Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης: Έχουμε πρωτιές! *** Δωρεάν διπλές προσκλήσεις! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ e-books ή διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα σε πρώτη δημοσίευση ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο –παρακολουθείτε όλα τα είδη– ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμ ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθοπλασίες: Ασμοδαίος * Ετοιμόρροποι: Αναζητώντας τα μυστικά της σύντηξης * Ο κύριος Σάλβο και η πριγκίπισσα που ταξίδεψε στο φως * Ταξίδι προς την ελευθερία: Αξίζει(;!) * Η εφημερίδα της λέσχης των φαντασμάτων * Άμμος και Λιανή = Αμμουλιανή * Στο Camping: Πυρ, γυνή και θάλασσα * Ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις καλαμιές * Πέρα από το σύμπαν των χρωμάτων * Προς ομοίωσιν: Η Ερημούπολη των ονείρων, Μέρος 1ο * Η πρώτη συνάντηση * Το νησί και ο τελευταίος τουρίστας * Μια χαραμάδα στο όνειρο ** Πεζογραφίες: Ταμπουίνος ** Αφηγήματα: Πεζοπορία στις νεφέλες ** Ποίηση: Ναι, αρνούμαι * Ανθρακωρύχοι ψυχών

Δημήτρης Ταμπόσης: Μια ζωή σε νότες, ταξίδια και ψυχή

Δημήτρης Ταμπόσης

Αν ήταν ταινία...

Η κάμερα ανοίγει σιγά σιγά πάνω στον Δημήτρη Ταμπόση, καθισμένο μπροστά στο πιάνο του. Τα δάχτυλά του αγγίζουν τα πλήκτρα, αλλά οι νότες δεν ακούγονται ακόμα. Το φως πέφτει απαλά στο πρόσωπό του, σκιάζοντας τα μάτια που έχουν δει τόσες χώρες, τόσες σκηνές, τόσες ζωές. Η ιστορία του Δημήτρη δεν ξεκινά στην Ελλάδα, ούτε στο Παρίσι, αλλά στη Βουδαπέστη της παιδικής του ηλικίας, εκεί όπου οι φωνές των άλλων γίνονταν θόρυβος πολέμου και τα όνειρά του σιγοκαίγανε μέσα στο χάος.

Η μετάβαση στην Ελλάδα ήταν μια αχαρακτήριστη εμπειρία. Ένα ταξίδι που σημάδεψε τη μουσική και την ψυχή του. Από τις πρώτες πρόβες με τους SHARKS μέχρι τα μεγάλα κέντρα της Αθήνας, η νεανική του φλόγα δεν έσβησε ποτέ. Το 1970, η απόφαση να φύγει για το Παρίσι ήταν σαν να ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο σε μια συμφωνία ζωής που ακόμα γράφεται: εμφανίσεις στο Club Piper, συνεργασίες με σπουδαίους μουσικούς, ηχογραφήσεις και η αναγνώριση που ήρθε με το Poor Soul. Κάθε στιγμή ήταν σαν σκηνή ταινίας, με τις αφίσες στις βιτρίνες της Champs-Élysées να του ψιθυρίζουν: «Αυτό είναι το δικό σου φως».

Και όταν οι απογοητεύσεις τού χτύπησαν την πόρτα, όταν οι εταιρείες τον περιόρισαν και τον εμπόδισαν να ελευθερωθεί, επέστρεψε στην Ελλάδα. Με τη στήριξη των φίλων του και της αδερφής του Φανής, η ελληνική μουσική σκηνή ξαναγέμισε με τη φωνή του, αλλά η καρδιά του χτυπούσε πάντα για τη soul μουσική, για τον ήχο που τον έκανε να νιώθει ότι γεννήθηκε ξανά στην Αμερική. Κάθε τραγούδι που γράφει και κάθε νότα που τραγουδάει είναι μια σκηνή από το ντοκιμαντέρ της ζωής του, ζωντανή, άμεση, αληθινή...

Αλλά, ας μην μακρηγορώ. Καλύτερα να κάνουμε με την κάμερα γκρο-πλαν, για να εστιάσουμε σ' αυτά που έχει να μας πει...

Δημήτρη, γεννήθηκες στη Βουδαπέστη και ήρθες στην Ελλάδα σε μικρή ηλικία. Πώς θυμάσαι εκείνη τη μετάβαση;
Δημήτρης Ταμπόσης: Φύγαμε από την Βουδαπέστη μετά την εισβολή των Ρώσων και αφού καταστράφηκε η χώρα. Αχαρακτήριστη μετάβαση!

Ποιο ήταν το πρώτο συγκρότημα με το οποίο έπαιξες; Τι θυμάσαι από εκείνη την εποχή;
Δ.Τ.: Ήταν οι SHARKS με τον Johnny Lambizzi. Ο Johnny είχε πρόταση από το συγκρότημα, την οποία θα δεχόταν μόνο με την προϋπόθεση να με έπαιρναν κι εμένα μαζί τους! Ήδη παίζαμε μαζί ως ντουέτο, κάναμε όνειρα ως νέοι μουσικοί που ήμασταν…

Το 1970 έφυγες για το Παρίσι, κυνηγώντας ένα όνειρο. Πώς πήρες αυτή την απόφαση;
Δ.Τ.: Είχα αποφασίσει έτσι κι αλλιώς να πάω στην Ευρώπη άσχετα που είχα ήδη αναγνώριση στην Ελλάδα και η καριέρα μου εδώ πήγαινε από το καλό στο καλύτερο. Έπαιζα σε top κέντρα με πολύ αξιόλογους μουσικούς. Θα φεύγαμε για το Παρίσι με τον Σταμάτη Σπανουδάκη, όταν ήρθαν, στο Club Piper όπου παίζαμε με τους Artomics, ο Λουκάς Σιδεράς και ο Ντέμης Ρούσσος. Ήταν μόλις είχε αποχωρήσει ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και ήθελαν να φτιάξουν το group Demis and Loukas of Aphrodite’s Child with Dimitri, Lakis Vlavianos and Harry Halkitis. Δέχτηκα, διότι θα ήταν η αρχή μιας καριέρας για μένα ως Dimitri. Αργότερα υπέγραψα με την Columbia Γαλλίας.

Το τραγούδι Poor Soul είχε μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη. Τι θυμάσαι από εκείνη την περίοδο;
Δ.Τ.: Δεν το πίστευα όταν είδα σε ένα πολύ γνωστό γαλλικό μουσικό περιοδικό τη φωτογραφία μου σε ολοσέλιδη εκτύπωση! Άρχισα εμφανίσεις με γκρουπ δικό μου, στην τηλεόραση, εκπομπές στο ραδιόφωνο, είχα πολλές πωλήσεις δίσκων, έπαιρνα γράμματα από θαυμαστές από όλο τον κόσμο και βέβαια έβγαζα πάρα πολλά χρήματα.

Τι σε ώθησε να επιστρέψεις στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του '70;
Δ.Τ.: Μεγάλη ιστορία… κάποια στιγμή ύστερα από τρία χρόνια στην Γαλλία, έβλεπα ότι η εταιρεία ενώ πλήρωνε αδρά τις ηχογραφήσεις πολλών τραγουδιών μου, έπαψε να διαφημίζει τους δίσκους μου, διότι αυτό έκανε κακό στον Ντέμη ο οποίος είχε τότε μια σπουδαία διεθνή καριέρα. Απογοητεύτηκα και θέλησα να αποχωρήσω από την εταιρεία. Η άρνησή τους όμως να μου τερματίσουν το συμβόλαιο, αν και είχα ήδη σπουδαίες προτάσεις, με καταρράκωσε. Αισθανόμουν δέσμιός τους. Έτσι γύρισα πίσω, όπου με παρότρυνση του Σταμάτη Σπανουδάκη ηχογράφησα ένα album στα ελληνικά που πήγε πολύ καλά. Ακολούθησαν κι άλλα albums στην Ελλάδα και μετά έφυγα για την Αμερική. Έτσι κι αλλιώς, ήθελα να συνεχίσω στα αγγλικά και αφού η soul μουσική ήταν το φόρτε μου, η Αμερική έγινε ο επόμενός μου σταθμός.

Η φωνή σου έχει χαρακτηριστεί «λευκή φωνή με μαύρη ψυχή». Συμφωνείς μ’ αυτόν τον χαρακτηρισμό;
Δ.Τ.: Η soul μουσική ήταν ο ήχος που ήθελα να τραγουδώ. Στην εφηβεία μου άλλαξε και η φωνή μου κι έτσι είχα το αβαντάζ της βραχνάδας των μαύρων, την ψυχή δηλαδή. Επιπλέον, χρειάστηκε πάρα πολλή δουλειά και μελέτη μεγάλων έγχρωμων τραγουδιστών. Το γεγονός ότι τραγουδούσα soul τραγούδια λες και είχα γεννηθεί στην Αμερική ήταν σπουδαίο για μένα. Όχι, δεν με ενοχλεί καθόλου ο χαρακτηρισμός.

Ποιοι καλλιτέχνες σε επηρέασαν περισσότερο;
Δ.Τ.: Από Έλληνες ο Σταμάτης Σπανουδάκης. Επίσης, οι Beatles, ο Wilson Pickett, ο Otis Redding, ο James Brown και τα είδωλα μου, ο Ray Charles και ο Joe Cocker!

Ποιος άνθρωπος έπαιξε τον μεγαλύτερο ρόλο στη μουσική σου πορεία;
Δ.Τ.: H στήριξη της αδερφής μου Φανής Αλεξάκη η οποία πίστευε πάντα ότι κάτι αξίζω.

Αν μπορούσες να ξαναζήσεις μια στιγμή από τη μουσική σου διαδρομή, ποια θα ήταν;
Δ.Τ.: Όταν περνώντας μπροστά από το καλύτερο δισκάδικο του Παρισιού, του πιο κεντρικού δρόμου, στην Champs Elysees, όλη η βιτρίνα ήταν γεμάτη μόνο με αντίτυπα του δίσκου μου και την αφίσα μου!

Πώς βλέπεις τη σημερινή ελληνική μουσική πραγματικότητα;
Δ.Τ.: Δεν την βλέπω!

Πιστεύεις ότι οι νέοι καλλιτέχνες έχουν ευκαιρίες ή ότι το σύστημα είναι πιο δύσκολο απ' ό,τι παλιά;
Δ.Τ.: Πιστεύω ότι οι εταιρείες τους κοροϊδεύουν και το σύστημα τους αποκαρδιώνει!

Υπάρχει κάποιος νέος τραγουδιστής ή δημιουργός που σε έχει εντυπωσιάσει; (Έλληνας ή ξένος)
Δ.Τ.: Η Sia με εντυπωσιάζει φωνητικά και συνθετικά.

Αν ξεκινούσες σήμερα, θα έκανες κάτι διαφορετικό; Τι θα ήταν αυτό; Ο ήχος σου, ας πούμε, για παράδειγμα;
Δ.Τ.: Θα ήμουν πιο προσεκτικός στις επιλογές μου (γενικά). Ο ήχος μου με ικανοποιεί ακόμα!

Ποιο τραγούδι άλλου καλλιτέχνη θα ήθελες να είχες γράψει εσύ;
Δ.Τ.: Είναι πολλά! Το Your Song του Elton John, The Long and Winding Road του Paul McCartney, Just The Way You Are του Billy Joel...

Τι σε κάνει να γράφεις ακόμη; Είναι ανάγκη, είναι συνήθεια ή είναι αγάπη;
Δ.Τ.: Αν εννοείς ανάγκη οικονομική, όχι. Από αγάπη για την ίδια τη μουσική. Νομίζω ότι ζωή χωρίς μουσική δεν υπάρχει.

Αν είχες τη δυνατότητα να ξαναγράψεις κάποιο δικό σου τραγούδι σήμερα, ποιο θα ήταν και πώς θα το άλλαζες; (εάν το άλλαζες)
Δ.Τ.: Όλα. Ένα τραγούδι, όσο το ακούς, πάντα λες ότι κάτι λείπει, ότι θα μπορούσε να είναι διαφορετικό. Άρα, ναι, θα άλλαζα την ηχογράφηση, το ύφος και θα το τραγουδούσα καλύτερα.

Πιστεύεις πως οι άνθρωποι σήμερα ακούν μουσική, ή απλώς την καταναλώνουν;
Δ.Τ.: Χαίρομαι όταν βλέπω ανθρώπους να ακούν μουσική με μισόκλειστα μάτια και ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη. Νομίζω ότι αυτό κάνουν.

Πώς θα ήθελες να σε θυμούνται οι ακροατές σου, αν σταματούσες αύριο να τραγουδάς;
Δ.Τ.: Ως έναν άνθρωπο που αγάπησε τη μουσική και έκανε όσα μπορούσε για να την υπηρετήσει!

Πώς γεννιέται ένα τραγούδι για σένα; Από λέξη, από συναίσθημα ή από ήχο;
Δ.Τ.: Συνήθως, όταν έχω μια μελωδία να ηχεί στο κεφάλι μου, κάθομαι στο πιάνο και προσπαθώ για ένα αποτέλεσμα μουσικό που θα μου αρέσει. Μετά γράφω τα λόγια ή ζητώ να μου γράψουν φίλοι μου στιχουργοί. Ο ήχος, αν πετύχει, έχει μεγάλη σημασία. Η ενορχήστρωση δε, μεγαλύτερη.

Ακολουθείς κάποιο τελετουργικό (κάποια φόρμα) όταν γράφεις;
Δ.Τ.: Παίζω πιάνο συνέχεια έως ότου μια μελωδία μου αρέσει και την δουλεύω. Αν όχι, υπάρχει και το αύριο…

Υπάρχει κάτι που να σε φοβίζει σήμερα;
Δ.Τ.: Στην ηλικία που είμαι, με φοβίζει η αρρώστια. Επίσης, η κατάσταση στη χώρα μου και η βλακεία.

Κάτι για το οποίο έχεις μετανιώσει;
Δ.Τ.: Βεβαίως, πολλά. Είναι όμως, αργά πλέον για να τ' αλλάξω. Πώς να αλλάξει κανείς τα λάθη του παρελθόντος; Αφού είναι παρελθόν.

Τι σε ηρεμεί όταν δεν γράφεις;
Δ.Τ.: Περπατάω πάρα πολύ κάθε μέρα και εάν δεν βλέπω snooker ή τένις στην τηλεόραση, διαβάζω ή μαγειρεύω.

Ποιο είναι το πιο αληθινό πράγμα που έχεις ακούσει ποτέ για σένα;
Δ.Τ.: Όταν ήμουν στη Ρόδο, στο Hotel Capsis όπου τραγουδούσα, ανάμεσα στους θαμώνες ήταν ο συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης, ο οποίος πλησίασε στο πιάνο που έπαιζα, και ενώ τραγουδούσα το Against All Odds του Phil Collins, μου είπε «Δεν έχω ακούσει καλύτερη εκτέλεση! Είσαι σπουδαίος τραγουδιστής!» και έφυγε χαμογελώντας μου.

Αν δεν ήσουν μουσικός, τι θα ήθελες να ήσουν;
Δ.Τ.: Αθλητής! Μου αρέσουν όλα τα σπορ από μικρός και είχα γραφτεί σε αρκετά σωματεία. Κλίνω προς το ποδοσφαιριστής λόγω ύψους.

Πες μου ένα τραγούδι που θα ήθελες να ακουστεί στην τελευταία σου συναυλία.
Δ.Τ.: What a Lucky Man he Was.

Έχεις κλάψει με μουσική; Κι αν ναι, πότε έκλαψες τελευταία φορά με μουσική;
Δ.Τ.: Πολλές φορές! Η τελευταία φορά ήταν σχετικά πρόσφατα, όταν έγραψα το τραγούδι μου Idee Fixe το οποίο θα είναι και στο album που ετοιμάζω.

Αν η ζωή σου ήταν album, πώς θα λεγόταν;
Δ.Τ.: From here to nowhere.

Τι σημαίνει για σένα «ελευθερία» σήμερα;
Δ.Τ.: Η μόνη ελευθερία που τιμώ είναι η Ελευθερία Ταμπόση, η μητέρα μου. Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα, δεν έχω καμία πατρίδα. Απαιτώ το μικρό κομμάτι γης, που μου ανήκει ως πολίτης του κόσμου, να με αφήσουν να το χαρώ μόνος μου. Δεν θέλω να αποφασίζουν για μένα χωρίς εμένα, όπως λένε. Δεν πιστεύω σε καμία θρησκεία! Πιστεύω στη μουσική, στην καλοσύνη και στον σεβασμό!

Τι θα έλεγες σήμερα στον νεαρό Δημήτρη Ταμπόση του 1968;
Δ.Τ.: Τουλάχιστον προσπάθησες!


Και καθώς η «ταινία» κλείνει, η κάμερα σιγά σιγά απομακρύνεται, αφήνοντας πίσω τη φιγούρα του Δημήτρη Ταμπόση στο πιάνο. Οι νότες που παίζει τώρα είναι πιο σιωπηλές, αλλά κάθε ήχος κουβαλάει το βάρος μιας ζωής γεμάτης μουσική, ταξίδια, πάθος και προσωπικές μάχες. Η φωνή του δεν υπήρξε ποτέ απλώς μέσο για επιτυχία. Υπήρξε η γέφυρα ανάμεσα στην ψυχή του και στον κόσμο που τον άκουγε και τον ακούει, η ζωντανή απόδειξη ότι η μουσική είναι κάτι που ζει, αναπνέει και μεταμορφώνει.

Οι εικόνες της ζωής του –από τις πρώτες πρόβες, μέχρι τις μεγάλες σκηνές του Παρισιού, τα ελληνικά albums, μέχρι τη διεθνή αναγνώριση, στη soul και τη σκηνή της Αμερικής– δημιουργούν ένα ψηφιδωτό όπου κάθε κομμάτι είναι πολύτιμο. Οι νεότεροι καλλιτέχνες ίσως διστάζουν, αλλά εκείνος δείχνει τον δρόμο: η μουσική δεν είναι απλώς καριέρα. Είναι τρόπος ζωής.

Η τελευταία σκηνή της ταινίας δείχνει τον Δημήτρη να χαμογελάει, τα μάτια του είναι μισόκλειστα, ενώ η μουσική παίζει χαμηλόφωνα στο παρασκήνιο. Κάθε νότα θυμίζει ότι η ζωή του ήταν και παραμένει ένα τραγούδι χωρίς τέλος, ένα ταξίδι από εδώ μέχρι το πουθενά (From Here to Nowhere), γεμάτο αγάπη, πείσμα, ελευθερία και απόλυτη αφοσίωση στην τέχνη. Και έτσι, η ιστορία του συνεχίζεται, όχι σε δίσκους ή στα charts, αλλά σε κάθε ψυχή που εξακολουθεί να τον ακούει και να νιώθει ότι η μουσική είναι, τελικά, η ίδια η ζωή.

Υστερόγραφο:
Κάποια πράγματα είναι προφανή και δεν χρειάζονται καν εξήγηση, κάποια άλλα εξηγούνται πολύ απλά και κάποια άλλα τα καλύπτει ένα μυστήριο και δεν εξηγούνται με τίποτα. Ο Δημήτρης Ταμπόσης, μονοπωλούσε το ενδιαφέρον μου, η φωνή του πάντοτε με γοήτευε και εξακολουθεί να με γοητεύει. Όσο δε για την διεθνή του καριέρα, με έκανε να νιώθω υπερήφανος, παρ' όλο που δεν τον γνώριζα προσωπικά. Γιατί; Δεν ξέρω. Ένιωθα κάτι να με «δένει» μαζί του, χωρίς όμως να μπορώ να το εξηγήσω. Το άφηνα, λοιπόν, να πλανιέται στην ατμόσφαιρα όποτε άκουγα κάποιο τραγούδι του και, βέβαια, ποτέ μου δεν μπορούσα –χροοόνια τώρα– να φανταστώ ότι κάποια στιγμή θα καθόμασταν να συζητάμε δίπλα δίπλα, πίνοντας καφέ! Δεν είναι λίγο να έχεις τον Ταμπόση δίπλα σου και να σου διηγείται ιστορίες που έζησε με καλλιτέχνες που τους είχες στο πάνθεον των αγαπημένων σου και ίσως τους έχεις ακόμα (Claud Francois, Patti D' Arbanville, Adamo, Helen Miren, Vangelis, Demis Roussos κ.α.). Να όμως, που τελικά, αργά ή γρήγορα, όλα –μα όλα– βρίσκουν τον δρόμο τους, λες και χρειάζεται ο χρόνος να έρθει, για να ωριμάσουν οι συνθήκες και να εξηγηθεί από μόνο του αυτό που τόσα χρόνια έμενε ανεξήγητο. Γιατί τον ένιωθα κοντά μου; Μα γιατί τελικά, εξ αιτίας αυτής της συνέντευξης, ανακαλύψαμε ότι είμαστε… γείτονες!

Δημήτρη μου, με συγκίνησες! Σ' ευχαριστώ! Hold on!



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Ο Δημήτρης Ταμπόσης γεννήθηκε στην Βουδαπέστη της Ουγγαρίας και εκεί πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Από πάρα πολύ μικρός εμφάνισε την καλλιτεχνική του φύση καθώς και την δίψα του για εμπειρίες και ταξίδια. Το 1958 ήρθε στην Ελλάδα όπου τελειοποίησε την ελληνική γλώσσα. Το ξεκίνημά του, έγινε γύρω στο 1963 όταν βρήκε τον πρώτο του έρωτα… μια κιθάρα. Αυτό ήταν. Το πάθος του σε συνδυασμό με το ταλέντο του, τον οδήγησαν στον κόσμο της μουσικής. Αυτοδημιούργητος πιτσιρικάς ακόμη, έγινε μέλος (κιθάρα/τραγούδι) του γκρουπ SHARKS και μαζί κέρδισαν τα πρώτα βραβεία σε πολλούς διαγωνισμούς της εποχής, τα γνωστά «Κυριακάτικα πρωινά». Οι επιρροές του ήταν από τα τότε ακούσματα: Beatles, Otis Redding, James Brown. Πήγαινε ακόμα στο 10ο Γυμνάσιο Αρρένων στους Αμπελοκήπους όταν άρχισε να εμφανίζεται σε όλο και μεγαλύτερα κλαμπ και να ασχολείται επαγγελματικά. Με τους CINQUETTI, τους STORKS και τους ARTOMICS, δούλεψε στα καλύτερα κλαμπ της Αθήνας (Autoclub, Queen Anne, Acropol, Stork, Αθηναία, Piper…). Το 1968 ήρθε το πρώτο συμβόλαιο με την Columbia Records και κυκλοφόρησαν δύο δισκάκια 45 στροφών. Την ίδια εποχή, με τη βοήθεια και τα τραγούδια του Μίμη Πλέσσα, άρχισε να εμφανίζεται και σε ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου: Η θεία μου η χίπισσα με το Search for love, Η γυναίκα μου τρελάθηκε, Η Παριζιάνα με το Sunshine for your dreams. Από την Ελλάδα έφυγε το 1970 «με 4 δολάρια στην τσέπη, μια βαλίτσα και πολλά όνειρα» όπως λέει χαρακτηριστικά. Προορισμός το Παρίσι. Μετά την αποχώρηση του Βαγγέλη Παπαθανασίου από τους Aphrodite's Child, τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ, δηλαδή ο Λουκάς Σιδεράς και ο Ντέμης Ρούσσος, ζήτησαν από τον Δημήτρη (ως κιθαρίστας/τραγουδιστής), τον Λάκη Βλαβιανό (πιάνο) και τον Χάρη Χαλκίτη (μπάσο, σαξ, congas) να γίνουν μέλη του γκρουπ. Με αυτή τη νέα σύνθεση περιόδευσαν στην Ευρώπη για πάνω από έναν χρόνο. Στη συνέχεια, με τους Λουκά Σιδερά, Λάκη Βλαβιανό και Χάρη Χαλκίτη, έφτιαξαν τους EROS και κυκλοφόρησαν έναν δίσκο 45 στροφών. Το επόμενο βήμα του Δημήτρη ήταν να υπογράψει με την Polygram-Philips Γαλλίας ως σόλο τραγουδιστής. Η πρώτη μεγάλη του επιτυχία, το Poor Soul κυριολεκτικά τον εκτόξευσε στην 1η θέση στα Top Ten των γαλλικών charts. Η μία επιτυχία διαδεχόταν την άλλη και το όνειρο του Δημήτρη έγινε πραγματικότητα. Συναυλίες, εμφανίσεις, νέοι δίσκοι του πρόσφεραν αλλεπάλληλες επιτυχίες και την αγάπη του κοινού εξασφαλίζοντάς του τις καλύτερες θέσεις στα ευρωπαϊκά charts. Ταξίδευσε κάνοντας εμφανίσεις στην Ιταλία, το Λουξεμβούργο, την Γερμανία, την Ολλανδία, την Ελβετία, την Δανία, την Ισπανία, το Μόντε Κάρλο, το Βέλγιο… Όμως, το πολυετές συμβόλαιο που έχει υπογράψει με την Philips, τον ανάγκαζε να καθυστερεί το επόμενο βήμα του στην Αμερική, η οποία του έκανε προτάσεις ήδη από το 1975. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1979 όπου και ηχογράφησε δύο albums στα ελληνικά με τραγούδια του Σταμάτη Σπανουδάκη (στο δεύτερο, που είχε και δικά του συνεργάστηκε και με τον Δημήτρη Κατακουζηνό). Στο τρίτο (1982), που βασίστηκε σε μια ιδέα των Φώτη Μεταξόπουλου και Γιάννη Καλαμίτση, συνεργάστηκε πάλι με τον Δημήτρη Κατακουζηνό. Ιδιαίτερη παρουσία η συμμετοχή της Αλέκας Κανελλίδου στο ντουέτο Δως μου. Παράλληλα, με αυτά, έκανε εμφανίσεις σε τηλεοπτικές εκπομπές και video clips. Επίσης, έκανε την παραγωγή στο album Εν λευκώ του Παύλου Σιδηρόπουλου. Το 1983 αντίκρισε επιτέλους την Αμερική και δεν έκρυψε το πόσο δέος του προκάλεσε στην αρχή. Έκανε εμφανίσεις σε όλη σχεδόν τη χώρα και στον Καναδά. New York, Los Angeles, Miami, Chicago, Detroit, Toronto, είναι μερικές από τις πόλεις που τον φιλοξένησαν απλόχερα αφού τον είχαν ήδη εμπνεύσει με τη μουσική τους. Το 1988 ηχογράφησε ένα ακόμα album στην αγγλική γλώσσα σε παραγωγή των Cathy και Riccardo Cocciante στο Miami. Το 1992 ανέβηκε στη Νέα Υόρκη η παράσταση Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο του Πιραντέλο για την οποία έγραψε μουσική. Το 1993 επέστρεψε στην Ελλάδα με το 4ο κατά σειρά album στα ελληνικά. Εν τω μεταξύ, τον χειμώνα του '93, κυκλοφόρησε σε Αμερική και Ευρώπη ο 10ος δίσκος του Beppe Cantarelli συμπεριλαμβάνοντας δύο τραγούδια του Δημήτρη, που έγραψε μουσική και για τηλεοπτικές σειρές της ελληνικής κρατικής τηλεόρασης. Το 1996 έφυγε ξανά για την Αμερική (Chicago) όπου έζησε εκεί για 2 περίπου χρόνια. Το 1998 επέστρεψε στην Ελλάδα, συνέθεσε μουσική για δύο θεατρικές παραστάσεις της Δέσποινας Τομαζάνη (το 1998 στην Ίντα και το 2006 στην Φαίδρα), και από τις αρχές του 1999 έως το 2010, εργάστηκε ως μουσικός στην Ρόδο στο Sofitel Capsis Hotel. Σήμερα, ζει στην Αθήνα, συνεχίζει να γράφει μουσική και να τραγουδάει ετοιμάζοντας μάλιστα το καινούργιο του cd! Χρήμα, δόξα, εμπειρίες και… απογοητεύσεις. Αυτή είναι η ζωή του. Ποτέ δεν τον φόβισε το άγνωστο. Εξάλλου, από 10 ετών παιδί έμπαινε στο λεωφορείο και έφευγε… Δισκογραφία (Albums): Μια φορά [1983], Κύριε τάδε, Δημήτρης Ταμπόσης [1981], Ο Δημήτρης Ταμπόσης σε τραγούδια του Σταμάτη Σπανουδάκη [1979].