομαι ένα βάρος πάνω από το κεφάλι μου και τ' ανοίγω. Η όρασή μου θολώνει μα διακρίνω κάτι παράξενα, φωσφορίζουσα μάτια να ξεπροβάλλουν μέσα από τις σκιές που χορεύουν στο απόλυτο σκοτάδι.
Η φωτιά έχει σβήσει, τα χνώτα μου παγώνουν, το κορμί μου τουρτουρίζει.

«Τελευταία στιγμή έκρυψα το γράμμα για να μην το διαβάσει η μητέρα μας, αλλά αυτός ο άντρας μάς κατέστρεψε!»
«Ποια είσαι;» συνοφρυώνομαι αγκαλιάζοντας το στήθος και τους ώμους μου.
«Ψέματα!» η φωνή της γίνεται όλο και πιο μπάσα και οι ίριδές της χάνονται. «Εγώ την αγαπώ. Μόνο για το καλό της πασχίζω. Μονάχα ο Άνταμ έχει τη δύναμη να τη λυτρώσει».
«Είσαι γελοίος. Πώς γίνεται να προτιμάς τον θάνατό σου;»

Τραβιέμαι πίσω, ανάβω ένα τσιγάρο και τον φακό του κινητού και τότε τη βλέπω πεντακάθαρα. Έχει τη μορφή της γλυκιάς μου Ρόουζ αλλά η επιδερμίδα της είναι χλομή, τα μαλλιά της θαμπά και τα σμαραγδένια της μάτια λάμπουν σαν καταπράσινες φλόγες, έτοιμες να απανθρακώσουν όποιον χάνεται στον απύθμενο βυθό τους.
Καπνίζω γρήγορα, τόσο που οι πνεύμονές μου με καίνε.

«Αυτός είμαι· ο προστάτης της. Ο τέλειος άντρας για εκείνη. Ο Πάτρικ, αυτός που πάντοτε θα πραγματοποιεί τα πιο τρελά της όνειρα».

Κι όμως η μορφή μεμιάς αλλάζει και παίρνει τα χαρακτηριστικά του πρώτου έρωτα της Ρόουζ. Αυτουνού που άφησε πίσω της για να κάνει μια νέα αρχή στη Νέα Υόρκη. Και τώρα αυτή η μορφή αλλοιώνεται. Τα μαύρα του μαλλιά παίρνουν το χρώμα του χρυσού, ενώ τα ρούχα του μετατρέπονται σε ένα γαλάζιο, φουσκωτό φόρεμα και τα αθλητικά παπούτσια του σε γοβάκια. Μία κορώνα με αιχμηρές άκρες στολίζει και πληγειάζει το κεφάλι του νέου δοχείου του, που βαστά στο ένα χέρι το άλλοτε αγαπημένο παραμύθι της Ρόουζ και στο άλλο έναν αναμμένο αναπτήρα. Το αίμα πέφτει από το μέτωπό της στις σελίδες του βιβλίου νοτίζοντάς τες.

«Λες ψέματα! Ο πρίγκιπάς μου δεν έχει ακόμη εμφανιστεί», ανταπαντά και στρέφει στο πλάι το κεφάλι σκανάροντάς με από πάνω μέχρι κάτω. «Μήπως είσαι εσύ αυτός;» με ρωτά.
«Τι συμβαίνει;» ψιθυρίζω.

Η απορία μου μετατρέπει τα γαλαζοπράσινα μάτια της σε κόκκινες θάλασσες.
Πλησιάζει τον αναπτήρα στις σελίδες του βιβλίου επιτρέποντας στη φλόγα του να τις γλείψει κι έπειτα να τις καταβροχθίσει ολοσχερώς, αφήνοντας πίσω της τ' αποκαΐδια του.

«Σε μισώ!» τσιρίζει και γέρνει το πρόσωπό της πάνω από το δικό μου.
«Εγώ σε αγαπώ», λέει τώρα δίνοντας τη θέση της σε ένα παιδί. Αυτό είναι το κορίτσι για το οποίο η Ρόουζ μού μιλούσε συχνότερα. Το κορίτσι με τα τιρκουάζ μάτια, που η μητέρα της σκότωσε στην πιο τρυφερή του ηλικία.
«Εσύ είχες δημιουργήσει την καταστροφή του κόσμου...» διαπιστώνω καθώς με κοιτά μ' ένα σαρδόνιο χαμόγελο.
«Όχι. Εγώ δεν δημιούργησα τίποτα. Η μητέρα της Ρόουζ τα έκανε όλα. Γι' αυτό και στο τέλος αυτοκτόνησε. Δεν άντεχε να ζει παρέα με τις ενοχές για την άσχημη συμπεριφορά της απέναντί μας ούτε να βλέπει τις σκέψεις της να παίρνουν σάρκα και οστά μπροστά της».
«Ποιοι είστε και τι θέλετε από εμένα;» συνεχίζω βλέποντας τα μάτια της μικρής να γίνονται μαύρα σαν κάρβουνα προτού δώσει τη θέση της σ' έναν εντυπωσιακό άγγελο με ολόλευκα, πουπουλένια φτερά.
«Το πέπλο έπεσε. Η Ρόουζ σού έδωσε την ευκαιρία να ρίξεις μια κλεφτή ματιά στην ψυχή της. Αυτό σημαίνει ότι δεν εμπιστεύεται απόλυτα τον Άνταμ», μου απαντά.
«Είμαστε λεγεώνα», προσθέτει. «Είμαστε οι αμφιβολίες της. Καθεμία από εμάς έχει ξεχωριστό ρόλο στο μυαλό και στην καρδιά της αλλά όλες προερχόμαστε από την ίδια πηγή, από την αμφιβολία και την ανασφάλειά της. Μην επιτρέψεις στον Άνταμ να μας σκοτώσει. Με αποκαλούν Διάβολο, όμως, μονάχα μέσα από εμένα η αγαπημένη σου θα βρει τη μία και μοναδική αλήθεια που θα την αναστήσει», ολοκληρώνει και ως δια μαγείας χάνεται.

Το τζάκι ανάβει, τα χνώτα μου ζεσταίνονται και τα βλέφαρά μου σηκώνονται.
Ο ήλιος μπαίνει βίαια από την ανοιχτή εξώπορτα.
Φωνές και ουρλιαχτά τρυπούν τα ακουστικά κύτταρά μου.


Κοιμόμουν;
Ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο στέκει ανάμεσα στον δείκτη και στο μεσαίο δάχτυλό μου. Σηκώνω ένα ένα τα πόδια και μερικά ακόμα βρίσκονται σβησμένα πάνω στο παχύ χαλί, κάτω από τις μπότες μου, ενώ παραδίπλα κείτονται τα απομεινάρια του παραμυθιού με τον τίτλο Σταχτοπούτα.
Τι σκατά έγινε εδώ; σκέφτομαι και ο ήχος του κινητού μου με τινάζει στον αέρα.
Βλέπω στην οθόνη το όνομά της. Επιλέγω το πράσινο κουμπί μα δεν προλαβαίνω να μιλήσω.

«Με πήρε τηλέφωνο τρομοκρατημένη. Όμως δεν την πρόλαβα... Έλα γρήγορα στο σπίτι της μάνας μου!» λέει η Ρόουζ με τρεμάμενη, κλαμένη φωνή κι εγώ κλείνω τη γραμμή και τρέχω προς τα κει.

Ο θυμός της για τη Σίλια, έπειτα από όσα της αποκάλυψα και σε συνδυασμό με όσα μας είπε ο σερίφης, έχει μετατραπεί σ' ένα τσουνάμι οργής και αργά ή γρήγορα θα τα διαλύσει όλα στο πέρασμά του. Εκτός κι αν το έχει ήδη κάνει.
Τα γοργά βήματά μου σταματούν έξω από την κατοικία της φίλης μου. Πίσω μου είναι σταματημένα ένα ασθενοφόρο και ένα περιπολικό. Η πόρτα είναι ανοιχτή και ορισμένοι γείτονες έχουν μπουκάρει μέσα και έχουν μαζευτεί στο κέντρο του σαλονιού δίπλα στη Ρόουζ, που είναι γονατιστή στο πάτωμα και κλαίει με λυγμούς πιάνοντας και με τα δύο χέρια το στομάχι της. Ο Τζόουνς με πλησιάζει, βγάζει το καφέ, ψηλό καπέλο του και το ακουμπά στο ύψος της καρδιάς.
«Τα συλλυπητήριά μου», λέει και τότε βλέπω δύο νοσηλευτές να σηκώνουν το φορείο με το σκεπασμένο με λευκό σεντόνι κορμί της. Τα μακριά, γκρίζα μαλλιά της γλείφουν το πάτωμα, ενώ ο σερίφης ζητά από τον κόσμο να επιστρέψει στα σπίτια του. «Καλύτερα να μείνετε μόνοι σας», γυρίζει και πάλι σε εμένα, «Θα σας περιμένω στο νοσοκομείο για την ιατροδικαστική εξέταση, αν και όλα δείχνουν πως ο θάνατος της Σίλιας προήλθε από ανακοπή. Οι γιατροί έκαναν ό,τι μπορούσαν δίνοντάς της τις πρώτες βοήθειες».

Και έτσι απλά φεύγει και μένουμε οι δυο μας. Αυτή κλαίει, ενώ εγώ την έχω κλείσει στην αγκαλιά μου και παλεύω να δεχτώ πως κάποια από τις σκεπτομορφές της σκότωσε έναν καλό άνθρωπο –έναν άνθρωπο που δεν έφταιξε σε τίποτα.


Copyright © Ελένη Αποστολάτου All rights reserved, 2023
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η εικόνα εξωφύλλου έχει δημιουργηθεί με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης από τη συγγραφέα για τις ανάγκες της νουβέλας Dead Roses, που δημοσιεύτηκε στο koukidaki.gr σε μέρη, ξεκινώντας από το Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2024 και κάθε Σάββατο και Κυριακή.

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
΄΄Εξι τίτλοι από τις εκδόσεις ΕλκυστήςΌταν έπεσε η μάσκα, Κωνσταντίνας ΜαλαχίαΤο μαγικό καράβι των Χριστουγέννων, Θάνου ΚωστάκηΌλα θα πάνε καλά ή και όχι, Meg MesonΝυχτοπερπατήματα, Λέιλα ΜότλιΟ Κάγα Τίο... στην Ελλάδα, Καλλιόπης ΡάικουΠαζλ γυναικών, Σοφίας Σπύρου
Το μονόγραμμα του ίσκιου, Βαγγέλη ΚατσούπηΣκοτεινή κουκκίδα, Γιάννη ΣμίχεληΠλάτωνας κατά Διογένη ΛαέρτιοΚαι χορεύω τις νύχτες, Γαβριέλλας ΝεοχωρίτουΑιθέρια: Η προφητεία, Παύλου ΣκληρούRock Around... Women!, Γιώργου ΜπιλικάΆπροικα Χαλκώματα, Γιώργου Καριώτη
Το δικό μου παιδί!, Γιώργου ΓουλτίδηΟι Σισιλιάνοι, Κωνσταντίνου ΚαπότσηΜέσα από τα μάτια της Ζωής!, Βούλας ΠαπατσιφλικιώτηΖεστό αίμα, Νάντιας Δημοπούλου
Η Αμάντα Κουραμπιέ, η μαμά μου, Ελένης ΦωτάκηΟι κυρίες και οι κύριοι Αριθμοί, Κωνσταντίνου ΤζίμαΔεύτερη φωνή Ι, Γιάννη Σμίχελη