Οι έννοιες της κουλτούρας και του πολιτισμού χρησιμοποιούνται και μελετώνται αδιάλειπτα από τα τέλη του 18ου αιώνα έως και σήμερα. Πρόκειται για έννοιες που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το περιεχόμενο εθνικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων. Ειδικότερα για τον ελληνικό πολιτισμό, μία από τις βασικές επιστήμες, με αξιόλογη συμβολή στο περιεχόμενο της ελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας, είναι η επιστήμη της φιλολογίας.
Η περίοδος που ζούμε χαρακτηρίζεται ως μεταίχμιο στην ιστορία μας. Γι' αυτό, παρά τη δίνη των κοινωνικών προβλημάτων μας, ο πνευματικός άνθρωπος ρίχνοντας φως στο ελληνικό πεπρωμένο, συλλαμβάνει τους όρους «πολιτισμό», «κουλτούρα», «εθνική ταυτότητα» ως αδογμάτιστη ενατένιση των πραγμάτων και των ιδεών.
Έτσι, ο όρος πολιτισμός περιλαμβάνει δύο έννοιες, τον τεχνικό και τον πνευματικό. Πιο συγκεκριμένα, πολιτισμός είναι το σύνολο των αγαθών και των αξιών που δημιούργησε ο άνθρωπος κατά το μακροχρόνιο, επίμοχθο, διμετωπικό αγώνα του με το φυσικό περιβάλλον από τη μια και τον εσωτερικό του κόσμο από την άλλη. Μέσω του πολιτισμού ο άνθρωπος αγωνίζεται να βρει το βαθύτερο νόημα της ζωής του, που συνδέεται με την ηθική, πνευματική και πολιτισμική του εξέλιξη. Ταυτόχρονα, σημάδι της εικόνας του πολιτισμού μας αποτελούν οι ειδικές πεποιθήσεις, οι δοξασίες, τα επιτεύγματα, οι παραδόσεις, κάθε τι δηλαδή που μας προσφέρει το φόντο μιας κοινωνίας, της ελληνικής κοινωνίας, την κουλτούρα ενός λαού, την ελληνική κουλτούρα.
Η πρόοδος ενός λαού είναι αλληλένδετη με ηθικούς και πνευματικούς σκοπούς, με αξίες που αποτέλεσαν τη βάση οργάνωσης μιας κοινωνίας, αφού διευθετήθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες, ώστε να επιτευχθεί ο καλύτερος ποιοτικά τρόπος ζωής αυτού του λαού. Όμως, η κουλτούρα καθίσταται κάτι περισσότερο από μια ιδεολογία, καθώς εμπεριέχει την ουσία, την ύπαρξη, την ταυτότητα, την προσωπικότητα, την ολότητα ενός έθνους.
Κάθε λαός, για να αναπτυχθεί πνευματικά, πολιτισμικά, πρέπει να διαθέτει κουλτούρα, εσωτερική υποδομή, ιστορία που τον εδραίωσαν στο χωρικό και χρονικό γίγνεσθαι. Ας γίνει αντιληπτό πως η κουλτούρα αναφέρεται σε μια ανώτερη διάσταση της ανθρώπινης αυτονομίας, ενώ ο πολιτισμός χαρακτηρίζει το βασίλειο της αναγκαιότητας. Τούτο δεν καταργεί τον συνδετικό δεσμό μεταξύ αυτών, αντιθέτως τον ενισχύει, αφού η κουλτούρα ενσωματώνεται με τρόπο συστηματικό και οργανωμένο στην καθημερινή ζωή και στην εργασία, μέσω της ψυχικής και της πνευματικής καλλιέργειας, της εκπαίδευσης, της ανθρώπινης συμπεριφοράς, των πολιτιστικών αντιλήψεων.
Ανατρέχοντας στο παρελθόν, επισημαίνεται πως έχουν επικρατήσει διάφορες απόψεις σχετικά με τους όρους κουλτούρα και πολιτισμός. Μάλιστα, στους πρώτους αιώνες δεν συσχετίζονται απόλυτα μεταξύ τους, καθώς κρίνουμε τον κόσμο μέσα από το πρίσμα των δικών μας πολιτισμικών διαφορών, μέσα δηλαδή από την κουλτούρα μας, ώστε η συμπεριφορική χροιά των άλλων να αντιδιαστέλλει το δικό μας οπτικό πολλοστημόριο.
Κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας, το περιεχόμενο αυτών των εννοιών διαμορφώνει και χαρακτηρίζει τον ευρωπαϊκό εθνοκεντρισμό, ώστε την περίοδο του διαφωτισμού, οι έννοιες αυτές να παραπέμπουν στον καλλιεργημένο πνευματικά άνθρωπο που διαθέτει δικαιώματα και αξιοπρέπεια, ζώντας σε ένα οργανωτικά κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον. Έτσι, η κουλτούρα συνυπάρχει με τον πολιτισμό μέσω του εκβαρβαρισμού και του εξανθρωπισμού, του πολιτιστικού εξελικτισμού που υπόκειται η ανθρώπινη ύπαρξη.
Κατά τον 19ο αιώνα έχουμε ραγδαίες αλλαγές που φέρουν στο προσκήνιο μια νέα κοινωνία, την «εργαλειακή» κοινωνία ή εκείνη της «νεωτερικότητας». Τώρα, ο όρος κουλτούρα διχοτομείται στις αλληλένδετες έννοιες, υψηλή κουλτούρα και μαζική κουλτούρα, αναπόσπαστα δεμένες με τα ανώτερα και κατώτερα έθνη. Διανύοντας την πορεία μας μέσα στον χρόνο, διακρίνουμε πως στον 20ό αιώνα υπάρχει πια τέτοια ταυτότητα, ενότητα, αλληλουχία, αδιάσπαστο «είναι» αυτών των δύο εννοιών, δηλαδή πολιτισμός και κουλτούρα, ώστε η μία να είναι συνέπεια και συνέχεια της άλλης.
Η δε πολιτισμική κουλτούρα του 21ου αιώνα συνδέεται με τη διάδοση του διαδικτύου, την ηλεκτρονική επικοινωνία, τον ψηφιακό κόσμο. Τα τελευταία πετυχαίνουν να αποδώσουν τη σταδιακή τροχιά κουλτούρας-πολιτισμού διαχρονικά, και φανερώνουν πόσα δύναται να επιτύχει το ανθρώπινο πνεύμα και ο συνεχής αγώνας για ένα καλύτερο μέλλον, διότι η κουλτούρα περιέχει τη σύμφυση ενός λαού, τη διάκρισή του από άλλους, τις ιδιαιτερότητές του, καθώς και την αρμονική ένταξή του μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Όλα τα έθνη, παρά τις όποιες διαφορές τους, κατόρθωσαν να συμπορευτούν, προσδιορίζοντας τον άνθρωπο ως πρόσωπο, τον λαό ως ενότητα, το άτομο ως ενεργό κοινωνικό μέλος που διέπεται από δεσμούς, υποχρεώσεις και δικαιώματα, με γνωστική, βουλητική και ηθική υπόσταση. Η συμπόρευση αυτή συντελέστηκε σε τρία επίπεδα. Το πρώτο συνδέθηκε με τις ιδέες, τις γενικές αρχές και τις αξίες. Το δεύτερο εξέφρασε το μοτίβο των κοινωνικών συμπεριφορών που συνάδουν με το συναίσθημα και τον χρωματισμό της καθημερινής ζωής, ενώ το τρίτο απέδωσε το πολιτισμικό περιεχόμενο πάνω στο οποίο συντέθηκε η κοινωνική συνείδηση.
Η ταυτότητα ενός λαού αφορά την ιδεολογία της ιστορίας του που είναι ριζωμένη στο παρελθόν του. Χάρη στην ταυτότητά του, ένας λαός υφίσταται, συντηρείται, παλεύει, αντικρούει εξωτερικούς, επικίνδυνους, παράγοντες που ζητούν να τον εξοβελίσουν και να τον υποσκάψουν. Παράλληλα, η ταυτότητα κατευθύνει την ατομική και τη συλλογική ζωή, με σκοπό τη μορφοποίηση της κοινωνίας και του ανθρώπου. Μέσω της ταυτότητας απορρέουν κοσμοθεωρίες και ηθικές επιταγές, αχρηστεύονται κίβδηλες κοινωνικές αξίες, ώστε ένας λαός να προστατευθεί από την παρακμή και την παραποίηση, από έναν αντεθνικό ισοπεδωτισμό. Άλλωστε, η ταυτότητα οποιουδήποτε έθνους επιδιώκει τη γέννηση νέων ηθικών, πνευματικών, κοινωνικών και ψυχικών αξιών, όπως συναντάται και στην κουλτούρα. Έτσι, έθνος και κουλτούρα συνταυτίζονται ως μία επιμεριστική κοινωνικοϊστορική οντότητα. Το μοναδικό κράτος που μπορεί να ισορροπήσει χωρίς εσωτερικούς ή εξωτερικούς κραδασμούς είναι το έθνος, όπου η κουλτούρα το προφυλάσσει από την αποσύνθεση, μέσω της αριθμητικής ενότητας των ατόμων, τη σύνθεση των ανθρώπων με την πνευματική τους κληρονομιά, εφόσον αυτά αποτελούν την πηγή κάθε δημιουργίας και εκφράζουν παράλληλα το στόμα και τον λόγο του συγκεκριμένου έθνους.
Ο λαός είναι ο πραγματικός άρχοντας που μπορεί να ηγεμονεύει τον εαυτό του, αν διαθέτει κίνητρα και υψηλούς στόχους. Λαός με κουλτούρα, παρελθόν, παράδοση, γλώσσα, θεσμούς, επαναστατικούς και απελευθερωτικούς αγώνες, είναι ένας λαός με θέληση, με αξιοπρέπεια που δεν επιτρέπει να τον ποδοπατήσουν και να τον ποδηγετήσουν. Αυτό το έθνος της κουλτούρας και του πολιτισμού αποτελεί τον ύπατο νόμο, χάρη στον οποίο θα επιτραπεί η συνέχεια, η ύπαρξη και συνύπαρξή του στο παγκόσμιο στερέωμα. Δηλαδή, η ταυτότητα καθώς περιλαμβάνει ιδανικές διαχρονικές αξίες, ικανές να εμπνεύσουν και να οδηγήσουν στην πρόοδο, δεν μπορεί παρά να κωπηλατήσει στηριζόμενη στην κουλτούρα, αφού καθίσταται έκφραση αυτής. Η κουλτούρα λοιπόν βρίσκεται στη ρίζα του δέντρου της ταυτότητας, δίνοντας υπόσταση σε αυτήν. Η ταυτότητα είναι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ενός λαού, ενώ η κουλτούρα είναι το αθέατο κομμάτι της που γίνεται ορατό μέσα στον χρόνο, στηρίζοντας το δέντρο της ταυτότητας και γονιμοποιώντας τους χυμούς της. Είναι δηλαδή η κουλτούρα το αναπόσπαστο και ζωτικότερο ίσως μέρος του όλου οργανισμού ενός έθνους. Καταλήγουμε πως, όπως το δέντρο δεν μπορεί να στηριχτεί χωρίς ρίζες, έτσι ένας λαός δεν γίνεται αποδεκτός και αναγνωρίσιμος χωρίς την ταυτότητα, την κουλτούρα και την παράδοσή του. Λαός που θα αγνοήσει την ταυτότητα και την κουλτούρα του, την παράδοση και την ιστορία του χάνει τη μνήμη του και, επομένως, θα υποστεί τις συνέπειες του ανθρώπου που πάσχει από αμνησία και ξεκινά από το μηδέν, στερούμενος εμπειρίες, ως ουσιώδες στοιχείο για την επιβίωσή του. Άρα η ταυτότητα και η κουλτούρα είναι η συνείδηση ενός λαού που δεν αγνοείται αλλά υφίσταται, κληροδοτώντας το έργο του στις κατοπινές γενιές.
Τα έθνη είναι αυθύπαρκτα, μια αντικειμενική πραγματικότητα, ένα ύψιστο πνευματικό γεγονός που ξεπηδά από τον λαό και εδράζεται σ' αυτόν. Ο λαός γεννιέται μέσα από τα φύλα, τους τύπους μιας φυλής και η ύπαρξή του γεννά το έθνος ως ανώτερη πνευματική εκδήλωση (ηθική, πολιτιστική, θρησκευτική).Το έθνος προέρχεται από τον «λαο-γένος», γι' αυτό απαιτείται η ενδυνάμωσή του, ώστε να αναπτυχθεί το κράτος. Όμως τα παραπάνω προϋποθέτουν την ταυτότητα-κουλτούρα ενός έθνους.
Οι Έλληνες, ως έθνος, διατήρησαν τον πολιτισμό τους, την ιδιαιτερότητά τους και τη φυσιογνωμία τους κατά τη διάρκεια της ιστορίας, παρά την επαφή τους με άλλους λαούς. Η συνάντηση αυτή δεν επέφερε αλλοίωση ή παραμόρφωση της εσωτερικής ή εξωτερικής τους εικόνας, αφού προσέλαβαν απ' αυτούς ό,τι έκριναν, χωρίς να παρεκκλίνουν από τα πιστεύω τους, τη θρησκεία και τις αξίες τους. Τα παραπάνω γίνονται αντιληπτά και μέσω της ελληνικής γλώσσας όπως και τις φάσεις που διένυσε η τελευταία μέσα στον χρόνο, χωρίς να μεταβληθεί η ταυτότητα και ο ενιαίος χαρακτήρας της. Το αδιάφθορο δείγμα της σκιαγραφείται στα δημοτικά τραγούδια, στα έπη του Ομήρου, στις τραγωδίες, τη λυρική ποίηση, στα πεζογραφήματα μεγάλων πνευματικών μορφών. Η γλώσσα ενός λαού φανερώνει τον πολιτισμό του, την ταυτότητά του, την ιστορική του πορεία, το βιοτικό του υπόβαθρο. Γλώσσα σημαίνει λέξεις, έννοιες, σκέψεις. Άλλωστε, υπάρχει απόλυτη αντιστοιχία ανάμεσα στη σκέψη και τη γλώσσα, αφού όσο πιο πλούσια σε εκφραστικές αποχρώσεις είναι μία γλώσσα, τόσο πιο περιεκτική σε νοηματικές κλιμακώσεις είναι και η σκέψη. Η γλώσσα αποτέλεσε και αποτελεί εγγύηση της εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας του ελληνικού έθνους. Η γλώσσα, η προφορική, αλλά ιδίως η γραπτή, παρέχει μάθηση, αγωγή, πνευματική καλλιέργεια, αφύπνιση, θέσπιση γραπτών νόμων, αποσκοπώντας στη διατήρηση της ασφάλειας και της ομόνοιας των πολιτών ενός κράτους, καθώς ο σεβασμός δεν εκφράζεται μόνο γραπτά αλλά και με τον άγραφο νόμο, μια τάξη αναγκαία για την ισορροπία της ζωής. Έτσι, αν κάποιος δεν γνωρίζει σε βάθος τη γλώσσα του, δεν θα καταφέρει να προάγει την παιδεία του έθνους του. Ένας λαός με γλώσσα, πολίτευμα και ταυτότητα μπορεί και διαθέτει την ανάληψη του πολιτισμού του, τη διατήρηση του πολιτισμού του, μπορεί να οραματιστεί και να ανασυγκροτηθεί, αν απαιτηθεί.
Η διαφύλαξη της ελληνικής γλώσσας φέρει στο φως ιδέες, ιδανικά, αρχές που πρέπει να διατηρηθούν και να μεταδοθούν στους απογόνους, όντας καθρέφτης της κουλτούρας κάθε έθνους και εκφραστική πηγή της δύναμής του. Γι' αυτό, βασικό μέλημα του ελληνικού λαού είναι να διατηρήσει τον πολιτισμό του, την κουλτούρα του και κυρίως τη γλώσσα του στον χώρο και στον χρόνο, όσο γίνεται πιο καθαρή, πιο γνήσια, πιο κοντά στον λαό, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στη διατήρηση της ελληνιστικής πολιτιστικής ταυτότητας, στη συγκράτηση της οργανωμένης σκέψης και πράξης, θέτοντας βάσεις για ένα καλύτερο μέλλον. Η συνύπαρξη αυτών των δύο τμημάτων θα σημάνουν την επικράτηση του καλού μέσα στους αιώνες και θα μας προφυλάξουν από ένα εθνικό ολοκαύτωμα και μια πολιτισμική και γλωσσική εξολόθρευση. Ο λαός μας έχει ανάγκη από μια πλούσια και στέρεα γλώσσα, μια γλώσσα με ρίμα, μια γλώσσα που κοινωνεί, διαλέγεται, που προβάλλει συλλογικούς στόχους, που στρατεύεται με ανιδιοτέλεια το όραμα της δικαιοσύνης. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Ψυχάρη «Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική του γλώσσα, είναι ένας αγώνας. Πάντα αμύνεται περί πατρίς». (Γ. Ψυχάρης, Το ταξίδι μου).
Επιμέλεια - διόρθωση: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα του Νικόλαου Γύζη [Σπουδή για την Επιστήμη]